Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια
Γεννημένος τον Μάη, έβρισκα μπροστά μου την πόρτα του καλοκαιριού ανοιχτή. Με μια ανάσα κατηφόριζα στη θάλασσα. «Τον έκτο μήνα τον καλό»
Και δεν ήταν μόνο οι μέρες που μεγάλωναν. Ήταν η ζωή που άνοιγε. Οι δρόμοι που μάκραιναν. Οι επιθυμίες που έβγαιναν από τη χειμερία νάρκη τους. Σαν να ξεκλείδωνε κάτι μέσα στους ανθρώπους και να τους θύμιζε ότι γεννήθηκαν για περισσότερα από όσα χωρά η καθημερινότητα.
Ο Ιούνιος δεν είναι ένας μήνας. Είναι τόπος. Είναι φως.
Από παιδί τον συνέδεα με τα άγουρα φρούτα. Με εκείνα που δεν είχαν αποφασίσει αν θα γίνουν γλυκά ή θα κρατήσουν την πικρή τους αλήθεια. Όπως και οι άνθρωποι στις αρχές του καλοκαιριού. Αθώοι ακόμη, απροστάτευτοι, έτοιμοι να πιστέψουν ξανά.
Με τρελαίνει αυτό το πρώτο χρώμα του δέρματός σου. Όχι το ώριμο μαύρισμα του Αυγούστου. Εκείνο το αδέξιο, σχεδόν ντροπαλό κοκκινόμαυρο των πρώτων ημερών. Οι γάμπες που δεν έχουν ακόμη παραδοθεί στον ήλιο. Οι ώμοι που αρχίζουν να ξανθαίνουν. Τα πρώτα σημάδια από τα τιραντάκια, χαραγμένα πάνω στο κορμί σαν πρόχειρες υπογραφές του φωτός.
Το κοκκινόμαυρο χρώμα του κορμιού σου είναι ο Ιούνιος. Είναι η καλύτερη γωνία του ήλιου. Η πρώτη τόλμη του καλοκαιριού. Η στιγμή που το σώμα θυμάται όσα ο χειμώνας προσπάθησε να ξεχαστούν.
Εκεί βρίσκεται ο Ιούνιος. Στο βλέμμα που κρατά ένα δευτερόλεπτο περισσότερο. Στο φόρεμα που το σηκώνει το απογευματινό αεράκι του Ιονίου. Στην αίσθηση ότι η επιδερμίδα θυμάται πράγματα που το μυαλό έχει ξεχάσει.
Γιατί πριν γίνει θάλασσα, πριν γίνει ταξίδι, πριν γίνει έρωτας, το καλοκαίρι γίνεται αφή. Και ύστερα είναι το φως. Οι μεγάλες μέρες. Τα απογεύματα που αρνούνται να τελειώσουν. Η θάλασσα που από θέα γίνεται προορισμός.
Γι’ αυτό επιστρέφω στον ίδιο στίχο του Σεφέρη: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Κι έτσι φτάνει ο Ιούνιος. Όχι ως μήνας. Ως υπενθύμιση. Ότι η ζωή βρίσκεται σε εκείνη τη λεπτή φωτεινή γραμμή ανάμεσα στο «ακόμη όχι» και στο «τώρα».
Εκεί όπου ένα κορίτσι σκύβει σ’ ένα πηγάδι δροσερό. Εκεί όπου ένα αγόρι παραμένει ακόμη αφίλητο. Εκεί όπου η καρδιά θυμάται πως κατά βάθος δεν είναι ζήτημα χρόνου.
Είναι ζήτημα φωτός.
Και δεν ήταν μόνο οι μέρες που μεγάλωναν. Ήταν η ζωή που άνοιγε. Οι δρόμοι που μάκραιναν. Οι επιθυμίες που έβγαιναν από τη χειμερία νάρκη τους. Σαν να ξεκλείδωνε κάτι μέσα στους ανθρώπους και να τους θύμιζε ότι γεννήθηκαν για περισσότερα από όσα χωρά η καθημερινότητα.
Ο Ιούνιος δεν είναι ένας μήνας. Είναι τόπος. Είναι φως.
Από παιδί τον συνέδεα με τα άγουρα φρούτα. Με εκείνα που δεν είχαν αποφασίσει αν θα γίνουν γλυκά ή θα κρατήσουν την πικρή τους αλήθεια. Όπως και οι άνθρωποι στις αρχές του καλοκαιριού. Αθώοι ακόμη, απροστάτευτοι, έτοιμοι να πιστέψουν ξανά.
Με τρελαίνει αυτό το πρώτο χρώμα του δέρματός σου. Όχι το ώριμο μαύρισμα του Αυγούστου. Εκείνο το αδέξιο, σχεδόν ντροπαλό κοκκινόμαυρο των πρώτων ημερών. Οι γάμπες που δεν έχουν ακόμη παραδοθεί στον ήλιο. Οι ώμοι που αρχίζουν να ξανθαίνουν. Τα πρώτα σημάδια από τα τιραντάκια, χαραγμένα πάνω στο κορμί σαν πρόχειρες υπογραφές του φωτός.
Το κοκκινόμαυρο χρώμα του κορμιού σου είναι ο Ιούνιος. Είναι η καλύτερη γωνία του ήλιου. Η πρώτη τόλμη του καλοκαιριού. Η στιγμή που το σώμα θυμάται όσα ο χειμώνας προσπάθησε να ξεχαστούν.
Εκεί βρίσκεται ο Ιούνιος. Στο βλέμμα που κρατά ένα δευτερόλεπτο περισσότερο. Στο φόρεμα που το σηκώνει το απογευματινό αεράκι του Ιονίου. Στην αίσθηση ότι η επιδερμίδα θυμάται πράγματα που το μυαλό έχει ξεχάσει.
Γιατί πριν γίνει θάλασσα, πριν γίνει ταξίδι, πριν γίνει έρωτας, το καλοκαίρι γίνεται αφή. Και ύστερα είναι το φως. Οι μεγάλες μέρες. Τα απογεύματα που αρνούνται να τελειώσουν. Η θάλασσα που από θέα γίνεται προορισμός.
Γι’ αυτό επιστρέφω στον ίδιο στίχο του Σεφέρη: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Κι έτσι φτάνει ο Ιούνιος. Όχι ως μήνας. Ως υπενθύμιση. Ότι η ζωή βρίσκεται σε εκείνη τη λεπτή φωτεινή γραμμή ανάμεσα στο «ακόμη όχι» και στο «τώρα».
Εκεί όπου ένα κορίτσι σκύβει σ’ ένα πηγάδι δροσερό. Εκεί όπου ένα αγόρι παραμένει ακόμη αφίλητο. Εκεί όπου η καρδιά θυμάται πως κατά βάθος δεν είναι ζήτημα χρόνου.
Είναι ζήτημα φωτός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου