Προτιμώ τις ρωγμές από τους τοίχους. Όχι επειδή οι τοίχοι δεν έχουν χρησιμότητα. Κάποια στιγμή όλοι χτίσαμε έναν. Κι όσοι δεν χτίσαμε τοίχους, φορέσαμε πανοπλίες. Είναι οι άμυνες που αποκτάμε όταν η ζωή μάς διδάσκει ότι δεν είναι κάθε χέρι ασφαλές και δεν είναι κάθε βλέμμα φιλικό.
Το παράξενο είναι πως ύστερα από χρόνια ξεχνάμε γιατί τις φορέσαμε. Οι μάχες τελειώνουν, οι αντίπαλοι χάνονται, όμως εμείς εξακολουθούμε να κουβαλάμε το μέταλλο πάνω μας. Κι έτσι συχνά οι άμυνες που κάποτε μας προστάτευσαν γίνονται εκείνες που μας απομονώνουν.
Γι’ αυτό αγαπώ τις ρωγμές. Γιατί από εκεί περνά το απρόβλεπτο. Ένας άνθρωπος. Μια κουβέντα. Μια σιωπή που δεν βαραίνει. Ένα φως που δεν ζήτησε άδεια για να μπει.
Ίσως γιατί οι πιο σπουδαίες συναντήσεις δεν αρχίζουν όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται. Αρχίζουν όταν κάποιος τολμά να εμφανιστεί χωρίς τις άμυνές του. Όχι τέλειος, όχι δυνατός, όχι νικητής. Απλώς αληθινός. Με τις ατέλειες, τις ανασφάλειες και τα μικρά του ναυάγια. Εκείνη τη στιγμή δεν ζητά κατανόηση. Προσφέρει εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη είναι ίσως η πιο σπάνια μορφή τρυφερότητας.
Η ζωή δεν συμβαίνει μέσα στις βεβαιότητές μας αλλά στις μικρές χαραμάδες που αφήνουμε ανοιχτές.
Σκέφτομαι καμιά φορά πως ο χρόνος μοιάζει με τη θάλασσα. Δεν τον βλέπεις να εργάζεται κι όμως αλλάζει τα πάντα. Μετακινεί ακτές, σβήνει πατημασιές, λειαίνει πέτρες. Κάνει ξένες τις παλιές φωτογραφίες και μακρινούς τους ανθρώπους που κάποτε γνώριζαν ακόμη και τις σιωπές μας.
Ίσως γι’ αυτό να μην υπάρχει στ’ αλήθεια το «επιστρέφω». Δεν επιστρέφουμε. Απλώς συναντάμε ξανά τα ίχνη μας. Και αυτή η συνάντηση έχει πάντα κάτι από συγκίνηση και κάτι από πένθος.
Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι αφήνουν τα μικρά τους παράπονα στη θάλασσα. Λέξεις που άργησαν. Τρυφερότητες που αναβλήθηκαν. Συναντήσεις που δεν έγιναν. Συναισθήματα που έμειναν να περιμένουν μια καλύτερη στιγμή και βρήκαν απέναντί τους τον χρόνο.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι ο καθένας κουβαλά μια δεύτερη ζωή. Μια κρυφή επικράτεια πίσω από την καθημερινότητα. Μια άλλη θάλασσα.
Εκεί φυλάγονται οι φόβοι, οι επιθυμίες, οι μνήμες, οι άνθρωποι που έφυγαν και όσοι δεν ήρθαν ποτέ. Εκεί κατοικεί ό,τι δεν ξοδεύτηκε, ό,τι δεν ειπώθηκε, ό,τι περίμενε περισσότερο απ’ όσο άντεχε.
Ίσως η αληθινή οικειότητα να μην είναι να γνωρίζεις τα γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου. Είναι να σου εμπιστεύεται τη χώρα της σιωπής του. Τη μικρή εκείνη απογύμνωση που προηγείται κάθε αληθινής εγγύτητας.
Και ίσως η μεγαλύτερη μοναξιά να μην είναι η απουσία ανθρώπων. Ίσως η μεγαλύτερη μοναξιά να είναι να κουβαλάς μέσα σου μια ολόκληρη θάλασσα ζωής και να μη βρίσκεται κανείς να καθίσει για λίγο στην όχθη της.
Γι’ αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ όλο και περισσότερο τις ρωγμές από τους τοίχους.
Όχι γιατί οι ρωγμές είναι ασφαλείς. Αλλά γιατί μόνο από εκεί μπορεί να φανεί η θάλασσα.
Η θάλασσα που κρύβουμε πίσω από τις άμυνές μας.
Και καμιά φορά, μόνο από εκεί μπορεί να βρει τον δρόμο της προς μια άλλη θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου