Κάποτε οι άνθρωποι αγαπιούνταν πιο αθόρυβα.
Σαν τα σπίτια στα χωριά τον χειμώνα. Μ’ ένα φως στην κουζίνα και μια γυναίκα να γέρνει λίγο το κεφάλι όταν ακούει βήματα στην αυλή.Έτσι έρχονται ακόμη οι μεγάλοι έρωτες.
Χωρίς θριαμβευτικές εισόδους.
Με μια μυρωδιά βρεγμένου παλτού, καπνού και νύχτας.
Ο Μιχάλης Γκανάς έγραφε πάντα σαν άνθρωπος που ξέρει πως το σώμα θυμάται περισσότερα απ’ την ψυχή. Ένα χέρι που άγγιξε κάποτε το δικό σου συνεχίζει να υπάρχει μέσα σου, ακόμη κι όταν χάθηκαν οι δρόμοι, τα σπίτια, οι φωνές.
Υπάρχουν γυναίκες που μένουν πάνω μας σαν παλιά τραγούδια.
Τις κουβαλάς χρόνια χωρίς να το καταλαβαίνεις. Σε μια λέξη. Σ’ ένα ποτήρι κρασί. Σ’ ένα σεντόνι που μυρίζει καλοκαίρι και απουσία.
Κι είναι κάτι νύχτες που οι άνθρωποι δεν ζητούν ευτυχία.
Ζητούν μόνο έναν ώμο να ακουμπήσει λίγο η μοναξιά τους.
Ο έρωτας δεν είναι πάντα φλόγα.
Καμιά φορά είναι στάχτη που κρατά ακόμη θερμοκρασία.
Είναι να ξυπνάς μέσα στη νύχτα και να ψάχνεις ασυναίσθητα το σώμα του άλλου δίπλα σου, όπως ψάχνει κανείς νερό στο σκοτάδι. Είναι να μη μιλάτε και να ακούγεται μόνο η ανάσα. Εκείνη η βαθιά ανθρώπινη ανάσα που λέει «είμαι εδώ» χωρίς λέξεις.
Κάποτε πίστευα πως οι μεγάλοι έρωτες τελειώνουν με φωνές.
Όχι. Οι αληθινοί έρωτες φεύγουν αργά, σαν βάρκες που ξεμακραίνουν από το Παλιό Λιμάνι της Κέρκυρας μέσα στην ομίχλη. Τους βλέπεις για ώρα ακόμη, κι ας έχουν χαθεί.
Και στο τέλος μένει εκείνο που ήξερε καλά ο Γκανάς.
Πως οι άνθρωποι δεν χάνονται όταν φεύγουν.
Χάνονται όταν παύει το σώμα να θυμάται το όνομά τους

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου