Σ' αγαπώ μα δεν θα 'ρθω

Aν η πολιτική έχει χάσει την αξιοπιστία της και η διάβρωση έχει εισχωρήσει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, είναι γιατί δεν υπάρχει ομοιογένεια. Δεν υπάρχουν θέσεις που να υποστηρίζονται με συνέπεια απ’ αυτούς που κρύβονται πίσω από τις ταμπέλες. Υπάρχει διχόνοια στην ομάδα. Και πώς να μην υπάρχει μ’ αυτή την πανσπερμία τάσεων ρευμάτων και του «τίποτα» μέσα στον ίδιο χώρο;
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι πέθαναν οι ιδεολογίες, είναι που τις κουβαλάει ο καθένας μόνος του και δεν μπορεί να βρεθεί με του ομοϊδεάτες του, ώστε να σχηματισθεί μια καθαρή πρωτοπορία.
Και επειδή όλα τα παραπάνω είναι στη σφαίρα του ιδεατού, καλό είναι να στραφούμε στις μονάδες.
Θα συνεχίσουμε με ποικίλο μουσικό πρόγραμμα, ανώδυνα κείμενα που μας κρατούν συντροφιά τις ώρες της υπομονής, είναι προτιμότερα από όλα αυτά που μας έχουν κιτρινίσει την ζωή. Τουλάχιστο αυτά τα γενικά όλο και κάποια ψυχή θα αγγίξουν ειδικά. Όλο και κάποιο μυαλό θα ξυπνήσουν, να ξεκουμπιστεί από τον ύπνο του δικαίου. Τα άλλα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, που ενδιαφέρουν το μικρόκοσμο μας και αναπαραγάγουν τα Πινόκιο, θα τα συνεχίσουν οι άλλοι, που έχουν αναλάβει την εργολαβία της αποχαύνωσης.
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.
 

« Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ». Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
Θα συνεχίσω, τις ενέσεις ηθικού, για μένα και για όλους που είναι σαν και μένα, γιατί αυτές τις μέρες του Σεπτέμβρη, στο μεταίχμιο, μεταξύ Φθινοπωρινού καλοκαιριού και φθινοπωρινού χειμώνα, παρατηρείται μια έξαρση της κρίσης, της ηλικίας εννοώ.
Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης χαμένα. Και τα δικά μας χρόνια, ήταν παραμυθένια. Από τον Χατζηδάκη, στο Θεοδωράκη, από την «όμορφη πόλη» στην οδό ονείρων». Αν δεν κουβαλούσαμε, αυτά τα πολύτιμα χρόνια, πως θα σιγοψιθυρίζαμε σήμερα τα τραγούδια.
Και τα δικά μας τραγούδια δεν παλιώνουν, δεν είναι απ’ αυτά που κάνουν μακαρόνια με κιμά, είναι απ΄ αυτά που έγραψαν ποιητές και μεγάλοι συνθέτες, «σ’ αγαπώ μα δε θα ‘ρθω», επιθυμία και άρνηση στο ίδιο ποτήρι νερό, έλξη και άπωση στον ίδιο πόλο του μαγνήτη. Τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πριν σαράντα πέντε χρόνια.
Τα ηλικιακά νιάτα διαρκούν όσο τους πρέπει. Τα δικά μας νιάτα των πενήντα κουβαλούν τα κερδισμένα χρόνια, τη δύναμη και την υπομονή.
Αν δεν είχαμε όλα αυτά τα εφόδια πως θα αντέχαμε σήμερα, να παρακολουθούμε εκλογές από την τηλεόραση; Πως θα αντέχαμε να βλέπουμε να μεταβάλλονται συνειδήσεις κάθε ώρα που περνάει από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις; Αντέχουμε γιατί γνωρίζουμε και μπορούμε, ακόμα και την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;