Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Για να ζήσουν οι λέξεις...


Καμιά πραγματικότητα δεν είναι ικανή να αντισταθεί στις εμμονές μας. Και αν αξίζει κάτι για να τη ζήσεις αυτή την ζωή, είναι η δυνατότητα να παίξεις με τους φόβους σου. Φυσικά και δεν είναι πράξη ηρωική, να τσαλακώσουμε την εικόνα μας. Ανάγκη περισσότερο δική μας είναι, για να νοιώσουμε για λίγο χρήσιμοι.Από φόβο είναι η αντίδραση και ας επιχειρηματολογούμε για το αντίθετο. Μπορεί η κάθε ηλικία να έχει τις χάρες της, στην δική μας, όμως έχει επικαθήσει ένας αχρείαστος φόβος, που όσο και να προσπαθούμε να τον κρύψουμε, έρχεται δια ασήμαντον αφορμή να μας υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος τελειώνει. Την εξήγηση τη βρήκα στο βιβλίο του 'Ιρβιν Γιάλομ, “ Στο κήπο του Επίκουρου”. Είναι ο φόβος του θανάτου, που από μια ηλικία και ύστερα, χωρίς, να το συνειδητοποιούμε, γεγονότα που στα χρόνια της νεότητας μας περνούν απαρατήρητα, στην ηλικία μας αποκτούν μια άλλη διάσταση στην καθημερινότητά μας.
Και το είδος της γραφής δε μπορεί να μην έχει σχέση με το χρόνο. Έχει ηλικία η γραφή; Από το εφήμερο του ρεπορτάζ στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφίας, έφτασα να γυρεύω απεγνωσμένα λέξεις, για να φυτέψω κάτω απ' το δέρμα μήπως και τους παρατείνω για λίγο τη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου τελικά, που δίνει και στις λέξεις την ηλικία τους κάθε φορά που θέλουν να πουν κάτι. Αυτό προσπαθώ κάθε μέρα, ικανοποιώντας πρωτίστως το δικό μου «θέλω να τα πω» με την ελπίδα πάντα, πως ίσως κάπου συναντήσω κάποιους της παρέας. 
Γιατί, στην πραγματικότητα, το χρονογράφημα είναι η γέφυρα που περνά πάνω από την ξεραΐλα της βιασύνης, της προχειρότητας, της αδιαφορίας και ελαφρότητας που συχνά χαρακτηρίζει την είδηση, το καθημερινό ρεπορτάζ, το πολιτικό άρθρο και καταλήγει στο πιο πλούσιο πνευματικό έδαφος της ευρηματικότητας, της ενδελέχειας, της βραδύτητας, της φαντασίας - σε ό,τι δηλαδή αγγίζει τη λογοτεχνία.
«Όμως το χρονογράφημα», όπως λέει ένας βραβευμένος χρονογράφος «αντίθετα από τη συμβατική, την «πραγματική» λογοτεχνία, είναι μια λογοτεχνία που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου, είναι η λογοτεχνία που γράφεται κυριολεκτικά στο πόδι, είναι η λογοτεχνία των γεγονότων που συμβαίνουν και όχι των γεγονότων που συνέβησαν, είναι η λογοτεχνία κάποιου βάθους, πάνω στην επιφάνεια. Το χρονογράφημα σε μιαν εφημερίδα επιβραδύνει το βιαστικό, ξεκαθαρίζει το νεφελώδες, επιμηκύνει τη ζωή του θνησιγενούς. Είναι το μαύρο πρόβατο της εφημερίδας, που δεν ταιριάζει στο εφήμερο πνεύμα της. Ενώ όλα τα άλλα κομμάτια της αποδέχονται τη θνητότητά τους και πεθαίνουν με ευχαρίστηση την επομένη, το χρονογράφημα θέλει να ζήσει μια μέρα, ένα μήνα, ένα χρόνο πιο πολύ».
Πως όμως να γράψει κανείς χρονογράφημα, όταν οι ήρωες της τοπικής επικαιρότητας, δεν βγάζουν ούτε γέλιο ούτε δάκρυ;
Δεν υπάρχει η πρώτη ύλη σε αυτόν εδώ το τόπο, τα γεγονότα είναι μια συνεχής επανάληψη και οι πρωταγωνιστές προϊόντα μιας χρήσεως, παρά ταύτα ξαναχρησιμοποιούνται.
Πώς να γράψω χρονογράφημα μέσα στην απραξία στο στείρο πολιτικό λόγο, σε ένα περιβάλλον απλής διαχείρισης και μάλιστα κακοδιαχείρισης των πραγμάτων; Γι’ αυτό ένα ελεύθερο θέμα κάθε μέρα, που δεν χωράει σε καλούπια, που ταξιδεύει επί τόπου για να μπορεί να αναπνέει, που σκάβει με τα νύχια για να περάσει λίγα εκατοστά την επιφάνεια, για να μπορεί να ζήσει.






Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Στις αποχρώσεις του κόκκινου


Ήξερα ότι εκεί που η επιτυχία κάνει ησυχία, η αποτυχία δεν έχει άλλο δρόμο, από το να κάνει φασαρία. Μιλάει εξηγεί, ερμηνεύει, αντιδιαστέλλει, παραβάλλει, συγκινεί, συγκρίνει, περιγράφει, σαρκάζει, κάνει ότι μπορεί να κάνουν οι λέξεις, όταν οι λέξεις, είναι το μόνο που σου έχει απομείνει.
Τελικά η αποτυχία πάντοτε έχει κάτι να σου πει και αν δεν έχει τίποτα, σου δίνει την εντύπωση ότι έχει. Γι αυτό και εγώ που σας γράφω κάθε μέρα, από την αποτυχία μου σας γράφω. Προσπαθώ να εξηγήσω τα αυτονόητα, να απλοποιήσω, περιπλέκοντας τα σαφή.
Ξημέρωσε Δευτέρα. Το «Αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα», φυσικά και δεν εννοούσε  Δευτέρα. Οι καιρικές συνθήκες; Οι χειρότερες. Νοιώθω μια καθολική ψύξη  να με διαπερνά, στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Αόριστες ενοχές,  χορεύουν ανεξέλεγκτα  μέσα μου,   με τον καλύτερο εαυτό μου εξαφανισμένο.  Καλά καλά δεν θυμάμαι αν διαθέτω ένα καλό εαυτό, πράο και γενναιόδωρο, σίγουρο και αταλάντευτο,  δυνατό και αστείρευτο, φωτεινό και ταπεινό. Τον ψάχνω, αλλά στη θέση του συναντάω ένα απύθμενο κενό, ένα τρομακτικό κενό  με όλους τους πανικούς της γης.  Με τους θυμούς και τους φόβους,  με τις αμφιβολίες και όλες τις ανασφάλειες του κόσμου τούτου.
Τα γεγονότα από μόνα τους, μου αφαιρούν κάθε διάθεση για απονομή δικαιοσύνης. Σχεδόν πάντα  είμαι διαθέσιμος  να επωμιστώ το βάρος  και χωρίς να έχω καταλήξει στον ένοχο, αλυσοδένομαι εκ των προτέρων.  Σ’ αυτές τις χρονικές στιγμές,  «Πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σαν  να 'χα  κλείσει την πόρτα  μου σ΄ έναν άγγελο» Ευτυχώς που ο  θυμός  μου, αποτελεί εξαίρεση του κανόνα και έρχεται  πάντα  καθυστερημένος για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.   

Πέρασε ένα ουδέτερο Σαββατοκύριακο.  Ό,τι χειρότερο δηλαδή.  Τα άσχημα και τα όμορφα γεμίζουν τις λευκές κόλλες της ζωής, τα ουδέτερα τις αφήνουν κενές  και  πολλαπλασιάζουν τις ώρες της προσμονής.  Και η υπομονή μου έχει εξαντληθεί.
Από τέτοιες μοναξιές τελικά φτιάχνουμε Θεούς  και έρωτες, μόνο που κάποια στιγμή  μας  ξεφεύγουν  από τα χέρια, ελευθερώνονται, μας επιβάλλονται και μας δυναστεύουν.
Είναι απογοητευτικό μετά τις απανωτές  ήττες, από το κόκκινο της φωτιάς να βολεύομαι σήμερα στις αποχρώσεις του κόκκινου. Ακόμα και τις πιο ξεβαμμένες.
Μια κοινωνία πλαστελίνη  από κάτω, αλλάζει χρώματα και σχήματα,  βολεύεται παντού, παίρνει επίκαιρες θέσεις. Μια κοινωνία με την Αριστερά της και τη Δεξιά της, απαραίτητο  συστατικό για την επιβίωση, μόνο που η Αριστερά λιγοστεύει επικίνδυνα   και τότε  τι θα κάνει η Δεξιά;   Μιλάμε για την Αριστερά  που αναπτύσσεται  σε κάθε οργανισμό, για την Αριστερά της Δεξιάς,  για την Αριστερά της Αριστεράς των κομμάτων, την Αριστερά της κυβέρνησης, την Αριστερά  της παιδείας, της ενημέρωσης, του πολιτισμού, την Αριστερά του έρωτα,  της ζωής όλης.  Γιατί τι νομίζετε  πως είναι είναι η ζωή μας; Μια αριστερά και μια Δεξιά… 


Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Ένα βαθύ σκοτάδι, τα “όλα στο φως”

Για την αλήθεια που είναι επαναστατική γράφαμε χθες, για τις μασκαρεμένες αλήθειες, που αποτελούν βασικό συστατικό της πολιτικής μας ζωής σήμερα. Οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη όλη την αλήθεια για να ζήσουν, υποστηρίζει ο ρεαλισμός της «πολιτικής», αντίθετα η μασκαρεμένη αλήθεια, η κατακερματισμένη πληροφόρηση, η φαλκιδευμένη ανακοίνωση, τους είναι πιο απαραίτητες.
Έχω την αίσθηση ότι ζούμε στο απόλυτο ψεύδος, Η επικαιρότητα, αποδίδεται μέσα από την εικονική πραγματικότητα. Ένα επίχρισμα, ένα πακέτο ψέματα, δεμένα φιόγκο.
Που κρύβεται η αλήθεια; Και είναι καλά κρυμμένη. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη το παραμύθι και αυτή την αδήριτη ανάγκη έρχεται να καλύψει με τον καλύτερο τρόπο, ο βομβαρδισμός πληροφοριών και αποκαλύψεων της μισής πάντοτε αλήθειας, που εκπορεύεται μέσα από μια διαδικασία των ισχυρών, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ.
Είναι τόσος όγκος των πληροφοριών που οι αληθινές φωνές χάνονται μέσα στο βουητό, μπερδεύονται στο πλήθος
Η ιστορία μας έχει δείξει ότι γεγονότα, που διαδραματίστηκαν κατά τον παρελθόν χρειάστηκαν να περάσουν δεκαετίες για να μπορέσουμε να τα προσεγγίσουμε. Χρόνος ικανός για να σβήσει το πόνο και να αποτρέψει το λαό να ταυτισθεί μαζί τους.
Έτσι, όπως υποστηρίζει ο Κωστής Παπαγιώργης, «Ποτέ ο Αμερικανός πολίτης δεν ταυτίσθηκε με τις αγριότητες του Βιετνάμ, οι Γερμανοί με τα κρεματόρια, οι Γάλλοι με τις σφαγές στην Αλγερία, οι Έλληνες με τις ωμότητες του ’22. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία σαν τερατώδης οργανισμός, ο,τι και αν καταπιεί, έχει ανάγκη να κρατάει πάντα το σάλιο της καθαρό. Γνωρίζει τις πληροφορίες για τα σάπια κρέατα, αλλά η μπουκιά της παραμένει μυστηριωδώς αγνή».
Σήμερα ενώ αλλεπάλληλα ρεπορτάζ ξεσκονίζουν το γεγονός, συνταρακτικές αποκαλύψεις μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι μαθαίνουμε την αλήθεια, τα «όλα στο φως» τα σκεπάζει, βαθύ σκοτάδι και θα πάρει χρόνο για να ξημερώσει. Στην πραγματικότητα τελείτε ένας ευφυής καταμερισμός αποκαλύψεων με τελικό αξίωμα ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη το παραμύθι. Δυστυχώς στις μέρες μας το εμπόριο της αλήθεια δεν το αγγίζει καμία κρίση.


Κοίτα για λίγη ώρα σταθερά τον ουρανό...


Η ζωή αλλάζει και χωρίς εμένα, και δεν της καίγεται καρφί για την δική μου θλίψη. Η χώρα είναι αμετακίνητη. Ανατολικά το Αιγαίο, δεξιά το Ιόνιο. Και εγώ είμαι έτσι και θέλω να είμαι έτσι. Κι εσύ αλλιώς επειδή το θέλησες αλλιώς.«Το πιο ωραίο να στρατεύεσαι στην αξιοπρέπεια σου, ν’ ακούς ελεύθερα ό,τι είναι καινούργιο. Όταν δεν κλείνεσαι τότε γίνονται θαύματα». Και έτσι ανοιχτοί περιμένουμε το θαύμα, στη φύση, στη ζωή, στη καρδιά μας … Διότι υπάρχουν και χειρότεροι ρόλοι , όπως αυτός της αφοσίωσης και του χρέους.
Και όπως λέει η Κική Δημουλά «ο άνθρωπος έχει την τάση να λησμονήσει για να ζήσει. Το χρέος όμως είναι, ένας τάφος υγρός»
«Αν είσαι στεναχωρημένος ή βρίσκεται σε μεγάλη δυσκολία κοίτα για λίγη ώρα , σταθερά τον ουρανό», λέει μια οδηγία προς ναυτιλλομένους ή καλλίτερα προς ναυαγούς. Τον κοίταξα. Πως γίνεται την Κυριακή να μην σε σκέφτομαι;

Τρία χρόνια πίσω Ιούνιος και πάλι. Ο ήρωας στο μυθιστόρημα του Τολστόι «Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», ένας απορροφημένος στον εαυτό του αλαζονικός γραφειοκράτης, αρρωσταίνει και πεθαίνει μέσα σε ακατάλυτους πόνους. Καθώς πλησιάζει το τέλος του, ο Ιβάν Ίλιτς, συνειδητοποιεί πως όλη του τη ζωή προστατευόταν από την ιδέα του θανάτου, με ασπίδα του την απορρόφηση του, στην απόκτηση επιρροής, στην εμφάνιση και το χρήμα. Τις τελευταίες ώρες της ζωής του συνειδητοποιεί ότι πεθαίνει τόσο άσχημα, επειδή έζησε τόσο άσχημα. Ολόκληρη η ζωή του ήταν λάθος , προφυλάσσοντας τον εαυτό του από τον θάνατο, στην πραγματικότητα τον προφύλαγε και από την πραγματική ζωή. Όσο γρήγορα κι αν πλησίαζε ο θάνατος για τον Ιβάν, εκείνος ανακαλύπτει πως υπάρχει ακόμα καιρός. Ανακαλύπτει την συμπόνια, νοιώθει τρυφερότητα για τους άλλους, νοιώθει λύπη για τον πόνο που προκάλεσε στους δικούς του ανθρώπους και τελικά πεθαίνει, όχι μέσα στον πόνο αλλά με τη χαρά της απέραντης συμπόνιας. Χρειάστηκε ένα ακραίο γεγονός να τον αφυπνίσει έστω και τις τελευταίες ώρες.
Θα μπορούσε αυτή η αναλαμπή να έρθει στον Ιβάν χωρίς τον φόβο του θανάτου; στον Ιβάν σίγουρα όχι, αλλά γιατί όχι σε κάποιους που ξέρουν την ιστορία να μη χρειαστεί η ύστατη ώρα για να γίνουν άνθρωποι; Άσκηση το παραπάνω μιας Κυριακής του Ιουνίου με βαρομετρικό χαμηλό.
Μπήκα στο θάλαμο προσομοίωσης και βγήκα με την εμπειρία να βάζει φωτιά σε ό,τι προσπάθησε να με χαλάσει, γιατί η μοναξιά της Κυριακής σε παγώνει. Μπορεί να είναι και τ’ απογεύματα της Κυριακής αυτά που σε κάνουν δίχως καρδιά. Τις Κυριακές σε μια επαρχιακή πόλη είναι όλα τόσο σιωπηλά. Θέλεις δεν θέλεις ακούς τους χτύπους της καρδιάς, πως γίνεται  τις Κυριακές να μη σε σκέφτομαι;
Οι υπόλοιπες μέρες τα κρύβουν, τα κρύβει η κίνηση τα καταπίνει ο θόρυβος της πόλης. Τις Κυριακές όμως είναι όλα σιωπηλά σ’ αδειάζει η πόλη που άδειασε. Είναι η ώρα που μπορείς να πεθάνεις αν δεν κτυπήσει το τηλέφωνο, η ώρα που το καταφύγιο σου γίνεται φυλακή.
Πολλοί είναι εκείνοι που ενδεχομένως αγαπιούνται για εκείνη την ώρα. Που αντέχουν χρόνια και χρόνια την έρημο μιας αγάπης μονάχα για αυτές τις Κυριακές. Όμως η ζωή δεν είναι μια Κυριακή. Η ζωή δεν είναι μια στιγμή, η ζωή είναι στο χέρι του καθένα να τη ζήσει παρουσία του. Ο Ιβάν Ίλιτς χρειάστηκε το φόβο του θανάτου για να αφυπνιστεί την ύστατη στιγμή, γι’ εμάς όμως, που δεν κρυφτήκαμε, πίσω από την ασπίδα της σιγουριάς, τον ξέρουμε τον δρόμο. Αντί να τραγουδάμε «συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου», τραγουδάμε «όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου…» και λάμπουμε και μεις...



Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

«Η αλήθεια είναι επαναστατική»


Πάμε πάλι. Όχι από την αρχή.  Αυτή τη φορά βρίσκομαι κάπου στη μέση του δρόμου, λίγο κουρασμένος, πολύ απογοητευμένος.  
Γύρισα πίσω, στα χρόνια που είχαμε τη ψευδαίσθηση ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο, όταν συνειδητοποίησα την ουτοπία, ήμουν αρκετά εγωιστής για να στραφώ εναντίον μου. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να το κάνω και να προσπαθήσω όχι πλέον να αλλάξω τον κόσμο, αλλά να μη με αλλάξει εκείνος.
Δεν αποφεύγω με κείμενα συναισθηματικών διεργασιών, την πολιτική πραγματικότητα, απεναντίας. Ποιος είπε ότι το συναίσθημα δεν έχει πολιτική πλευρά; Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι; Οι ίδιοι θα μου πείτε, το πρόβλημα όμως είναι ότι την πληρώνουν αθώοι, αθώοι που βρέθηκαν στο λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. “Οι ένοχοι ξαναντύνονται την αδιατάρακτη αυτοπεποίθησή τους και συνεχίζουν με ψέματα και μίμηση συναισθημάτων να παίρνουν κόσμο στο λαιμό τους.”
Το να συγκρουστούμε κάποια στιγμή με το παρελθόν μας, είναι μια επώδυνη διαδικασία. Όταν έρθει η στιγμή να παραδεχτούμε λάθη, οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, βασανιστικά θα έλεγα. Πάντα στο τέλος υπάρχει μια μικρή δικαιολογία για να αμβλύνει τις εντυπώσεις.
Δεν γράφω τίποτα καινούργιο προσπαθώ ξεκινώντας από τα αυτονόητα, να καταλάβω, τι είναι εκείνο που δίνει ασυλία στους πολιτικούς που μας κυβερνούν, να λειτουργούν με τόση αναξιοπιστία απέναντι στο Λαό, χωρίς να νοιώθει ποτέ κανείς την ανάγκη, να απολογηθεί για εκείνα που μας έλεγε χθες και για τα αλλά που μας λέει σήμερα.
Βεβαίως και δεν ανακάλυψα την Αμερική, όμως απορώ πως αυτή η παρωδία αντέχει στο χρόνο, όταν είναι πρόδηλο και στον πιο ανυποψίαστο ψηφοφόρο, ότι δεν μπορεί αυτός που μέχρι χθες έλεγε όλα αυτά, ο ίδιος χωρίς να κοκκινίζει με την άνεση που του δίνει η σιωπηρή αποδοχή, να λέει σήμερα ακριβώς τα αντίθετα. 
Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει παρελθόν, γινόμαστε συνένοχοι σε μια διαδικασία που νομιμοποιεί τη λήθη για ότι εγκληματικό έχει διαπραχθεί. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο. Κινδυνεύουμε να το πιστέψουμε. Το χειρότερο θεωρούμε το ψέμα στην πολιτική σαν κάτι φυσιολογικό και δεν μας ενοχλεί. Η αλήθεια όμως αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της αριστεράς που πιστεύουμε, και μπορεί και να μην υπάρχει αυτή η αριστερά, όμως...όπως έχει γράψει ο Γκράμσι «Η αλήθεια είναι επαναστατική» “παραμένει προοδευτική, δραστική και ανατρεπτική. Η αλήθεια είναι αυτή που προκαλεί το status quo και τις ψευδαισθήσεις της κοινωνικής ακινησίας... Αυτός ο κόσμος προστατεύεται από το πέπλο των παραισθήσεων και των αυταπατών που μας γεννά το δήθεν δικαίωμα να βλέπουμε βιτρίνες μέσα από την κλειδαρότρυπα. Η αλήθεια τους όμως, είναι η καταπίεση, η εκμετάλλευση και η ασφυξία που νιώθουμε μέσα στα στενά και συντηρητικά όρια που μας επιβάλλει η «αγυρτεία» τους. Η αλήθεια του ψέματος τους θα ανατραπεί μόνο από την αλήθεια των ονείρων μας…”



Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε...Όχι θα κάνουμε


Ο ακραίος ιδεαλισμός μου, δεν μου προσφέρει καλές υπηρεσίες. Το ξέρω, αλλά δε μπορώ με όρους τρέχουσας πολιτικής, να συντονιστώ. Είμαι από τους τελευταίους όμως,που υποστηρίζει ότι αυτό που υποσχεθήκαμε όταν κτίζαμε τα όνειρα μας, πρέπει απαρεγκλίτως να το υλοποιήσουμε. Πρέπει, αλλά ενώ στους σχεδιασμούς τα μολύβια επί χάρτου δεν συναντούν κανένα εμπόδιο, ύστερα που θα κληθούμε να κάνουμε τη μακέτα με μπετό και σίδηρο, κάτι το υπέδαφος που είναι σαθρό, κάτι οι καιρικές συνθήκες, κάτι οι γείτονες που αντιδρούν, κάτι οι Γερμανοί (για το τελευταίο πάντα θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη), τα μολύβια σταματούν να γράφουν λες και έπεσε λάδι στο χαρτί και η μακέτα των ονείρων μας… γίνεται μια μουτζούρα.

Δεν λέω, να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε, άλλωστε ζωή δίχως όνειρα είναι ζωή χαμένη. Εκείνο που λέω είναι την περίοδο των ονείρων και πριν αυτά γίνουν προγραμματικές δεσμεύσεις, να φερόμαστε σεμνά και ταπεινά. Δεν μας στοιχίζει τίποτα μπροστά από αυτά που θέλουμε να γίνουν πράξη, να προηγείται αυτό που δείχνει μετριοφροσύνη και ρεαλισμό συνάμα… «Θα προσπαθήσουμε».
Βλέπω αυτό το παιδί τον Τσίπρα και δεν ξέρω αν πρέπει να το λυπηθώ ή να το βάλω στα χαστούκια, γιατί μπορεί αυτός να έμαθε αγγλικά μέσα σε έξι μήνες, δεν μπορεί όμως σήμερα, να μας μαθαίνει, μέσα από την ίδια γλώσσα και άλλες γλώσσες, να δίνει στις λέξεις διπλά, τριπλά και πολλαπλά νοήματα απ’ αυτό που εννοούν. Οι ληστρικοί φόροι που ξεζουμίζουν τον ελληνικό Λαό, εσχάτως βαφτίστηκαν «αλληλεγγύη». Τι κρίμα για την «αλληλεγγύη», να σταματήσει να προφέρεται κάποια στιγμή, γιατί θα θυμίζει τα δεινά, μιας εποχής που όλοι θα ήθελαν να ξεχάσουν. Η πολιτική όπως ασκείται σήμερα, δολοφονεί τη γλώσσα στην προσπάθεια της να ξεγελάσει τον Λαό, δολοφονεί όμως και τη ψυχή όλων αυτών που είναι υποχρεωμένοι να την υπηρετήσουν, αποδεχόμενοι τις κρατούσες αντιλήψεις.
Πρέπει να ξαναβρούμε τις λέξεις και επειδή η πολική δεν στηρίζεται από τη ζώνη των επιθυμιών αλλά από την Eυκλείδειο γεωμετρία, πρέπει να πατήσουμε σε λέξεις που θα στηρίζουν τα βήματά μας. Βήματα μικρά και σταθερά. Βήματα που θα υπηρετούν την αλήθεια. Το «άλλο λένε τα χείλη μου και άλλο ποθεί η ψυχή μου» δεν συνιστά αριστερή πολιτική. 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Παράπονο είναι

Και να ήθελα δε θα μπορούσα. Συγνώμη που σας χαλάω τη διάθεση, επιστρατεύοντας το βαρύ οπλισμό της απογοήτευσης μου, όμως η επικαιρότητα δεν μου δίνει κανένα περιθώριο για αισιοδοξία. Όσο  οι επαναλήψεις, αποτελούν μέρος της, τόσο σκάβουμε πιο βαθιά το λάκκο μας. Τόσο μένουμε σε χρόνο νεκρό  από τα ίδια και τα ίδια. Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει.
Ψάχνω κάποιες λέξεις, που να μπορούν να κλείνουν τους  δρόμους τους πεπατημένους. Τα βήματα τις περισσότερες φορές αυτενεργούν.
Είναι ακριβώς όπως και τότε, όταν περάσει ο θυμός και γίνει θλίψη. Δεν είναι η ήττα που με ρίχνει στο πάτωμα, είναι η επανάληψη μιας ακόμη χαμένης ελπίδας και η απογοήτευση, που σου τσιμεντάρει τα όνειρα και σου αφαιρεί κάθε διάθεση για αγώνα. Ευτυχώς η ιστορία είναι κατηγορηματική Και αυτό θα περάσει. Λίγος χρόνος χρειάζεται και μια σπίθα που νομοτελειακά, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, θα ανάψει.

Τότε έγραφα για μια χαλασμένη παρτίδα και το περιόριζα στην μικρή ακτίνα δράσης μου.  Σήμερα και πάλι για χαλασμένη η παρτίδα καθ΄ άπασαν την επικράτεια. Ό,τι υπήρχε κάτω από την πρώτη στρώση, φρούδο. Ένα περιτύλιγμα το όλο εγχείρημα, με φιόγκο κόκκινο.Αν η συμμετοχή σου στην προεκλογική περίοδο, σου δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσεις ανθρώπινες συμπεριφορές,  τη  μετεκλογική,  έχεις στα χέρια σου τις γενικές εξετάσεις,  αίματος, ούρων και μαγνητικής.  Είμαι προσεκτικός με τις διαγνώσεις, δύσκολα ξεγράφω ανθρώπους. Πάντα ελπίζω  σε ένα θαύμα, μέχρι που μου φανερώνεται η αλήθεια βέβαιη και ξεκάθαρη.
Και αν δεν το είχαμε δει στο διάολο. Κρεμούσε το κουστούμι, κακοχυμένο, σε ένα σώμα κρυμμένο,  πίσω από ψεύτικες ταμπέλες που έδειχναν αριστερά. Δυστυχώς,  όσο και να προσπαθείς, στο δια ταύτα, πάντα  ανακαλύπτεις μια χαλασμένη παρτίδα για την οποία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Και δεν μιλάμε για φρούτα. Θα μου πείτε σε πρώτο πλάνο η απαισιοδοξία;  Παράπονο είναι, πρωτίστως με τον εαυτό μου, που μέσα στον ενθουσιασμό πίστεψα,  ότι μπορεί να υπάρχουν όνειρα συλλογικά.  Δε φαντάστηκα ότι κάποιοι,  «το όλοι μαζί της άνοιξης», ήταν το δικό τους  εισιτήριο, για να ταξιδεύσουν  στο τελευταίο  τρένο ως λαθρεπιβάτες,  που μπορεί να τους χαρίσει αυτό που πιστεύουν πως άξιζαν, μια κάποια αποδοχή,  λίγο μπόι  που εκ γενετής δεν μπόρεσα να έχουν. Δεν φαντάστηκα ότι θα ξυπνούσα φθινόπωρο, μέσα στο λάκκο αυτού του άθλιου μικρόκοσμου, που ανέκαθεν μου προκαλούσε αποστροφή.
Το συλλογικό όνειρο άρχισε να ξηλώνεται,   έφυγαν   κάποιοι πόντοι, από ένα ζεστό ρούχο που μας σκέπαζε.
Τι κάνουμε στο παρόν μας;  Όσοι  αγωνιούμε γι’ αυτό,  γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου  “είμαστε από την πλευρά των αισιόδοξων, εκείνων  που δημιουργούν, που παράγουν ομορφιές,  που αμφισβητούν,  που μάχονται και   ας προβλέπουν πως όλα θα πάνε χάλια. Στον αντίποδα όσοι έχουν νεύρωση με το «όλα καλά θα πάνε» και τους βλέπεις να σαπίζουν στο παρόν τους, στην παράδοση, στην εσωστρέφεια, τον συμβιβασμό, τη συναλλαγή,  την διαχείριση του παρελθόντος,   την προσωπική ικανοποίηση του "Εγώ" τους…   μόνο θλίψη μεταφέρουν.”
Ας ελπίσουμε στο χρόνο και στο φως. Ας μην  μείνουμε  άλλο στις σκιές, θα μελαγχολήσουμε.






Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....