Πως γίνεται τις Κυριακές να μη σε σκέφτομαι;

Ο ήρωας στο μυθιστόρημα του Τολστόι «Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», ένας  απορροφημένος στον εαυτό του αλαζονικός  γραφειοκράτης,  αρρωσταίνει  και πεθαίνει μέσα σε ακατάλυτους πόνους. Καθώς πλησιάζει το τέλος του,  ο Ιβάν Ίλιτς, συνειδητοποιεί πως όλη του τη ζωή προστατευόταν από την ιδέα του θανάτου, με ασπίδα του  την  απορρόφηση του, στην απόκτηση επιρροής, στην  εμφάνιση  και το χρήμα. Τις τελευταίες ώρες της ζωής του συνειδητοποιεί  ότι πεθαίνει τόσο άσχημα,  επειδή έζησε τόσο άσχημα.  Ολόκληρη η ζωή του ήταν λάθος , προφυλάσσοντας τον εαυτό του από τον θάνατο, στην πραγματικότητα τον προφύλαξε και από την πραγματική ζωή. Όσο γρήγορα κι αν πλησίαζε ο θάνατος για τον Ιβάν, εκείνος ανακαλύπτει  πως υπάρχει ακόμα καιρός. Ανακαλύπτει την συμπόνια, νοιώθει τρυφερότητα  για τους άλλους,   νοιώθει λύπη  για τον πόνο που προκάλεσε  στους δικούς του ανθρώπους  και τελικά πεθαίνει, όχι μέσα στον πόνο  αλλά με τη χαρά της απέραντης συμπόνιας. Χρειάστηκε ένα  ακραίο γεγονός  να τον αφυπνίσει έστω και τις τελευταίες ώρες.
Θα μπορούσε αυτή η αναλαμπή να έρθει στον Ιβάν  χωρίς τον φόβο του θανάτου; στον Ιβάν σίγουρα όχι, αλλά γιατί όχι σε κάποιους που ξέρουν την ιστορία να μη χρειαστεί η ύστατη ώρα για να γίνουν άνθρωποι; Άσκηση το παραπάνω μιας Κυριακής του Ιουνίου με βαρομετρικό χαμηλό.  

Μπήκα στο θάλαμο προσομοίωσης και βγήκα  με την  εμπειρία να βάζει φωτιά   σε ό,τι  προσπάθησε να με χαλάσει, γιατί η μοναξιά της Κυριακής σε παγώνει. Μπορεί να είναι και τ’ απογεύματα της Κυριακής,  αυτά που σε κάνουν δίχως καρδιά. Τις Κυριακές σε μια επαρχιακή πόλη  είναι όλα τόσο σιωπηλά. Θέλεις δεν θέλεις ακούς τους χτύπους της καρδιάς,  πως γίνεται  τις Κυριακές να μη σε σκέφτομαι;
Οι υπόλοιπες μέρες τα κρύβουν, τα κρύβει η κίνηση τα καταπίνει ο θόρυβος της πόλης. Τις Κυριακές όμως είναι όλα σιωπηλά  σ’  αδειάζει η πόλη  που άδειασε. Είναι η ώρα που μπορείς να πεθάνεις αν δεν κτυπήσει το τηλέφωνο,  η ώρα που το καταφύγιο σου γίνεται φυλακή.

Πολλοί είναι εκείνοι που ενδεχομένως αγαπιούνται για εκείνη την ώρα. Που αντέχουν  χρόνια και χρόνια την έρημο μιας αγάπης  μονάχα για αυτές τις Κυριακές. Όμως η ζωή  δεν είναι μια Κυριακή. Η ζωή δεν είναι μια στιγμή, η ζωή είναι στο χέρι του καθένα να τη ζήσει παρουσία του.  Ο Ιβάν Ίλιτς χρειάστηκε το φόβο του θανάτου για να αφυπνιστεί την ύστατη στιγμή,   γι’ εμάς όμως, που δεν κρυφτήκαμε, πίσω από την ασπίδα  της σιγουριάς, τον ξέρουμε τον δρόμο. Αντί να τραγουδάμε «συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου», τραγουδάμε «όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου…» και λάμπουμε και μείς.   

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια