Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Τα έχουνε γράψει άλλοι


Εδώ ο κόσμος καίγεται και συ μας γράφεις παραμύθια. Υποθέτω - και όχι άδικα - κάπως έτσι θα αναρωτιούνται οι αναγνώστες.
Δεν διαθέτω το ταλέντο του Ανδρέα Λασκαράτου, για να μπορέσω να προσεγγίσω αυτή την κωμικοτραγική κατάσταση που βιώνουμε. Αυτός ο σπουδαίος σατυρικός αν ζούσε σήμερα θα μπορούσε να σας ικανοποιήσει.


«Εψές είδα ένα όνειρο πολύ παράξενο. Ήμουνα στους Κορφούς, κι’ ήμουνα στα Μουράγια. Εκεί απάντησα μια περίεργη συνοδεία. Απάντησα τους δυο έντιμους βουλευτάς, τον Παδοβά και τον Λομπάρδο, όπου επερβατούσανε και οι δύο αλαμπρατσάντε. Ήτανε και οι δύο πολύ παράξενα φορεμένοι, τόσο που στην αρχή τους επήρα για μασκαράδες. Τα κεφάλια τους ήτανε στολισμένα με φτερά από γάλλους, απο παπιά, από χήνες. Είχανε μουστάκια πολύ μακρυά, όπου τους εκρεμόντανε καταγής. Είχανε ταμπάρους πολύ μακρυούς, όπου τους εσερνόντανε απ’ πίσω. Οι ταμπάροι ήτανε καμωμένοι όλο από φύλλα της « Νεας εποχής» και της «Φωνής του Ιονίου». Οι Ζακύνθιοι βουλευταί εβαστούσανε απ’ πίσω με τα δυο τους χέρια τον ταμπάρο του Λομπάρδου, οι Κερκυραίοι εβαστούσανε εκείνονε του Παδοβά. Οι έντιμοι βουλευταί Παδοβάς και Λομπάρδος κάπου - κάπου με συμπάθειο εκλάνανε. Ομπραστά επερβατούσε ο Ανεμογιάννης, επερβατούσε με την συνήθη του αξιοπρέπεια, με τ’ άσπρο του καπέλο βαλημένο στραβά, και με το τσιγάρο στο στόμα., στη μέση του είχε δεμένο ένα ταμπούρλο κι έκραζε τον κόσμο. Όλα του τα κινήματα εδείχνανε όπως συναισθάνεται τη σοβαρότητα της θέσεως του. Αποπίσω από την συνοδεία, ακολουθούσανε μια καταδίκη λαός και λιανόπαιδα όπου εσέρνανε μπουρίκια, εχειροκροτούσανε κι εκάνανε χίλιαις μαραβέγιαις. Η συνοδεία εκκίνησε κατά το παλάτι. Φτάνοντας εκεί οι δυο έντιμοι βουλευταί εκάμανε μίαν έντονον διαμαρτύρισιν κατά της Προστασίας. Ο λαός αμέσως εχειροκρότησε. Ο Ανεμογιάννης εδαιμόνισε το ταμπούρλο του και ο Παδοβάς έσκυψε κι είπε στο αυτί του Λομπάρδου « Ε Λομπάρδε, πως σου φαίνεται;…» κι ο Λομπάρδος έκανε χι, χι, χι. Η συνοδεία πέρασε από την Σπιενάδα, από τη Σπιενάδα εμπήκε στο calle delle acgue. Απ όσαις εκλησίαις κι αν εδιαβαίνανε, οι βουλευταί εσταματούσανε με ευλάβεια κι έκαναν το σταυρό τους . Ο λαός από πίσω τους εχειροκροτούσε, το ταμπούρλο του Ανεμογιάννη πάντα εδούλευε. Ο Παδοβάς ερωτάει « Ε Λομπάρδε, πως σου φαίνεται;» και Ο Λομπάρδος έκανε χι, χι, χι – Όλο με μιας ανεξήγητο φαινόμενο, επιάσανε φωτιά οι ταμπάροι. Τα φτερά οπούχανε στα κεφάλια τους εγινήκανε κέρατα. Τα αυτιά των εντίμων βουλευτών αρχινίσανε να μεγαλόνουνε. Ο Ανεμογιάννης εχάθηκε. Ο λαός άρχισε να παραξενεύεται και να φωνάζει «Προδοσία!»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...