Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016
Καμιά γενιά δεν βρέθηκε με άδεια χέρια
Είναι
τα γεγονότα που πολλές φορές σε κάνουν
να αντιδράς με γενικεύσεις που αδικούν.
Τα παίρνεις όλα αμπάριζα και πάνε τα
χλωρά. Οι αναφορές για τις ευθύνες της
γενιάς μου απ΄ αυτήν εδώ τη στήλη
πολλές... “Αυτός ο προβληματισμός της
γενιάς μας, για το τι μέλει γενέσθαι,
δεν είναι άμοιρος της δικής της πορείας.
Η ανασφάλεια για την νέα γενιά που
ετοιμάζεται να αναλάβει δράση, είναι η
ανταπόδοση της προσφοράς μας. Γνωρίζουμε
καλά τι δώσαμε και τρέμουμε, την ώρα της
συγκομιδής Πιστέψαμε, περισσότερο από
κάθε γενιά περασμένη και επόμενη στο
χρήμα και το δώσαμε απλόχερα σκέτο,
έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να
γίνουν όλα σε ένα, ανάγκη, αγάπη, ζεστασιά
επικοινωνία. Κάναμε ότι είναι δυνατόν
για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά μας.
Ανασφαλείς με τους εαυτούς μας δεν τους
δώσαμε ούτε μια ευκαιρία. Ορθώσαμε
τοίχους σε οποιανδήποτε θέση ευθύνης
και τώρα ανησυχούμε για το μέλλον.
Οι
βαλίτζες της αναχώρησης θα είναι και
πάλι γεμάτες ανησυχία και ανασφάλεια.
Η προσδοκώμενη ηρεμία που είναι απαραίτητη
για το μεγάλο ταξίδι δεν θα βρίσκεται
στις αποσκευές μας” Τα παραπάνω τα
έγραφα παλαιότερα με θύμο που δεν ήταν
και αδικαιολόγητος, μέχρι που ένα
κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου, ήρθε να
με παρηγορήσει. “δεν υπάρχουν χαμένες
γενιές”, υποστηρίζει.
“…Φαντάζομαι
πως κάτι τέτοιες κορώνες αυτολύπησης
θα έλεγε και η γενιά του Α’ Παγκοσμίου
Πολέμου και του Β’ και των ενδιάμεσων…
Ο πιτσιρικάς που με το φρέσκο χαρτί της
Ιατρικής στο ένα χέρι, και με το χαρτί
της κατάταξης στο Μέτωπο στο άλλο,
σπούδασε όνειρο για να δουλέψει μεροκάματο
σε εφιάλτη. Βέβαια, αυτό δεν παρηγορεί
κανέναν σήμερα και ορθώς δεν τον
παρηγορεί. Αν αισθάνεσαι πως γλιστράς
στην τσουλήθρα της ματαίωσης ζωής, μικρή
σημασία έχει αν για αυτή τη ματαίωση
φταίει η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία
ή τα βίτσια των αγοριών του Δ.Ν.Τ. Καμία
διαφορά, εφόσον δεύτερη ζωή δεν έχει.
Όμως
χαμένες γενιές δεν υπάρχουν. Αλλάζουν
οι ποσοστώσεις, σε όνειρο, όραμα, ζεστό
χρήμα, πλασματικό χρήμα, φρίκη, γενοκτονίες,
ιδεώδη, ανάπτυξη, πνευματικότητα, 14
μισθούς, 4 μισθούς, ευζωία με ενοχές,
τρελό sex χωρίς ενοχές -πλούσιος ο μπουφές
των ανθρώπινων. Τα υλικά είναι πολλά.
Καμία γενιά ποτέ δεν βρέθηκε δίχως
υλικά, με άδεια χέρια. Και με ό,τι του
έτυχε στο δρόμο συνέχισε το ανθρώπινο
είδος. Καταλαβαίνω – δεν είμαι τόσο
ιδεαλιστής - πως η φτώχεια, η ανέχεια, η
πληγωμένη αξιοπρέπεια στην αρένα της
επιβίωσης, δεν είναι και τα καλύτερα
φύλλα που θα μπορούσαν να σου τύχουν.
Έχει κι άλλα στο τραπέζι. Απαξιωμένα,
που λοιδωρήθηκαν από τους hi-στες (εκείνους
που την Δευτέρα το βράδυ απλά «γαμούσαν»
και την Τρίτη το πρωί γέμιζαν την
χαρτοκούτα με τα προσωπικά τους
αντικείμενα) όμως πολύ καλά φύλλα αν
έχεις κουράγιο να παίξεις και δεν
πετάξεις λευκή πετσέτα.
Περιμένεις
να σου τα απαριθμήσω; Να σου αναφέρω
τουλάχιστον δυο τρία; Δεν θα το κάνω.
Δεν είμαι επαγγελματίας παρηγορητής.
Θα τα βρεις μόνος σου. Όταν θα αγαπάς
ανθρώπους και θα γλύφεις και τα δάχτυλά
σου που μεγαλώνετε μαζί, όταν θα βουτάς
στη θάλασσα ηλιοβασίλεμα, γυμνός, ζεστός
και ευλογημένος (με αυτή τη σειρά), όταν
θα κερδίζεις μέρα με τη μέρα μια ζωή που
δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πως θα την
ζούσες πριν γεννηθείς(…) τότε θα ξέρεις
καλά για τι πράγμα σου μιλούσα εκείνη
τη μέρα που σε φλόμωσα στις μαλακίες
γιατί έπρεπε να παραδώσω ένα κείμενο…”
Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016
Δεν αλλάζουμε.
Μόνο
εκείνες τις φωτογραφίες από τις σοκολάτες
καταφέραμε ν’ αλλάξουμε αγαπημένη μου
φίλη του ραδιόφωνου. Για να πω την αλήθεια
εγώ ποτέ δεν κατάφερα να ολοκληρώσω τη
συλλογή… “Αυτό το κεραυνοβόλο μας
στοιχίζει τελικά. Πώς να πάει μπροστά
το καράβι με ναύτες χωρίς βιογραφικά
χωρίς ταυτότητα. Θα βουλιάξει.Δεν
αλλάζουν οι άνθρωποι, κουβαλούν την
ιστορία τους και την ιστορία των προγονών
τους. Σε ανύποπτο χρόνο, τα ξεβράζει η
ιστορία και τότε τρέχουμε να μαζέψουμε
θύελλες. Όχι μόνο βιογραφικά και
γενεαλογικό δέντρο, γιατί ποτέ δεν
ξέρεις πότε θα σκάσει το καθίκι ο
προπάππους ή η μέγαιρα η προ προ
γιαγιά.”Κάθε φορά το λέω και καμιά
φορά δεν το κάνω, έτσι θα πάει αυτή η
ιστορία, με την προσδοκία ότι αλλάζουμε,
μέχρι να έρθει η διαβεβαίωση ότι δεν
αλλάζουμε τελικά.“Αυτό το ταξίδι
με τους άγραφους ναύτες δεν έχει
προορισμό, δεν υπάρχουν λιμάνια μια
πορεία μόνο πότε στη γαλήνη και πότε
στην τρικυμία. Αφού το ρίξαμε στην τύχη
τι περιμένουμε…Kαι ποιος ξέρει
να μοιράσει τον εαυτό του σωστά; Δεν
είμαστε τράπουλα να μας σημαδέψουν οι
αχρείοι. Ένα λευκό χαρτί είμαστε που
ανεμίζει πότε στα χέρια των παιδιών και
πότε στου ανέμου τις ακραίες συμπεριφορές.
Όποιος περνάει γράφει πάνω μας. Τις
λέξεις του, τις επιθυμίες του, τις ήττες
του. Και κάθε βράδυ κλεινόμαστε στο
δωμάτιο και διαβάζουμε στα χέρια μας
τη μοίρα των άλλων, ενώ στα πόδια μας
λαχταράτε παλιά ταξίδια. Θυμάστε όταν
είμαστε πιτσιρίκια, που φτιάχναμε
διάφορες χαζές συλλογές με χαρτάκι τα
οποία βρίσκαμε στις σοκολάτες και μετά
συγκρίναμε τη δική μας συλλογή με του
άλλου παιδιού, κι άμα εκείνο είχε κάποιο
χαρτάκι που θέλαμε, το ρωτούσαμε; –
Αλλάζουμε; Πόσα «αλλάζουμε» δε ρωτήσαμε!
Μπήκε κανένας στη θέση μας;
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016
Δεν περιμένεις από νέους να σε γυρίζουν στο μεσαίωνα
Διαβάζω
κάποιες αναρτήσεις στο διαδίκτυο, που
μου προκαλούν τρόμο. Τρόμο για το αύριο,
γιατί το αύριο είναι οι νέοι και από
τους νέους περιμένεις ένα βήμα μπροστά.
Δεν
περιμένεις, να σε γυρίζουν
πίσω στα χρόνια του μεσαίωνα. Το κείμενο
που ακολουθεί, κάποιος νέος το προκάλεσε,
που πίσω από το νεαρό της ηλικίας του, έκρυβε ένα μεγάλο τίποτα.
Το
νέο δεν πηγάζει πάντα από την ηλικία.
Τα φαινόμενα στην προκειμένη περίπτωση
απατούν. Μπορεί οι νέοι να ξεχωρίζουν
με το φρέσκο δέρμα, με τη ζωτικότητα,
με τις σεξουαλικές επιδώσεις (δεν είναι
σίγουρο), με την απειρία, με την μαλακία
που επιτρέπεται, με την αθωότητα, με την
υπερβολή, με την άγνοια κινδύνου. ΟΧΙ
πάντα με το μυαλό. Η παραγωγή νέων ιδεών
δεν είναι προνόμιο των νέων, είναι και
των νέων. Για να εξηγούμαστε. Αυτό «το
φρέσκο αίμα», στην πολιτική, «οι νέοι
άνθρωποι», «τα νέα μυαλά», είναι συνθήματα
βγαλμένα από μεγάλους, που με προμετωπίδα
νέους, κυρίως γερασμένους στο μυαλό,
επιχειρούν να ρετουσάρουν την εικόνα
τους και να εξυπηρετήσουν τις ανήθικες
προτάσεις τους. Ποτέ ένας νέος, δεν θα
επικαλεστεί σαν επιχείρημα την νεότητα
του, προσπαθώντας να πείσει για τις
ικανότητες του. Αυτό αν συμβαίνει,
σημαίνει ότι πίσω από το νεαρό της
ηλικίας του, κρύβεται ένα μεγάλο τίποτα,
ή το πολύ πολύ ο μπαμπάς του στην καλύτερη
περίπτωση και στη χειρότερη η μαμά
του.
Ξεκινάω απ’ αυτήν την τραγική
διαπίστωση, και θέλω να ξεκαθαρίσω, ότι
με τα παραπάνω επιχειρώ να υπερασπιστώ
την πλειοψηφία της νεολαίας, που δεν
ασχολείται με την πολιτική. Το νέο αίμα,
οι νέοι άνθρωποι, είναι αυτοί που σήμερα,
απογοητευμένοι απ’ όλα αυτά που βιώνουνε,
προσπαθούν να βρουν βηματισμό, σε μια
κοινωνία που τους έχει στο φτύσιμο. Αν
θέλουμε να μιλάμε για πραγματική αλλαγή,
αυτή θα υπάρξει μέσα από κάποια πρωτοπορία
που θα γεννηθεί, από την ανάγκη, την οργή
και τον αγώνα .
Οι νέοι που ασχολούνται σήμερα με την πολιτική και σε πολλές περιπτώσεις επιστρατεύονται για να βγάλουν τα κάστανα απ’ την φωτιά, δεν είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων αλλά διαδοχής. Είναι ότι χειρότερο μπορεί να μας προκύψει, είναι νέοι γέροι, συντηρητικοί με καμένα μυαλά. Δεν μπορεί να γεννηθεί το νέο, από πεθαμένα σπέρματα, γεροντοπιάσματα είναι, κακέκτυπα, ενός συστήματος που ακόμα αντέχει και επιχειρεί μέσα από μεταγγίσεις να κερδίσει χρόνο.
Δυστυχώς αυτό το φαινόμενο διαπερνάει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, από το «παιδομάζωμα» της αριστεράς, κυρίως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης - αλήθεια που πήγαν όλοι αυτοί οι Κνίτες και οι Ρηγάδες, - μέχρι τις πολιτικές οικογένειες των αστικών κομμάτων από παππού σε εγγονό. Για να μην αδικήσω την αριστερά, οι περισσότεροι που ψάχνω ιδιώτευσαν, ενώ αντίθετα, στα κόμματα εξουσίας, ακόμα συνεχίζεται η παράδοση - παραλαβή.
Δυστυχώς αυτοί οι νέοι, που σήμερα φιλοδοξούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι απομεινάρια ενός γερασμένου συστήματος, δεν έχουν αναδειχθεί, έχουν τοποθετηθεί και ως εκ τούτου, αδυνατούν να καθοδηγήσουν την πραγματική νέα γενιά. Είναι η συνέχεια του παλιού και δεν παρέχουν καμία εγγύηση για το μέλλον.
Και από άποψη αισθητικής αν το δει κανείς, η όλη στάση τους παραπέμπει σε άλλες εποχές, η εμφάνιση τους, το ντύσιμο τους, το λεξιλόγιο τους, μου θυμίζουν την γηραιά δασκάλα μου, στο δημοτικό…
Οι νέοι που ασχολούνται σήμερα με την πολιτική και σε πολλές περιπτώσεις επιστρατεύονται για να βγάλουν τα κάστανα απ’ την φωτιά, δεν είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων αλλά διαδοχής. Είναι ότι χειρότερο μπορεί να μας προκύψει, είναι νέοι γέροι, συντηρητικοί με καμένα μυαλά. Δεν μπορεί να γεννηθεί το νέο, από πεθαμένα σπέρματα, γεροντοπιάσματα είναι, κακέκτυπα, ενός συστήματος που ακόμα αντέχει και επιχειρεί μέσα από μεταγγίσεις να κερδίσει χρόνο.
Δυστυχώς αυτό το φαινόμενο διαπερνάει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, από το «παιδομάζωμα» της αριστεράς, κυρίως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης - αλήθεια που πήγαν όλοι αυτοί οι Κνίτες και οι Ρηγάδες, - μέχρι τις πολιτικές οικογένειες των αστικών κομμάτων από παππού σε εγγονό. Για να μην αδικήσω την αριστερά, οι περισσότεροι που ψάχνω ιδιώτευσαν, ενώ αντίθετα, στα κόμματα εξουσίας, ακόμα συνεχίζεται η παράδοση - παραλαβή.
Δυστυχώς αυτοί οι νέοι, που σήμερα φιλοδοξούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι απομεινάρια ενός γερασμένου συστήματος, δεν έχουν αναδειχθεί, έχουν τοποθετηθεί και ως εκ τούτου, αδυνατούν να καθοδηγήσουν την πραγματική νέα γενιά. Είναι η συνέχεια του παλιού και δεν παρέχουν καμία εγγύηση για το μέλλον.
Και από άποψη αισθητικής αν το δει κανείς, η όλη στάση τους παραπέμπει σε άλλες εποχές, η εμφάνιση τους, το ντύσιμο τους, το λεξιλόγιο τους, μου θυμίζουν την γηραιά δασκάλα μου, στο δημοτικό…
Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016
Να πολεμήσω... από εδώ μπορώ
Είναι ανώφελο να συνεχίσουμε. Τα επιχειρήματα είναι χρήσιμα, όταν έχουμε να κάνουμε με κανονικούς ανθρώπους. Με ανθρώπους που γνωρίζουν ότι πίσω από τους αριθμούς κρύβονται άνθρωποι. Άνθρωποι που πεινάνε που κρυώνουν, που φοβούνται, που λυπούνται, που νοιώθουν. Όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, που φουσκώνει η φλέβα τους από θυμό, γιατί από εκεί περνάει ζεστό αίμα. Που χαμηλώνουν το βλέμμα μπροστά στο δράμα, που δεν είναι από μάρμαρο!
Είναι
ανώφελο, να επισημαίνουμε τα αυτονόητα,
με λέξεις άγνωστες, στους απέναντι.
Είναι σαν να παραμιλάμε για να μην
τρελαθούμε, σαν να τσιμπιόμαστε για να
επιβεβαιώσουμε ότι δεν πρόκειται για
εφιάλτη, που αναστάτωσε τον ύπνο μας,
αλλά για έναν κατακλυσμό, που απειλεί
να μας αφανίσει. Τι κάνουμε; Τι άλλο από
να κρατηθούμε όρθιοι και να προσηλωθούμε
ο καθένας στον στόχο του. Γι’ αυτό που
μπορεί να δώσει για τον εαυτό του και
για όλους. Δεν φώναξα συνθήματα στην
πορεία, όχι δε σνομπάρω, αλλά δεν μου
βγαίνει, μπορώ όμως από εδώ να πολεμήσω
και ο άλλος από εκεί, και κείνος από
δίπλα, μπορώ από εδώ να νικήσω, αλλά και
αν χάσω, από εδώ μπορώ να αντέξω και την
ήττα.
Πολλά μέτωπα ανοιχτά μεγάλες
οι ανάγκες, δεν μπορούμε. Θα λειώσουμε.
Θα τελειώσουμε. Γι’ αυτό από τη θέση
του ο καθένας, που μπορεί να σημαδεύει
και να βρίσκει το στόχο. Αυτό το λίγο
είναι πολύ. Είναι η πρώτη γραμμή της
μάχης του καθένα και όλων μαζί.
Δεν
χρειάζεται να κολλήσουμε και άλλα ένσημα
από την παρουσία μας εδώ και εκεί και
πουθενά στο τέλος. Να σκοπεύσουμε
απευθείας στην καρδιά, εκεί που η δική
μας η καρδιά μπορεί και ξέρει.
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016
Αν δεν βάλουμε τον ευατό μας στην περιπέτεια ....
«Και
αυτή η κοινωνία δεν αντιδράει…». Φράση
κλισέ κολλημένη στα χείλη, της πλειοψηφίας
των μελών αυτού του λαού. Η κοινωνία
είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από
εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα
βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από
το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο
χωρίς μονάδες, μια κοινωνία χωρίς
ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει.
Λες
και δεν μας αφορά. Λες και θα χάσουν οι
άλλοι. Δεν ξέρω τι περιμένουμε, γιατί
κρυβόμαστε από την πραγματικότητα, σε
ποιον εναποθέτουμε την ευθύνη. Δεν
γίνονται αυτά. Η κρυμμένη αξία των
πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το
Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό
μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και
πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα
μετράμε ήττες.
Σε δεύτερη σκέψη, οι περισσότεροι δείχνουν διάθεση για συμμετοχή, και τότε έρχεται η άλλη φράση για να αποκαταστήσει τα πράγματα. «εγώ μόνος μου τι να κάνω …» Και τι να κάνει πράγματι ο καθένας, μόνος του, όταν τη στιγμή που νοιώθει την ανάγκη να αντιδράσει, έχει ξεχάσει ότι είναι μέλος αυτής της κοινωνίας; Τι κάνουν όλοι μαζί μόνοι τους; Τίποτα δε κάνουν και τίποτα δεν μπορούν να κάνουν, άλλα και τίποτα διαφορετικό δεν μπορούν να σκεφτούν, αν δεν βρεθεί μια παρέα να τους τραβήξει απ’ το χέρι.
Σε δεύτερη σκέψη, οι περισσότεροι δείχνουν διάθεση για συμμετοχή, και τότε έρχεται η άλλη φράση για να αποκαταστήσει τα πράγματα. «εγώ μόνος μου τι να κάνω …» Και τι να κάνει πράγματι ο καθένας, μόνος του, όταν τη στιγμή που νοιώθει την ανάγκη να αντιδράσει, έχει ξεχάσει ότι είναι μέλος αυτής της κοινωνίας; Τι κάνουν όλοι μαζί μόνοι τους; Τίποτα δε κάνουν και τίποτα δεν μπορούν να κάνουν, άλλα και τίποτα διαφορετικό δεν μπορούν να σκεφτούν, αν δεν βρεθεί μια παρέα να τους τραβήξει απ’ το χέρι.
Φυσικά
και δεν φταίει η κοινωνία, που δεν
αντιδρά, αλλά και ούτε ο και καθένας
χωριστά που ’χει, μείνει με την απορία.
Οι
πρωτοπορίες είναι εκείνες που την
πρόδωσαν. Αυτό το άθλιο πολιτικό
προσωπικό που εμπορεύτηκε ελπίδες
καλλιέργησε τη συναλλαγή, έσπειρε τη
διαφθορά, πώς να εμπνεύσει πίστη και
κουράγιο στον δοκιμαζόμενο λαό.
Η ιστορία όμως του καθενός, που πολλές φορές σ’ αυτή τη διαδρομή την έχει κλείσει σε χαρτόκουτα, για άλλη μια φορά θα εγγυηθεί τη συνέχεια της πορείας.
Η ιστορία όμως του καθενός, που πολλές φορές σ’ αυτή τη διαδρομή την έχει κλείσει σε χαρτόκουτα, για άλλη μια φορά θα εγγυηθεί τη συνέχεια της πορείας.
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016
"Κακό χώριο τα λίγα σπίτια" και με το FB πιο κακό
Μια
γρήγορη ματιά στον
απίθανο κόσμο των κοινωνικών δικτύων ενισχύει αυτό που έγραφα παλαιότερα
“ Κακό χωριό τα λίγα σπίτια”. Ο Κωστής
Παπαγιώργης σε παλαιότερο κείμενο,
αναφερόμενος στον τόπο μας, υποστηρίζει: “αν εξαιρέσει κανείς, τους πολιτικούς
και κάποιους επιχειρηματίες, κανείς
άλλος δεν κάνει μεγάλη «καριέρα» στην
Ελλάδα.
Το
πιο πολύτιμο πράγμα στον άνθρωπο – η
μεγάλη πνοή, η μεγάλη δημιουργικότητα,
η μέγιστη ανάταση – φαίνεται πως το
αποθαρρύνει ο τόπος. Υποβιβασμένη φύσει
και θέσει, η νεοελληνική κοινωνία,
μοιάζει βοηθητικό διάζωμα ξένων
κοινωνιών, πεδίο δοκιμών, αγορά αντί
παραγωγή, πελατεία παρά κατάστημα,
μετάφραση και όχι πρωτότυπο, οπότε είναι
ευνόητο σε κάθε άτομο, ακόμα και το
νοήμον, αυτός ο υποβιβασμός να χρωματίζει
με σκούρα χρώματα το σύνολο το φρόνημά
του”.


Προσπαθώ να κρατάω μια συνέχεια
στις εκρήξεις των περιλήψεων της σιωπής.
Μάταια. Ότι και να γράψω αυτός εδώ ο
τόπος πάντα μου υπενθυμίζει το στοιχείο
της υπερβολής. Είναι η μιζέρια της
επαρχίας, που σου χαμηλώνει τον πήχη
και σου κλείνει τον ορίζοντα. Είναι η
θάλασσα που σε περικυκλώνει, σου κόβει
τη στεριά στα δύο, σου παίρνει μέρος του
αέρα και η αναπνοή μένει ημιτελής.
«Κακό χωριό τα λίγα σπίτια», μπερδεύονται, ανακυκλώνονται, παραγνωρίζονται, οι άνθρωποι και στο τέλος πεθαίνουν αμίλητοι. Γι’ αυτό σας λέω μια περίληψη και πολύ, κάτι σαν υπενθύμιση, επιβεβαίωση της παρατεταμένης σιωπής, απόδειξη, ότι είναι ηθελημένη.
Δεν έχει νόημα η συνέχεια, υπερτίμηση χωρίς αντίκρισμα. Και η οργή, που πολλές φορές με παρασέρνει εξανεμίζεται την επόμενη, όταν το μέγεθος φαντάζει δυσανάλογο.
Ευτυχώς έφυγα νωρίς από το επάγγελμα, επάγγελμα ο λόγος το λέει, εδώ στην μικρή μας πόλη, δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια. Από την πρώτη συνέντευξη, κατάλαβα ότι έπρεπε να αποποιηθώ της ιδιότητας.
Δεν είναι μόνο η μιζέρια της επαρχίας, τα στενά όρια του νησιού, είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που μπορεί να γίνονται κάθε τόσο άλλοι, παραμένουν όμως εκεί, γαντζωμένοι στο προσκήνιο για να μας βασανίζουν και να βασανίζονται.
«Ζώντας δια μέσου των σιωπών νοσταλγούμε τους ήχους μιας άλλης ζωής. Εκεί που η συνείδηση δεν είναι ύβρις και η ύβρις δεν εκτελεί χρέη εξουσίας»
«Κακό χωριό τα λίγα σπίτια», μπερδεύονται, ανακυκλώνονται, παραγνωρίζονται, οι άνθρωποι και στο τέλος πεθαίνουν αμίλητοι. Γι’ αυτό σας λέω μια περίληψη και πολύ, κάτι σαν υπενθύμιση, επιβεβαίωση της παρατεταμένης σιωπής, απόδειξη, ότι είναι ηθελημένη.
Δεν έχει νόημα η συνέχεια, υπερτίμηση χωρίς αντίκρισμα. Και η οργή, που πολλές φορές με παρασέρνει εξανεμίζεται την επόμενη, όταν το μέγεθος φαντάζει δυσανάλογο.
Ευτυχώς έφυγα νωρίς από το επάγγελμα, επάγγελμα ο λόγος το λέει, εδώ στην μικρή μας πόλη, δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια. Από την πρώτη συνέντευξη, κατάλαβα ότι έπρεπε να αποποιηθώ της ιδιότητας.
Δεν είναι μόνο η μιζέρια της επαρχίας, τα στενά όρια του νησιού, είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που μπορεί να γίνονται κάθε τόσο άλλοι, παραμένουν όμως εκεί, γαντζωμένοι στο προσκήνιο για να μας βασανίζουν και να βασανίζονται.
«Ζώντας δια μέσου των σιωπών νοσταλγούμε τους ήχους μιας άλλης ζωής. Εκεί που η συνείδηση δεν είναι ύβρις και η ύβρις δεν εκτελεί χρέη εξουσίας»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Τα «θα»
Κάθε Σεπτέμβρη, η Θεσσαλονίκη φωτίζεται. Οι εξέδρες στήνονται, τα μικρόφωνα ανοίγουν, οι αριθμοί μπαίνουν στη σειρά και το μέλλον παρουσιάζε...
-
Το έγραψα πέρυσι «κατόπιν εορτής», το θυμίζω σήμερα λίγες μέρες πριν το Πάσχα, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα αλλάξει κάτι. Τ...
-
Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ό,τι πέρ...
-
Δεν αναρωτιέμαι πια αν τα αισθήματα ενηλικιώνονται. Το ξέρω, δεν ενηλικιώνονται. Σκουραίνουν. Μαθαίνουν να αντέχουν χωρίς φωνή, χωρίς εξάρσε...



