Που είχαμε μείνει




Πλούσιο σε επικαιρότητα το Σαββατοκύριακο. «Παρελάσεις κεκλεισμένων των θυρών». «Η τελευταία στην βαθμολογία του πρωταθλήματος ΑΕΚ επέτυχε την πρώτη της νίκη με τον Πλατανιά!» «Συνελήφθη ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης για την δημοσιοποίηση  της  Λίστας Λαγκάρντ».
 Μπροστά σε τέτοια θέματα,  και με το χρόνο κυνηγό, δεν διακινδυνεύω να προσθέσω  ακόμα μια φωνή  στις τόσες του τελευταίου εικοσιτετραώρου.   Γεγονότα,  που δίνουν την ευκαιρία να γραφτούν σπουδαία πράγματα, να οδηγήσουν τη σκέψη    πέρα από  την επιφάνεια, να την ταξιδέψουν στα μύχια της ψυχής μας.   
Για την τελετή, για την σημαία, για την φανέλα, για την ελευθερία.
Παρελάσεις περιφρουρούμενες, ξεκομμένες από τον Λαό,  με την νέους να γυρίζουν την πλάτη στους «επισήμους», συμβολίζοντας την αποστροφή στην κλεψιά,  στη ψευτιά στη διαφθορά. Την αποστροφή  στην εξουσία,  που οδήγησε τη χώρα στην κατοχή και την εξαθλίωση.  Και από την άλλη η δύναμη της ιστορίας,  της   φανέλας, που την φόρεσαν μικρά παιδιά και νίκησαν τους μεγάλους. Και η σεμνή τελετή έλαβε χώρα με τη σύλληψη του «εγκληματία» δημοσιογράφου Κώστα Βαξεβάνη,   που έκανε αυτό που δεν έκαναν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.
Αυτά ως μια απλή καταγραφή.  Όταν ο χρόνος θα τα σεβαστεί, θα πάμε λίγο παραπέρα…
 Πάμε παρακάτω…αιτία  ο ανεπίκαιρος εαυτός μου   και μια μετακόμιση η αφορμή. Έχουμε εξηγηθεί από την αρχή. Μια ζωή με κυνηγούσε το εφήμερο. Οι ρίζες μετά από κάποια μέτρα, έκαναν την απαραίτητη στροφή προς τα πάνω, αρνούμενες να σταθεροποιήσουν το όποιο οικοδόμημα. Πουθενά δεν μπορώ να ριζώσω.
Εκτός από κάποιες σταθερές, που τις κουβαλάω σε κάθε μετακόμιση, τα υπόλοιπα τα ξεφορτώνομαι και κάθε φορά αισθάνομαι πιο ελαφρύς.
Γιατί να περιμένω το τσουνάμι να με ξεριζώσει, την Τρόικα να με ξετινάξει, τη γυναίκα να με μαραζώσει; Γιατί να περιμένω το χρόνο να με βρει ακίνητο; Και η απάντηση στα ερωτήματα, μάλλον αναιρεί αυτό που κατά καιρούς σας δηλώνω. Το κυνηγούσα το εφήμερο, σε μια αέναη ομοιοπαθητική διαδικασία, που κάνει τη ζωή παντοτινή, απαλλαγμένη από κακές σκέψεις. Απαλλαγμένη από τη ρουτίνα που δίνει φόρα στο ρολόι  για να τρέχει  με χίλια, απαλλαγμένη από μελαγχολία και θεωρήματα του τύπου «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Όσο για τα απολεσθέντα αντικείμενα, με τίποτα δε μπορούν να αντισταθμίσουν το κέρδος, που προσφέρει το καινούργιο περιβάλλον.
Που είχαμε μείνει; Ρωτάμε συνήθως μετά από κάθε διακοπή, και δεν περιμένουμε την απάντηση, γιατί απλούστατα δεν θέλουμε να συνεχίσουμε από εκεί, αλλά από την αφετηρία. Ευτυχώς έχουμε πάντα τη ψευδαίσθηση ότι κάθε διακοπή μας επαναφέρει στην αρχή, από εκεί δηλαδή που ξεκινάει κάθε όνειρο, με την πεποίθηση πάντα που δεν θα καταλήξει σε εφιάλτη…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια