Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Όχι άλλα σκουπίδια


Όχι άλλα σκουπίδια. Σκουπίδια στους δρόμους, σκουπίδια στην τηλεόραση, σκουπίδια στο διαδίκτυο, σκουπίδια στο κεφάλι μας. Δεν θα προσθέσω ούτε λέξη σ΄ αυτήν την σκουπιδολογία, άλλωστε έχω γράψει σχετικά, σε χρόνο που υπήρχαν περιθώρια, σήμερα χρειάζεται αλληλεγγύη, συνεργασία και πάνω απ΄ όλα ανακύκλωση, για να νικήσουμε το τέρας.


Στην πραγματικότητα, έχει εξαπλωθεί μια οργανωμένη επιχείρηση, ώστε η ζωή να είναι χωρίς τους άλλους, ή καλλίτερα με τους άλλους απέναντι, με τους άλλους εχθρούς, με τους άλλους που πρέπει να εξοντώσουμε για να επιβιώσουμε.
Να γράψω κάτι επιπλέον, αυτές τις μέρες των εκπτώσεων, δε μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός. Για την ώρα «ας την κουβέντα».
.....................................................................................................................................
Το παράπονο, δεν είναι για εκείνο ή το άλλο. Είναι μια στιγμή συσσώρευσης, για όλα. Απροσδιόριστες και με μπόλικη δόση ασάφειας οι αιτίες, το αποτέλεσμα όμως του χρόνου της σιωπής, δίκαιο!
Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις; Δυστυχώς έτσι ξεκινάει η ανάγνωση. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά για μια κοινωνία που την έχουν προδώσει. Οι αναγνώστες προσπαθούν να ανακαλύψουν το σκοπό, που σε καμία περίπτωση δεν πάει μαζί με το προφανές νόημα των δράσεων. «Ποιον αβαντάρει;», «ποιον προσπαθεί να ρίξει;», «τι συμφέροντα εξυπηρετεί;», «από ποιον τα έχει πάρει;». Η σκοπιμότητα στο μεγαλείο της. Δυστυχώς αυτός είναι ο κανόνας και αν η στήλη αποτελεί εξαίρεση, χρειάζεται πολλές φορές να το επιβεβαιώνει και να το υπενθυμίζει.Τίποτα δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Ούτε νουθεσίες, ούτε υποδείξεις. Δεν είναι στις προθέσεις μου. Καμία σκοπιμότητα. Μια καθημερινή ανάγκη, έκφραση προσωπικών ανησυχιών και συμβολή, μικρότερη ίσως από ένα μικρό λιθαράκι, στη συλλογική προσπάθεια και στην ιστορία.
«Δεν γράφω για μια εκλεκτή μειοψηφία, που δε σημαίνει τίποτα για μένα, αλλ’ ούτε και για κείνη τη χιλιοβασανισμένη πλατωνική κατηγορία που είναι γνωστή ως «οι μάζες». Δυσπιστώ και στις δύο αυτές αφαιρέσεις, τις τόσο προσφιλείς στους δημαγωγούς. Γράφω για τον εαυτό μου και για τους φίλους μου. Γράφω ακόμα, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου» Χόρχε Λουί Μπόρχες από «το βιβλίο της άμμου».
Γιατί ίσως μονάχα έτσι ν’ αντιπαλεύετε το χάος, ο χρόνος που καίτοι αθώος, μας θανατώνει απ’ τις δικές μας υποψίες. Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε, ούτε ερήμην μας κυλά τελικά η ζωή. Υπάρχει κι έχει το χρώμα, το ήθος, την ιδεολογία που εμείς της δίνουμε. Έχει ακόμα κι εκείνη τη γενναία πίστη που διαθέτει τη σπάνια δύναμη να νικά τις ενοχές και το μάταιο. Η γραφή είναι τελικά το μοναδικό ενσταντανέ του χρόνου.
Αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη. Μέχρι που όλα να παραδοθούν στην συμπαντική λήθη. Είναι η προσπάθεια που μέτρησε όμως. Κι αυτές οι λιγοστές εξηγήσεις που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν. Που γράφτηκαν όμως σε ένα λευκό χαρτί για να νικήσουν τον τρόμο. Έτσι παραμένουμε αξιοπρεπείς. Στο μέτρο του δυνατού γενναίοι. Με την αλήθεια μας κι εκείνη την ύστατη προσπάθεια να νικηθούν οι ενοχές.
Τη σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με τα καθέκαστα στη μικρή μας πόλη και τις δικές μου θέσεις; Απόλυτη. Είναι η απάντηση που φανερώνει το κίνητρο, που δεν είναι τίποτε άλλο, από μια καθημερινή ανάγκη, έκφραση προσωπικών ανησυχιών.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Η πόλη έγινε ντροπή μας...


Είναι κάποιοι αναγκαίοι, συμβιβασμοί που εκμεταλλεύονται το θολό τοπίο που κυριαρχεί μέσα μας, και γίνονται επιλογή μας. Με τα ίδια στενά παπούτσια, θα συνεχίσουμε τη διαδρομή, μέχρι να ξεκαθαρίσει, ότι η τελική ετυμηγορία, δεν θα μετατραπεί σε βραχνά. “Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;” Ρωτάμε και απάντηση δεν έχουμε. Στην ίδια οικεία διαδρομή, με τα στενά παπούτσια να μας πρήζουν τα πόδια. Μέχρι η κατάφαση να μας χαρίσει ελευθερία, θα πορευόμαστε εξαντλώντας κάθε όριο της υπομονής μας και της ανοχής, πρωτίστως στον εαυτό μας.

Τι έφταιξε; Δικό μας είναι το φταίξιμο. Αυτό ίσως αποτελέσει μια καλή αρχή στην προσπάθεια, να απαλλαγούμε επιτέλους από τη ψυχική μιζέρια, που αθωώνει το κάθε «εγώ» και το αναγορεύει σε εισαγγελέα διαρκούς στρατοδικείου. Γιατί, τι άλλο από δίκες παρωδίες παρακολουθούμε όλα αυτά τα χρόνια; Τι άλλο από διαρκή στρατοδικεία, στα κόμματα, στην αυτοδιοίκηση, στις παρέες, με συνοπτικές διαδικασίες, καταδίκες, των μεν για τους δε και ανάποδα.
Να πάρουμε τις ευθύνες μας, ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί. Μήπως και αναστήσουμε, αυτόν τον τόπο που μας γέννησε και μας ανέχεται ακόμα.
Όσο και να προσπαθούμε να απομακρυνθούμε νοερά από τον μικρόκοσμο μας, η δίνη της καθημερινότητας, μας ρίχνει στην βαθιά λακκούβα της βάσης μας. Όσο και να κλείνουμε τα μάτια, για να ταξιδέψουμε στο παραμύθι, ο τόπος μας επαναφέρει.
«Η πόλη έγινε ντροπή μας» φωνάζει μια αγανακτισμένη
Κερκυραία.
Είναι ντροπή
αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτισμού μας; Ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει».
............
Πρώτη Ιουνίου σήμερα. Καλοκαίρι. Το θέμα δεν είναι η πολιτική. Είναι η ζωή μας. Και επειδή δεύτερη ζωή δεν έχει... καλό είναι να ξαναθυμηθούμε τις τελευταίες κουβέντες του Πωλ Μπόουλς από την ταινία «Τσάι στη Σαχάρα» «Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, βλέπουμε τη ζωή σαν ανεξάντλητο πηγάδι. Κι όμως, όλα συμβαίνουν μόνο ορισμένες φορές κι αυτές είναι ελάχιστες. Πόσες φορές θα θυμάσαι ένα απόγευμα των παιδικών σου χρόνων, ένα απόγευμα που είναι τόσο βαθιά μέρος της ύπαρξής σου, ώστε δεν μπορείς να διανοηθείς τη ζωή σου χωρίς αυτό; Ίσως τέσσερις ή πέντε φορές. Ίσως, ούτε καν τόσες. Πόσες φορές θα δεις την πανσέληνο να ανατέλλει; Ίσως είκοσι. Κι όμως, όλα φαίνονται απεριόριστα…»
Είναι η μαγεία της γραφής που συναντάς τυχαία και αρχίζεις να πιστεύεις στα θαύματα. Είναι ο τρόπος ο κοφτός που σου δίνει οξυγόνο κάθε πέντε λέξεις. Είναι τα λόγια τα άγραφα, τα ανείπωτα που κρύφτηκαν μέσα στις τρεις μεγάλες τελείες των αποσιωπητικών.
............
Πρώτη Ιουνίου σήμερα. Κυνηγός ο χρόνος, μας παίρνει και μας φέρνει. Ιούνιος και πάλι στη γέννησή του, έτοιμος να μας γεμίσει φως. Από το σκοτάδι στο φως του Ιουνίου και του Ιονίου. Ακόμα και τις σκιές, του πολιτικού μας βίου τις εξαφανίζει, δεν αντέχει το σκοτάδι. Είναι οι μέρες που μετράμε νίκες στον προαιώνιο αγώνα του φωτός και του σκότους.
Αυτές οι μέρες είναι ο θρίαμβος, η δόξα και η δύναμη του Φωτός. Οι μεγαλύτερες μέρες του χρόνου. Με φως, πολύ φως. Παράταση ζωής, Ατελείωτη μέρα κι ατελείωτη νιώθεις τη ζωή.




Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Έκοψα το σκοινί τη στιγμή της πιο γλυκιάς εξάρτησης


Με τις λέξεις τα έβαλα χθες στην αντιπαράθεση με τη σιωπή. Γκρεμός οι σκέψεις σήμερα. Βάθος αμέτρητο και απύθμενο, η διαδρομή τους. Με πάνε εκεί απέναντι από την κλειστή την πόρτα. Και πουθενά κλειδιά.
Πριν πολλά χρόνια είχα γράψει, για την «πανικόβλητη, ηρεμία του σχοινοβάτη». Σ’ αυτές τις δύσκολες μέρες έχει αξία να το επαναφέρουμε… γιατί αν δεν κόψεις, το σπάγκο…, δεν γλυτώνεις τελικά απ’ όλα αυτά που σε βασανίζουν.
Εκείνη την ελευθερία που αναζητούσα, ακόμα δεν κατάφερα να τη συναντήσω. Κάνω βουτιά στα μαρξιστικά μου ιδεώδη, μήπως και βρω μια εξήγηση. Οι πράξεις των πρώην συντρόφων μου, με απογοήτευσαν. Επιμένω στη θεωρία, ας είναι μακριά από την πράξη, ίσως μου δώσει μια εξήγηση μια αμυδρά ελπίδα ότι μπορεί με άλλες εφαρμογές κάτι να γίνει. Είχα αρχίσει να βρίσκω επιχειρήματα (επιχειρήματα, ο λόγος το λέει), κάποιες δικαιολογίες, που θα έφερναν προσωρινή ανακωχή στην μάχη με τον εαυτό μου. Τότε επενέβη, ο «Ζορμπάς» και με τραχιά φωνή με επανέφερε στη τάξη.. « Όχι δεν είσαι λεύθερος. Το σκοινί , που είσαι δεμένος είναι πιο μακρύ από τους άλλους ανθρώπους, αυτό είναι όλο. Του λόγου σου αφεντικό έχεις μακρύ σπάγκο, πας κι έρχεσαι, θαρρείς πως είσαι λεύθερος, μα το σπάγκο δεν τον κόβεις. Κι άμα δεν κόψεις τον σπάγκο…»
Στο όνομα του παρόντος όλα σβήνονται και στο όνομα του μέλλοντος θ' αλλάξουν όλα. Εγώ όμως εκεί δεμένος, άμα δεν κόψεις τον σπάγκο… έντρομος κοίταξα πίσω, για να δω την άκρη του σχοινιού, μονάχα αγώνες και αγωνίες αντάμωσα: μοναξιά, φόβους και πανικό. Ορκιζόμουν στην ηρεμία μου και σε εκείνη την τρελή παράλογη γαλήνη, που με αντάμωνε στην ώρα του πιο τρελού πανικού, ότι είχα νικήσει. Νόμιζα, χωρίς καθόλου να υποπτεύομαι πως ίσως και να μην είναι η γαλήνη του πραγματικά ελεύθερου, αλλά η αυτοσυγκεντρωμένη πανικόβλητη ηρεμία του σχοινοβάτη. Σε τεντωμένο σχοινί διαρκώς.
Υπάρχει τελικά άνθρωπος ελεύθερος; Ο «Ζορμπάς», μου έδειξε το δρόμο,
«άρχισα να αλαφρώνω αφεντικό, γίνομαι άνθρωπος , γλύτωσα από την πατρίδα, γλύτωσα από τους παπάδες, γλύτωσα από τα λεφτά…»

Υπάρχουν κάποιες άπλες αλήθειες, που μπορεί να σου κόψουν το σχοινί χωρίς να χρειαστεί να βουτήξεις μέσα σε ιδεολογικά πονήματα κρατώντας σημειώσεις.
Έκοψα το σκοινί τη στιγμή της πιο γλυκιάς εξάρτησης, είναι μερικές φορές, που η μανία της αυτοκαταστροφής, μου υπαγορεύει βιαστικές κινήσεις. Μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, εκβιάζω καταστάσεις για να συναντήσω μια ώρα αρχύτερα την ελευθέρια που βρίσκεται στο τέρμα. Τώρα από απόσταση, η γεύση μου τέθηκε σε λειτουργιά. Είναι η ελευθερία που με αφήνει να γεύομαι ό, τι εγώ θέλω. Νοιώθω μέσα απ’ αυτό το κοκτέιλ συναισθημάτων, ν’ αφαιρώ εγωισμό, να μη με ακολουθούν δικαιολογίες σε κάθε απόπειρα καταλογισμού ευθυνών προς τον εαυτό μου. Να γίνομαι πιο ελεύθερος και ο αέρας της εισπνοής να φτάνει μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο.





Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Το καλοκαίρι θα μας σώσει από τους μαυρισμένους εαυτούς μας


Οι παρακάτω σκέψεις δεν αποτελούν μια καινοτομία, σαν άσκηση να την εκλάβετε σε μια προσπάθεια να μετριάσω τους φόβου μου. Να κερδίσω το χρόνο της αναμονής, αυτό το χρόνο που είναι εκτός γεγονότων, πέρα από την πραγματικότητα.
«Και αυτή η κοινωνία δεν αντιδρά…». Φράση κλισέ κολλημένη στα χείλη, της πλειοψηφίας των μελών αυτού του Λαού. Η κοινωνία είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο χωρίς μονάδες μια κοινωνία χωρίς ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει;
Λες και δεν μας αφορά. Λες και θα χάσουν οι άλλοι. Δεν ξέρω τι περιμένουμε, γιατί κρυβόμαστε από την πραγματικότητα, σε ποιον εναποθέτουμε την ευθύνη. Δεν γίνονται αυτά. Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα μετράμε ήττες.

Σε δεύτερη σκέψη, οι περισσότεροι δείχνουν διάθεση για συμμετοχή, και τότε έρχεται η άλλη φράση για να αποκαταστήσει τα πράγματα. «εγώ μόνος μου τι να κάνω …» Και τι να κάνει πράγματι ο καθένας, μόνος του, όταν τη στιγμή που νοιώθει την ανάγκη να αντιδράσει, έχει ξεχάσει ότι είναι μέλος αυτής της κοινωνίας; Τι κάνουν όλοι μαζί μόνοι τους; Τίποτα δε κάνουν και τίποτα δεν μπορούν να κάνουν, άλλα και τίποτα διαφορετικό δεν μπορούν να σκεφτούν, αν δεν βρεθεί μια παρέα να τους τραβήξει απ’ το χέρι.
Φυσικά και δεν φταίει η κοινωνία, που δεν αντιδρά, αλλά και ούτε ο και καθένας χωριστά που ’χει, μείνει με την απορία.
Οι “πρωτοπορίες” είναι εκείνες που την πρόδωσαν. Αυτό το άθλιο πολιτικό προσωπικό που εμπορεύτηκε ελπίδες, καλλιέργησε τη συναλλαγή, έσπειρε τη διαφθορά, πώς να εμπνεύσει πίστη και κουράγιο στον δοκιμαζόμενο Λαό.
Η τρίτη σκέψη αντίδοτο στην απογοήτευση. Καλοκαίρι. Αυτές τις μέρες ψηλώνω και τις νύχτες ακόμα περισσότερο.
Πώς να κρατηθείς αν δεν επαναφέρεις τα παιδικά σου «Θέλω» και δεν βάλεις πλώρη για τα ανεκπλήρωτα; «Το καλοκαίρι θα μας σώσει» ενθυμούμενοι άλλα καλοκαίρια, υποστηρίζει ο Νίκος Ξυδάκης. Το καλοκαίρι υπόσχεται να μας σώσει από τους μαυρισμένους εαυτούς μας, να μας φωτίσει, να μας κάψει λυτρωτικά με το φως του, να μας αγκαλιάσει στα νερά του, να μας βυθίσει στα παιδικάτα και να μας απιθώσει παρηγορητικά στη μακρά διάρκεια, σμίγοντάς μας με τη φύση σαν ύπαρξη και όχι σαν θέαμα, να μας συμφιλιώσει με τον τόπο, την ιστορία και τον κληρονόμο εαυτό μας, να μας πάρει το στεναγμό και το φόβο.
Πώς να κρατηθείς χωρίς τα περασμένα καλοκαίρια, πώς να το ζήσεις το φετινό χωρίς τη μνήμη. Αυτές οι μνήμες μας κρατάνε και όλα αυτά τα ιδεατά που πιστέψαμε, μην τα ξεχνάμε τώρα.








Τρίτη 29 Μαΐου 2018

Για να είσαι ζωντανός δε φτάνει μόνο ν’ ανασαίνεις


Η ζέστη και η υγρασία επιβαρύνουν την αναζήτηση. Αιτιολογίες για το κενό, δικαιολογίες για το τίποτα. Κουράστηκα. Χωρίς να το επιδιώκω, συμβάλλω και εγώ πολλές φορές, στη μιζέρια που μας χαρακτηρίζει και εκφράζεται με αυτήν την απίστευτη γρίνια της καθημερινότητάς μας. Βεβαίως και το ψάρι βρομάει από το κεφάλι. Και είναι τόσο μεγάλο το ψάρι που φτάνει μέχρι τη χώρα που ανακάλυψε ο Κολόμπο, δεν ξέρω αν πρέπει να τον ευγνωμονούμε γι’ αυτό, όμως και εμείς εδώ στην ουρά τι κάνουμε; Περιμένουμε και μουρμουρίζουμε σαν αριστεροί ψαλτές που κρατούν το «ίσο». Γκρινιάζουμε με όλα, ακόμα και με αυτά, που η δική μας συμμετοχή είναι καθοριστική.

Δεν έχω καμία αμφιβολία, όσο η αποχή, η ανοχή, η απάθεια, η αδιαφορία θα συνεχίζονται, τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση, με την εξουσία να εξουσιάζει και όχι να υπηρετεί και το λαό να σχολιάζει.
Δυστυχώς δημιουργούμε νέα δεδομένα και το χειρότερο μια νοοτροπία αγοράς που περνά σιγά σιγά και στις νέες γενιές.
Ζούμε μια περίοδο σκιάς, ανίκανοι να σκεφτούμε το κακό που μας συμβαίνει και το μεγαλύτερο που ακολουθεί.
Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο λαός έχει διαχωρίσει εδώ και καιρό τη θέση του και μπορεί να αποκαλείτε κυρίαρχος, αυτό όμως δεν προκύπτει από καμία διαδικασία. Η εξουσία, νομιμοποιημένη από κανόνες που έχει αυτή ορίσει, κινείτε σε αντίθετη κατεύθυνση υπερασπιζόμενη τα δικά της ζωτικά συμφέροντα.
Ζούμε μια περίοδο σκιάς και θα συνεχίσουμε. Θα συνεχίσουμε να ζούμε στο σκοτάδι όσο ο λαός αρκείτε στο σχολιασμό και δεν συμμετέχει στις διαδικασίες.
«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, να αποφύγει τις
εχέφρονες συμβουλές.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής». Πάμπλο Νερούδα



Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

Η σιωπή είναι πιο δυνατή από το θόρυβο του “τίποτα”

Η σιωπηρή διαμαρτυρία ομάδας πολιτών, ανήμερα της επετείου της “ένωσης”, απέναντι από την εξέδρα των επισήμων, με το σύνθημα “Η Κέρκυρα πεθαίνει”, έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις και απέδειξε ότι η εκκωφαντική σιωπή μπορεί να ακουστεί πολύ πιο δυνατά από τον θόρυβο του “τίποτα”. Δεν ήταν ένα μήνυμα μόνο απέναντι στους θεσμικούς φορείς, που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία της πόλης, πιστεύω πως ήταν ένα μήνυμα προς όλους εκείνους που με την στάση τους πεθαίνουν την Κέρκυρα κάθε μέρα.
Η Κέρκυρα Πεθαίνει”. Ποιοι είναι αυτοί που προκαλούν το θάνατο της; Η εύκολη απάντηση βρίσκεται σε εκείνους που έχουν την ευθύνη της διαχείρισης, μόνο αυτοί όμως; Αν σκάψουμε ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια, θα συναντήσουμε πολλές χιλιάδες, μπορεί και εμάς τους ίδιους. Θα συναντήσουμε τους επιχειρηματίες που καταπατούν το δημόσιο χώρο, όλους αυτούς που προκαλούν ηχορύπανση, που καλύπτουν την ομορφιά με πλαστικό, που κερδοσκοπούν. Όλους αυτούς και αυτοί είναι οι περισσότεροι, που έχουν πολεοδομικές παραβάσεις, που παρκάρουν παράνομα, που καταπατούν και ρυπαίνουν τις παραλίες. Που κατεβάζουν τα σκουπίδια ό,τι ώρα γουστάρουν, που πετούν δίπλα στους κάδους κλαδιά, μπάζα, στρώματα μπανιέρες καναπέδες κλπ.
Όλους αυτούς τους πολίτες που δεν κάνουν ανακύκλωση, άλλα και αυτούς που μολύνουν τους κάδους με ανακυκλώσιμα υλικά ρίχνοντας μέσα τα οργανικά. Η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Η Κέρκυρα πεθαίνει, γιατί “άλλαξε χέρια”, έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο. Μια πόλη γεμάτη μπαρ, καφέ και φαγάδικα, που διώχνουν τους μονίμους κατοίκους και καταλαμβάνουν κάθε σπιθαμή του δημόσιου χώρου; Μια πόλη που κυκλοφορούν τεράστια τουριστικά λεωφορεία ανοιχτού τύπου και κλειστού, που δημιουργούν κυκλοφορικό έμφραγμα. Μια πόλη Λας Βέγκας, που σε λίγο στην καρδιά της θα λειτουργεί Καζίνο.
Μια πόλη που οι τελευταίοι θύλακες καλοκαιρινής αναψυχής , όπως το Μον Ρεπό”, τα “μπάνια του Αλέκου” και το Βίδο αρχίζουν να αποκτούν πριβέ χαρακτήρα, διώχνοντας τους παραδοσιακούς ντόπιους επισκέπτες.
Μια πόλη που αντί για άλσος αναψυχής έχει ένα άλσος, αυλή στα φαγάδικα, γεμάτο τραπεζοκαθίσματα και με το πλαστικό να ξεχειλίζει επικαλύπτοντας ό,τι φυσικό έχει απομείνει. Μια πόλη Γιουσουρούμ. Μια πόλη που ... και άλλα πολλά κακά.
Αλήθεια έχουμε συνειδητοποιήσει που οδηγείται αυτή η πόλη; Πνίγεται, με χαμένη ταυτότητα και χωρίς προσανατολισμό, καταστρέφει ό,τι εδώ και αιώνες έχει κερδίσει.
Δεν έχω τι άλλο να γράψω. Η αντίσταση στον πόνο κτίζεται με πέτρες σιωπής, όχι για να περάσει, αλλά για να μη δραπετεύσει το μυαλό και το κλάμα το κάνει γέλιο. Έτσι η ζωή συνεχίζεται και κτίζει πάνω στα χαλάσματα, σε μια αέναη διαδικασία, που η ιστορία επαναλαμβάνει.
Σήμερα μαζί με αυτούς τους πολίτες που διαμαρτύρονται, προσπαθώ να προσθέσω μια σπίθα στην έκρηξη σιωπής τους, που ακούστηκε πέρα από τα στενά των οριζόντων.
Είναι το παραμιλητό της σιωπής τα παραπάνω, σας ορκίζομαι δεν έχω ανοίξει το στόμα μου. Αποτυπωμένη αμηχανία το αποτέλεσμα, όπως η μουτζούρα με εκείνα τα ακανόνιστα σχήματα όταν παιδεύουμε το χαρτί και το μολύβι. Όταν χαμηλώνουμε τα μάτια για να δούμε το αποτέλεσμα, βλέπουμε ένα κόσμο μπερδεμένο, οι γραμμές γίνονται σχήματα κανονικά, παίρνουν μορφές ανθρώπινες γίνονται θάλασσες και στεριές. Γίνονται παιδικές ιχνογραφίες.
Εδώ που φτάσαμε δεν ξέρω τι να πω. Ξεχάσαμε να περπατάμε. Τα «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω», ακούγεται δογματικό γι’ αυτό πήγαμε πίσω ολοταχώς. Τώρα πάλι από την αρχή, σαν κουρασμένοι ηθοποιοί που επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά το ρόλο.

Για την πόλη σας έγραφα χθες, η θλίψη δεν είναι για τα κάστρα, τους δρόμους και τα κτίρια, τα άλλοθί μας δηλαδή, αλλά για τον αντίλαλο από το παιδικό μας το χαμόγελο που σήμερα μπερδεύεται με ύβρεις. Για την αθωότητα, που έγινε πονηριά. Για την παρέα του γυμνασίου που σήμερα βγάζει τα μάτια της. Για τους φίλους του παλιούς που ξέχασαν, τα καλύτερα τους χρόνια. Ευτυχώς εμείς έχουμε εξοικειωθεί με τη σιωπή και μπορούμε να ζούμε αμίλητοι νοσταλγώντας τους ήχους μιας άλλης ζωής.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

Η αβάσταχτηελαφρότητα του “φαίνεσθαι”


Η αξία ενός έργου έγκειται στο βαθμό δυσκολίας. Η ιστορία έχει καταγράψει θαύματα, που μένουν για να μας θυμίζουν την ανθρώπινη ικανότητα, τη γνώση, την αγάπη, τη σκληρή δουλειά, την ευρηματικότητα, τη φαντασία, την επιμονή και την υπομονή.
Είναι ανούσιο και άκρως κουραστικό να αναλώνουμε χρόνο στην επικοινωνία του τίποτα, για να δικαιολογήσουμε ότι δεν κάναμε τίποτα.
Όπως είναι ανούσιο, να μιλάμε γι αυτά που θέλουμε να κάνουμε. Ας περιοριστούμε επιτέλους στο αποτέλεσμα, ειλικρινά είναι το μόνο που ενδιαφέρει.
Το έχω διατυπώσει με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Η ουσία είναι ότι σήμερα δεν το προσπερνάω με αδιαφορία. Δεν αντέχω να ζω, μέσα σ’ αυτήν την αβάσταχτη ελαφρότητα του «φαίνεσθαι».
Μέσα από την παθογένεια του μεταπολιτευτικού σκηνικού η πλειονότητα των πολιτικών μας έχει μάθει να προβάλλει «το φαίνεσθαι πάνω στο είναι». Στην πολιτική πάντα υπήρχε η λογική της αγοράς. «Να πουλήσει». Tι; Φρούδες ελπίδες, «φύκια για μεταξωτές κορδέλες».
Το κακό σήμερα, παράγινε, οι πολιτικοί συνεπικουρούμενοι από τα ηλεκτρονικά κυρίως μέσα ενημέρωσης, πουλάνε σε απίστευτες δόσεις «αέρα κοπανιστό», να φανεί πως κάτι κάνουν και ας μην κάνουν τίποτα.
Με εννοιολογικά θραύσματα, λαϊκίστικα στερεότυπα, γενικεύσεις αλλά και υπεραπλουστεύσεις προσπαθούν να δημιουργήσουν μία εικόνα, που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Πως λοιπόν να αντέξεις μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ψευτιάς και υποκρισίας; Πώς ν’ αντέξεις, μέσα σε ένα θλιβερό «φαίνεσθαι», όταν γνωρίζεις πολύ καλά το «είναι»;


Το χειρότερο είναι ότι ζώντας οι ίδιοι μέσα στο ψέμα το πιστεύουν, ζουν και αναπνέουν, σε ένα γυάλινο κόσμο, στο κόσμο τους. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σ’ αυτό το σάπιο περιβάλλον αναπτύσσονται και έντονα ναρκισσιστικά φαινόμενα.
Διαβάστε εσείς οι πραγματικοί άνθρωποι τα παρακάτω συμπτώματα και πέστε μου αν σας θυμίζουν κάτι.
Έχουν έντονο αίσθημα υπεροψίας και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους.
Έχουν φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, ομορφιάς κ.τ.λ.
Απαιτούν τον θαυμασμό των άλλων.
Αναμένουν ξεχωριστή εξυπηρέτηση από τρίτους και απαιτούν όλοι να συμφωνούν αυτόματα μαζί τους.
Είναι άτομα ιδιαίτερα χειριστικά τα οποία εκμεταλλεύονται τους άλλους με κάθε μέσο, ώστε να επιτύχουν το σκοπό τους.
Δεν έχουν ενσυναίσθηση απέναντι στα συναισθήματα των άλλων και γι’ αυτό αδυνατούν να τα κατανοήσουν.
Είναι πολύ ζηλόφθονα με τους άλλους ή πιστεύουν πως οι άλλοι είναι πολύ ζηλόφθονες απέναντί τους.
Είναι αλαζόνες και έχουν υπεροπτική στάση απέναντι στους άλλους.
«Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φορά για πολύ καιρό ένα πρόσωπο για τον εαυτό του και ένα διαφορετικό για τον πολύ κόσμο, χωρίς να μπερδευτεί τελικά για το ποιο από τα δυο είναι το αληθινό», έλεγε ο Αμερικανός συγγραφέας, Ναθάνιελ Χόθορν.















Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....