Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Άχρονος ο χρόνος

Ούτε απολογισμούς, ούτε προϋπολογισμούς τι 10 τι 11. Μπορεί οι εκβολές του χρόνου που μας αποχαιρετά να γεμίζουν επικίνδυνα τις πηγές του νέου χρόνου. Μπορεί το μεταφερόμενο υπόλοιπο να γεννά βουνά και να αποτρέπει προσδοκίες. Μπορεί οι ευχές, να πέρασαν στην εθιμοτυπία… Δεν μπορεί, όμως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να γράφουμε ανούσιες λέξεις, βγαλμένες από τα κλισέ του «πρέπει».
Δεν μπορεί και δεν πρέπει, να βιάζουμε τις λέξεις, τοποθετώντας τες στη σειρά σαν στρατιωτάκια για να υπηρετήσουν αυτά που μας υπαγορεύονται. Είναι προτιμότερο να τις αφήσουμε να ψάξουν μόνες τους σ’ αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, βλέπουν και στο σκοτάδι.
Άχρονος ο χρόνος από πάντα του με πολεμά. Πήγα ίσως να κλέψω κάποιες του στιγμές, αλλά μ’ έπιασαν. Ίσα που πρόλαβα κάποια ανεπαίσθητα αρώματα, κάποιες θαμπές αχτίδες, ένα παλιό κονιάκ και λίγο Μότσαρτ. Α! να μην ξεχάσω και εκείνο το άγγιγμα που κουβαλάω ακόμα σφιχτά στο δεξί μου χέρι…
Βλέπετε οι λέξεις όταν τις αφήσουμε ελεύθερες, πως συναντάνε την αλήθεια;

To 2010 θα κλείσει με λέξεις ελεύθερες, από ένα κορίτσι της γενιάς που έμαθε να αφήνει τις λέξεις μόνες, να ψάχνουν.
Ιφιγένεια Ανδρεδάκη πρώτο βραβείο στον διαδικτυακό διαγωνισμό που οργάνωσε το περιοδικό «Λόγω Τέχνης».
«Αλλά εγώ θυμάμαι τότε που οι άνθρωποι διάβαζαν στα τρένα, τότε που τα κορίτσια ξεχνούσαν πως φορούν ακουστικά και περπατούσαν στα πεζοδρόμια με ρυθμό, τότε που κρατιόμασταν χέρι χέρι στα σινεμά και μερικές φορές τα ζευγάρια την Πρωτοχρονιά χορεύανε τανγκό κι έτσι έχω κρύψει μια πένα κάτω απ’ το στρώμα μου και κάθε φορά που νιώθω γκρι, αρπάζω ένα χαρτί και γράφω, αλλά ξέρω πως τίποτα δεν καταφέρνω, γιατί το χαρτί ποτέ δεν παίρνει φωτιά». Με την επισήμανση της Ελένης Γκίκα «Έθνος της Κυριακής»
«Αλλά όσο υπάρχει μια Ιφιγένεια, υπάρχει ελπίδα, και το χαρτί θα πιάνει φωτιά…
Θα έχουμε καλή χρόνια. Τελεία και Παύλα.


-

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Το ψευδός που μας στήριξε

Γιατί να γιορτάσουμε; Ας είναι καλά το ψεύδος του παραμυθιού, που το κουβαλάμε από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες. Αυτό το ψευδός μας στήριξε και μας στηρίζει ακόμα, αυτό το παραμύθι μας κράτησε σε ισορροπία.
Αν δεν υπήρχαν τα Χριστούγεννα του παραμυθιού, δεν ξέρω τι νόημα θα είχε η γιορτή. Γιορτή σημαίνει ανάμνηση, για όλους εμάς που έχουμε παρελθόν. Για τα παιδιά είναι διαφορετικά, ζουν το ζωντανό παρόν και το μέλλον ευτυχώς δεν το γνωρίζουν.
Όμως θα τα γιορτάσουμε και φέτος τα Χριστούγεννα, θα εξαντλήσουμε όλα τα όρια της ελπίδας, όσο και αν η προσδοκία μας έχει κουράσει. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν προδικάζει την αισιοδοξία. Δεν ξέρω πως τα έχουν καταφέρει και κάθε χρόνο προσθέτουν ένα μεσοδιάστημα άγονο για ελπίδες. Κάπως έτσι περνούν τα χρόνια όμως και επειδή πλέον είμαστε υποψιασμένοι, δεν θα αφήσουμε να μας πάρει από κάτω

«Και των ανθρώπων όμως τα κακά κουράζονται και των ανέμων οι πνοές δεν έχουν πάντοτε την ίδια δύναμη. ‘Όσοι ευτυχούν, δεν μένουν ως το τέλος πάντοτε ευτυχείς. Στον κόσμο όλα αλλάζουνε, γι’ αυτό εκείνος πάει πιο καλά που έχει για στήριγμα του την ελπίδα. Δειλού ανθρώπου γνώρισμα είναι το ν’ απελπίζεται» ( Ευριπίδου Ηρακλ, Μαινόμ. 101)
«Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι» λέει ένα τραγούδι και άμα σταματήσεις χάθηκες. Έτσι είναι αγαπητή μου φίλη που το σχολιάζεις. Το σκοτάδι παραμονεύει. Μεταθέτεις συνέχεια τους προορισμούς για να συνεχίζεται το ταξίδι, για να κινείτε η ζωή, να έχει φόρα η καρδιά και καύσιμα το μυαλό. Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι, για όσους σκαλίζουν ακόμα στον πηλό καράβια και χελιδόνια, για εκείνους που τρέχουν αενάως κυνηγημένοι και κυνηγοί ταυτόχρονα. Του χρόνου, που αμείλικτος μαζεύει τις ζωές μας οι οποίες κρέμονται από τα δέντρα.
Εμείς που συνηθίσαμε να ξεκουραζόμαστε στην σκιά ενός Ονείρου, θα συνεχίσουμε. Και αλήθεια σας λέω δεν πρόκειται να νοιώσουμε χειρότερα…
Καλά Χριστούγεννα εγώ θα τις περάσω στο παιδικό δωμάτιο του μικρού Μάκη.

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Τα καταφέραμε και φέτος

Δεν είναι η κρίση σημερινή. Πάντα σε κρίση βρισκόμαστε, βιώνοντας το παρόν και αδιαφορώντας για το μέλλον. Αυτό κάνουμε και σήμερα, το παρόν βιώνουμε δανειζόμενοι, παραχώνοντας ως εγγύηση την εθνική μας κυριαρχία, κάτω από τη σκληρή επιτήρηση των δανειστών μας, όχι βεβαίως για να εξασφαλίσουν το μέλλον μας, αλλά τα χρήματα που μας δάνεισαν.
Από όσο θυμάμαι μια ζωή αυτός Λαός, θυσίες κάνει, χωρίς ακόμα να κατορθώσει να έχει την εύνοια των θεών.
Δεν είναι η απαισιοδοξία που με οδηγεί σ’ αυτήν την διαπίστωση, είναι η πραγματικότητα που τη βιώνουμε αισιόδοξα. «Έχει θεός», για το αύριο και κάπως έτσι περνάμε τις μέρες, τσιμπολογώντας.
Η ανακύκλωση των προβλημάτων, η μάχη της καθημερινότητας, οι προσωρινές λύσεις, μας έχουν καταδικάσει σε μια διαχείριση του σήμερα, χωρίς επιπλέον δυνάμεις και δυνατότητες.
Ένα οικοδόμημα χωρίς θεμέλια, που μοιάζει περισσότερο με ημιυπαίθριο, που να στηρίξει το μέλλον, πώς να σταθεί αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται.

Έληξε η απεργία των εργαζόμενων του Δήμου. Τα βουνά των σκουπιδιών θα αρχίσουν από σήμερα να χαμηλώνουν. Προσωρινά. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί, όχι για τα επόμενα χρόνια, αλλά για το νέο χρόνο που έρχεται.
Τα καταφέραμε και φέτος τα Χριστούγεννα για του χρόνου « Έχει ο θεός»
Τα γράφω με καμάρι. Αφού ακόμα τριγυρίζουμε γύρω από τον Παρθενώνα, το κάθε αύριο γίνεται σήμερα και είμαστε εδώ, αισιόδοξοι για το θαύμα που δεν θα γίνει μιας και από μόνοι μας είμαστε ένα θαύμα!
Είναι θαύμα ότι υπάρχουμε σαν χώρα σήμερα. Και αύριο θα υπάρχουμε ακόμα και χωρίς την βοήθεια των Θεών...

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Να ξεπεράσουμε το δίλημμα

Μπορεί να υπάρξουν χειρότερα γι’ αυτή τη χώρα; Η επιβολή του μνημονίου και η σοβαρή κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία ωχριούν μπροστά στο διχασμό της ίδιας της κοινωνίας με αφορμή το γεγονός. Η ιστορία μας έχει διδάξει αρκετές φορές από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, που έχουν οδηγήσει οι διχασμοί. Το υπέρ και το κατά του μνημονίου, δημιουργεί για την ώρα στρατόπεδα υποστηρικτών και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί αν κάποια στιγμή δεν οδηγηθούν σε θέση μάχης.
Το δίλημμα κατά ή υπέρ του μνημονίου, ετέθη ξεκάθαρα και στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές. Ο λαός άλλοτε υπέκυψε στο δίλημμα, με πολωτική εκδήλωση ψήφου, και άλλοτε το υπερέβη, είτε δια της αποχής και της λευκής ψήφου, είτε δια της εκλογής ανεξάρτητων ή πολυσυλλεκτικών αρχόντων. Ο διχασμός όμως παραμένει, κυρίως σαν διχογνωμία, σαν διχοστασία, αλλά και σαν βασανιστικό ερώτημα αναχρονισμού: Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι άλλο μπορούσε να γίνει; Ορθά σε παλαιότερο άρθρο του ο Νίκος Ξυδάκης προτείνει να υπερβούμε το γεγονός και να εργαστούμε με θέληση για συμφιλίωση, ώστε η κρίση να δώσει ευκαιρίες για αναγέννηση.

«Οι τέτοιες διχοστασίες» αναφέρει «έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα…» «Έχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας…»
«Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών. Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα…»

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Λύση προσωρινή

Δεν είναι η πρώτη φορά, δεν είναι η μοναδική πόλη. Κάτω από τα χριστουγεννιάτικα φώτα, που επιμένουν να μας θυμίζουν μέρες γιορτινές, τους δρόμους «στολίζουν» τόνοι σκουπιδιών. Οι απλήρωτοι εργαζόμενοι απεργούν και κανένα επιχείρημα, δεν μπορεί να σταθεί απέναντι τους. Σύνηθες φαινόμενο σ’ αυτή την χώρα σ’ αυτόν τόπο. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις, με όλα τα επακόλουθα, επιβεβαιώνουν την ανεπάρκεια ενός κράτους που όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφερε να δώσει μια οριστική λύση σε κανένα πρόβλημα στο χώρο που έχει την ευθύνη.
Η προσωρινή λύση έγινε σημαία της κάθε κυβέρνησης, από την περίοδο της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα και καθήλωσε τη χώρα μόνιμα σε αναπηρικό καροτσάκι.

Παιδεία, σχεδόν κάθε χρόνο καταλήψεις, απεργίες δασκάλων και καθηγητών. Πανεπιστήμια, πόσες χαμένες εξεταστικές; Τα πλοία δεμένα στα λιμάνια και οι άνεμοι το επιτρέπουν. Νοσοκομεία με προσωπικό ασφαλείας, συγκοινωνίες χειρόφρενα ταλαιπωρίας. Αερομεταφορές άλλο δράμα. Αγρότες μπλόκα σε κεντρικές αρτηρίες και η μόνη λύση που θυμούμαστε είναι το ξεφούσκωμα των ελαστικών. Δημόσιο, τράπεζες , ΔΕΚΟ ΟΤΑ ΙΚΑ, καμία τρύπα όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφεραν να κλείσουν.
Αυτή η χώρα είναι σαν τους δρόμους που σκάβει η ΔΕΥΑ, και μετά ο ΟΤΕ και μετά Η ΔΕΗ και όταν τελειώσουν, επειδή είναι αδύνατον να μην ξεχάσουν κάτι το επαναλαμβάνουν, το μόνο που διαφέρει είναι σειρά.
Σήμερα την πόλη στολίζουν σκουπίδια, που λάμπουν κάτω από τα χριστουγεννιάτικα φώτα και η λύση για άλλη μια φορά θα είναι προσωρινή.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Μετράμε απώλειες

«Βαρύς» έγραφα πριν ένα χρόνο «ο Δεκέμβρης». Ασήκωτος φέτος και έχουμε ακόμα δρόμο.
Η βαρυθυμία αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές. Η οικονομική κρίση ήρθε να ενισχύσει την συνεχιζόμενη πολιτική κρίση, να οξύνει την κοινωνική και να επιβεβαιώσει την κρίση θεσμών και αξιών. Το ξέσπασμα των νέων του Δεκέμβρη του 2008 φαίνεται που ακόμα δεν έχει ξεσπάσει… Σπίθα ήταν η εξέγερση εκείνου του Δεκέμβρη, το μέγεθος της φωτιάς που ακολουθεί, κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί.
Χριστούγεννα και πάλι. Τελευταίες μέρες και αυτού του χρόνου, που φεύγει, χωρίς δυστυχώς να μας απελευθερώνει. Οι χρόνοι είναι κάθετες γραμμές που περικλείουν ότι θυμόμαστε και ότι μας αρέσει, ακόμα και αυτά που μας πληγώνουν αλλά που χρειάζεται που και που να μπαίνουν στα έξοδα για να βγαίνει το υπόλοιπο χωρίς χρέη. Κάπως έτσι είναι η λογική σειρά, κάπως έτσι συνέβαινε, σήμερα μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό, η μεταφορά υπολοίπου μας έχει δεσμεύσει, όχι μόνο για τον χρόνο που έρχεται, αλλά για μια ζωή.

«Αυτό που μας λερώνει γύρω μας είναι η ζωή και η πραγματικότητα. Ζητήσαμε εμείς τέτοια ένδεια αισθημάτων; Ονειρευτήκαμε εμείς την εξορία της ηθικής; Έτσι έγινε; Οι αγάπες που χάσαμε είναι όλα τα λεφτά; Ή εκείνες που δεν ήρθαν ποτέ; Κουραστήκαμε να μαθαίνουμε αριθμητική με τις απώλειες».
Χριστούγεννα και πάλι, με την κρίση να ψαλιδίζει ταπεινές επιθυμίες. Σύμμαχος το παρελθόν που ζήσαμε, και όσο αυτοί επιχειρούν να αφαιρέσουνε ζωή, εμείς θα ζήσουμε σε μια φωτιά, σ’ ένα τζάκι, όπου μαζί με τις φλόγες χορεύουν και τα παραμύθια του παλιού καιρού.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

οι κρυφές μας ιστορίες

Αυτές τις μέρες, είναι αλήθεια, δύσκολα μου βγαίνουν οι λέξεις. Ακόμα και τα παραμύθια ημιτελή τα παρατάω.
Τα δάκρυα έπονται, προηγούνται οι συμβιβασμοί οι ταπεινώσεις, οι εκποιήσεις οι αλλοτριώσεις, οι εκρήξεις, η φρίκη, έτσι που και με τον άνθρωπό σου γίνεσαι εχθρός και με τον εαυτό σου ξένος.
«Πάντα υπάρχει μια ιστορία που δεν τη λέμε ποτέ. Σε κανέναν…» σχολιάζει για το επόμενο τραγούδι η αγαπημένη μου φωνή στην μεταμεσονύχτια εκπομπή της. «Στοιχειώνει μέσα μας μέχρι το τέλος που η ψυχή θα πάρει το κέρμα της και θα φύγει γι’ απέναντι. Οι δικοί μας γονείς - δεν ξέρω για τους σημερινούς - μας λέγανε: μην τα δίνεις όλα, κράτα κάτι για τον εαυτό σου. Αλλά νομίζω δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα. Αυτή η αμίλητη ιστορία δεν είναι κατ' ανάγκην κακές πράξεις ή σκέψεις που μας κατοίκησαν.
Ίσως να μην είναι καν του κόσμου τούτου απτές αποδείξεις. Είναι σαν παραμύθια ημιτελή που ο καθένας θα βάλει τον επίλογο της αρεσκείας του ή απόηχοι από ζωές προηγούμενων ανθρώπων που αόρατοι περπατάνε δίπλα μας πότε σαν άγγελοι και πότε σαν δαίμονες, μας ξέρουν τους ξέρουμε αλλά κανείς δεν ομολογεί τίποτα. Κάπου εκεί χωράνε και οι έρωτες που κύλησαν σα δίφραγκο στους δημόσιους αγωγούς υδάτων και χάθηκαν στα έγκατα της καρδιάς μας. Εκεί. Στο αμίλητο νερό. Στις αμείλικτες κρυφές μας ιστορίες…»
Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επίλογους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά.

Πέρα από την καταγγελία

· Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσι Όταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με β...