Η επιθυμία στην απαγόρευση ανθίζει




Είναι η απαγόρευση που σε  δαιμονίζει, και αυτές οι μέρες οι πλέον κατάλληλες, για να στρέψουν την επιθυμία  εκεί που της απαγορεύεται.
Το διάβασα πριν χρόνια τέτοιο περίοδο, στους χαιρετισμούς, «άκρως σεξιστικό» του Οδυσσέα Ιωάννου. Το φύλαξα για την μεγάλη εβδομάδα. Ήθελα να το γνωρίσω με ένα παλαιότερο, δικό μου. «Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους». Ανακατεύω λίγα αποσπάσματα, με μεγάλη ικανοποίηση ότι δεν είμαι μόνος.
«Στους Χαιρετισμούς συνήθως χανόμουν, στο προαύλιο της εκκλησίας. Ξέφευγα από το χέρι της μητέρας μου και έκανα βόλτες ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν έκλαιγα, δεν ζητούσα τους γονείς μου, πάντα με έβρισκαν μετά από λίγο. Όταν έπεφτα σε φουστάνι σταματούσα. Αυτή η βιασύνη των κοριτσιών να βγάζουν τα έξωμα και τα τιραντάκια με τον πρώτο ζεστό ήλιο του Μάρτη, με αναστατώνει ακόμα. Παράλληλα με τις περιπέτειες του Χριστού, ένας καλοντυμένος πιτσιρικάς λέρωνε με τα βουλημικά του μάτια το καθαρό ρούχο της όψιμης κατάνυξης.»
Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα, όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουν ταπεινά προς τα κάτω, τη στιγμή που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται…Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία…τι μελωδία…τι ήχοι ακούγονται…τι στίχοι…Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό…Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος..»

 
 «Άσπρα μπρατσάκια, ωραίοι λαιμοί σαν τρεχούμενα νερά, πόδια με ερεθιστικές γάμπες, τσιτωμένες από την ταλαιπωρία της γόβας. Από όλες τις Μεγάλες Εβδομάδες θυμάμαι μόνο κορίτσια. Με διώχναν τα αρώματα, με τραβούσε η σάρκα, μία μπρος μία πίσω, ζαλισμένος από τις υποσχέσεις μελλοντικών ηδονών. Το έβλεπα αυτό που ερχόταν. Ήξερα πως δεν θα ξεμπέρδευα ποτέ με τα καινούρια σώματα, τις γραμμές ανάμεσα στα στήθη, το χνούδι πίσω στον αυχένα. Ορκίζομαι πως κάποτε άκουσα έναν Χριστούλη, κρεμασμένο σε σταυρό, μέσα σε ένα τέτοιο ντεκολτέ, να με παρακαλάει να του λύσω τα χέρια! Τον άφησα να τυραννιέται στην καβάντζα της αιώνιας ζωής…»
«Στον Επιτάφιο, το φως του κεριού έπαιζε το πιο παράξενο παιχνίδι που έχουν παίξει ποτέ μία φλόγα με ένα γυναικείο πρόσωπο. Έτρεμαν τα μάτια, αναβόσβηναν τα χείλη, λαμπυρίζαν τα μαλλιά, και τα κορίτσια συνοψίζονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, μία αέναη εναλλαγή φωτός και σκότους.»
«Τέτοια μέρα; Ναι, τέτοια μέρα! Η πλέον κατάλληλη. Μόνο τη μέρα που κηδεύεται ένας Θεός μπορείς να παραδοθείς στις παλλίροιες του σώματος δίχως την ενοχή του βλάσφημου και τον φόβο του αμαρτωλού. Χωρίς Θεό, τι άλλο μας μένει πέρα από την ακατάσχετη “αιμοραγία” των ερεθισμών;»
Καλή εβδομάδα!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια