Για τις Πρωτομαγιές, που δεν είναι μέρες, είναι μνήμες

Ένα βαθύ σκοτωμένο κόκκινο κυριαρχούσε στον ορίζοντα εκείνο το βράδυ. Τα σταθερά της πίστης μου, είχαν εξανεμισθεί. Τα δόγματα, που διευκόλυναν τη ζωή μου, διάτρητα πλέον από τις σφαίρες των αμφιβολιών. Νοιώθω να γρονθοκοπιέμαι από πλήθος μπερδεμένων συναισθημάτων.
Οι αδιάβλητες μαρξιστικές μου ιδέες, με καθήλωναν σε μια πιστή ζωή, με νανούριζαν εν ειρήνη, με σκέπαζαν με το πέπλο του ύπνου του δικαίου, η απειλή της παράβασης, της κομματικής ορθοδοξίας, θα ήταν ηπιότερη της σημερινής ψυχικής μου ορφάνιας και ίσως απαραίτητη για να αποφύγω τα πλοκάμια κάθε αμφιβολίας γύρω από τα δογματικά «πιστεύω».
Ήταν ξεκούραστη εκείνη η εποχή, η σημερινή συμπεριφορά της σκέψης μου άσπλαχνη. Για την άνοιξη σήμερα, που από τη Δευτέρα μπαίνει στο τελευταίο και πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι της. Ο Μάης ο κόκκινος, όχιαπό τις παπαρούνες, άλλωστε στη δική μου εικόνα το Μάη, τον είχα συνδέσει, την ημέρα, με κείνα τα κίτρινα λουλούδια, τους «Μάηδες» και τη νύχτα με τις πυγολαμπίδες, κωλοφωτιές, τις λέγαμε. Ο Μάης ο κίτρινος, των λουλουδιών και των πυγολαμπίδων.
Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η πρωτομαγιά έγινε απεργία και όταν τα όνειρα γκρεμίστηκαν, ξανάγινε μαγιόξυλο.
Από τότε, υποφώσκει ένας ακήρυχτος πόλεμος μέσα μου. Αν είναι αργία δεν μπορεί να είναι απεργία και το αντίθετο. Πότε αργία, πότε απεργία. Πόλεμος και ειρήνη.
Τελικά μόνο οι λέξεις προδίδουν ό,τι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και ένας νεκρός. Οι ποιητές αποτύπωσαν το πραγματικό χρώμα με λέξεις βγαλμένες μέσα απ’ το αίμα της ψυχής.
Για τις πρωτομαγιές που δεν πείθουν για τις λουλουδιαστές  προθέσεις τους, που δεν είναι μέρες, είναι μνήμες, από το "αγέρι" στα γραπτά μας. 
«Οι Πρωτομαγιές αυτής της πατρίδας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους. Οι εκρήξεις των χρωμάτων τους ξέβαφαν γρήγορα μπροστά στο σκουροκόκκινο των πληγών, τα τραγούδια τους έφερναν άλλοτε σε οργισμένα θούρια κι άλλοτε σε μοιρολόγια και το ροδόσταμό τους έπαιρνε μια γεύση στάχτης. Κάτω από τον ακκισμό των περίτεχνα πλεγμένων στεφανιών όλο και ξασπρίζουν τα ξόδια αθροιζόμενων συνοικιακών επιταφίων και η ζέστη δε στεγνώνει την υγρασία των τελευταίων ασπασμών. Των τελεσίδικων. Αν είναι αυτή κληρονομιά του Άδωνη καθώς αποσύρει την ομορφιά του από των θνητών το φθόνο ή πάλι λύτρα για την απελευθέρωση της Περσεφόνης - ναύλος για να διασχίσει κόντρα τον Αχέροντα και να συνδράμει στις σοδειές τη μάνα της - κανείς δε μπορεί να πει με βεβαιότητα. Σίγουρο μονάχα είναι πως στα γλέντια των σάτυρων και των σειληνών κερνούν βρασμένο στάρι και μέσα από τα δόντια τους τάζουν ανταπόδοση.
Η ιστορία το΄ χει να τρέφονται με σάρκες σφριγηλές οι παπαρούνες και οι ασφόδελοι σ΄ αυτό το ανοιξιάτικο κομμάτι γης που εύκολα ξεγελάει τον αμύητο με το ήπιο του τοπίου του. Μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και νεκρός. Μην ξεχαστεί η μάνα που μοιρολογάει τον ακριβό της απλωμένον σε μια πεσμένη πόρτα, οι γειτονιές που κάηκαν σ΄ ένα πρωινό απ΄ την κουκούλα και το τεντωμένο δάχτυλο, ο μεγαλέξανδρος των δικών μας χρόνων που δεν καταδεχόταν την υπεροψία του ονόματός του - χίλιοι αλέξανδροι δε φτουρούν έναν Αλέκο - που αφού ξεθέωσε στο κυνηγητό τον ψυχοπομπό του, απροσδόκητα τον ακολούθησε μέσα σ΄ έναν ορυμαγδό από λαμαρίνες, γυαλιά και λάστιχα, σ΄ ότι στα σβέλτα αρχειοθετήθηκε ως μοιραίο. Μοιραίο είναι σ΄ αυτή την πατρίδα να μη θριαμβεύουν οι Πρωτομαγιές. Και πώς αλήθεια; Όλου του κόσμου τα μπουκέτα φτάνουν να κρύψουν τ΄ αγκάθια της μνήμης κι όλα των νερών τα κελαρύσματα μπορούν να σβήνουν την αλμύρα των δακρύων;»
Όταν το βασίλειο των ηλιθίων σε υποβαθμίζει, στην ουσία σε παρασημοφορεί. Τι περιμένεις, να σου πλέξουν στεφάνια από λουλούδια;
«Παράξενη πρωτομαγιά, με αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια».
μόνο που δεν γνωρίζουν ότι αυτά γίνονται φωτοστέφανα…


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;