Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Ούτε ζεσταινόμουν, ούτε κρύωνα

Έκανα μια βόλτα στην πόλη, στην πόλη μας. Ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα. Θα τα χάσουμε όλα. Από κάπου πρέπει να κρατηθούμε. Μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα των καφέ και των μπαρ έψαχνα μικρούς βράχους να κρατηθώ, κάποιο καφενείο κάποιο μπαρ το “Ναυάγιο”, που έχει ιστορία και χαρακτήρα. Απεχθάνομαι τους ανώνυμους χώρους συνάθροισης της μάζας. Έψαχνα ένα χώρο που οι άνθρωποι συναναστρέφονται, επικοινωνούν, διαμορφώνουν ένα ήθος συνύπαρξης. Έψαχνα ένα χώρο με αισθητική και ατμόσφαιρα που θα τον ορίζουν οι άνθρωποι που τον επισκέπτονται και οι μαγαζάτορες.
 
Που να βρω...ανώνυμα, άχρωμα, που ο καφές και το ποτό παύει να είναι τελετή απόλαυσης και συνάντησης, γίνεται είδος ταχείας κατανάλωσης, και το μαγαζί σταθμός ανεφοδιασμού καφεΐνης και αλκοόλ. Μαγαζιά αδηφάγα που καταλαμβάνουν πεζόδρομους, πλατείες και πεζοδρόμια και τα μετατρέπουν σε θάλασσες τραπεζοκαθισμάτων. 
Δεν είναι μόνο στην πόλη μας, όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “ Μαγαζιά ομογενοποιητικά των προσώπων, ισοπεδωτικά των παρεών, καταπίνουν τους θαμώνες. Υποδέχονται ακίνητους, στάσιμους, παθητικούς, πελάτες χωρίς συνομιλίες και ανταλλαγές, χωρίς ιστορική μνήμη. Ανοίγουν, κλείνουν, χρεοκοπούν, ξεπλένουν χρήμα, φτιάχνουν φωλιές για τον κόσμο των χασομέρηδων, αλλά και της νύχτας και των συναλλαγών της”. Σας θυμίζει κάτι αυτό;
Η αισθητική τους προκύπτει από την μόδα που λατρεύει ο εκάστοτε διακοσμητής, ανοξείδωτος χάλυβας, καπλαμάς, γυαλί, δερματίνη, ξύλινα ντεκ ιστιοπλοϊκού ― όλα γεωμετρημένα, καινούργια, φουτουριστικά, με ετοιματζίδικη χλιδή. Η ατμόσφαιρα ορίζεται από το σούρτα-φέρτα κλαρινογαμπρών και νυμφιδίων, από τα μπιτάκια που ακούγονται αδιάκοπα στα μεγάφωνα, από τις φράκταλ συστοιχίες των φραπέ και των φρέντο. Οι άνθρωποι κοιτούν μπροστά, απλανώς, πάνω από τα ποτήρια, μέσα από τζαμαρίες, προς την απέναντι καφετέρια. Είναι μια λίμνη αρυτίδωτη, αβαθής, όπου δεν συμβαίνει τίποτε. Μια αχανής επιφάνεια. Στην επιφάνεια αυτή αντανακλάται μια κοινωνία αναλόγως στάσιμη, απαθής, που παρακολουθεί εταστικά το θέαμα της αργής διαλύσεως του αφρόγαλου, σαν θαύμα επαναλαμβανόμενο”.
Έφυγα ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα . Απόψε δεν βρήκα την επόμενη φορά θα βρω κάποιο κρυμμένο και θα κρατηθώ.

Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω


Ενώ σου δίνεται η εντύπωση ότι όλα τρέχουνε με χίλια, κύκλους γύρω από τον εαυτό τους κάνουν στην πραγματικότητα. Όλα τρέχουν λες και τα κυνηγάνε και τώρα που το σκέφτομαι μπορεί και να τα κυνηγάνε. Λες και γίνεται μια μάχη με τον χρόνο.
Έχει ενδιαφέρον η ιδεολογική αντιπαράθεση του «γοργόν και χάριν έχει» και του «σπεύδε βραδέως», οι λάτρεις της βραδύτητας, κόντρα στην ξέφρενη ταχύτητα αρχίζουν σιγά σιγά να παίρνουν την εκδίκηση τους, ένα από τα σύμβολα της ταχύτητας τα αυτοκίνητα, χρόνο με τον χρόνο “πάνε και πιο αργά” και όσο ο στόλος αυξάνεται τόσο αυτά μένουν ώρες καθηλωμένα. Η ταχύτητα της παραγωγής επιβραδύνει την ταχύτατα της κίνησης.
Αυτά στον πληθυντικό, στον ενικό...



«Οι μικρές σιωπές της κάθε μέρας σκεπάζουν με σκόνη τα αισθήματα. Τα αγάλματα της επιθυμίας θρυμματίζονται αχάιδευτα κάθε στιγμή που κοντά σου δεν. Το σπίτι γεμίζει καπνούς, δεν είναι τα τσιγάρα, δεν είναι οι ζωές μας, τι καίγεται λοιπόν τόσα χρόνια κι ακόμα είναι άκαυτο; Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω. Μη μου ζητήσεις εξηγήσεις… έχω». Η ευαίσθητη κυρία που δεν φλυαρεί.
Μήπως τελικά είμαστε φτιαγμένοι για να πολεμάμε κόντρα στις ροές και όχι να τις ακολουθούμε;

Είναι ψέματα τα καλοκαίρια

...Είναι επιθυμίες τα καλοκαίρια. ....Τις περισσότερες τις κουβαλάμε μέσα μας χρόνια ολόκληρα. ....Το αστέρι που δεν έφτανες να αγγίξεις όσο κι αν τεντωνόσουν προς τη νύχτα πάνω σου...Είναι μυστικά ανείπωτα τα καλοκαίρια...Φιλιά στα κλεφτά στις σκιές του πάρκου. ....Είναι ψέματα τα καλοκαίρια. ....Κάστρα στην αμμουδιά...Γκρεμίζονται με την παλίρροια. ....Φεύγουν με τα πρώτα μελτέμια. ....Και μένεις σιωπηλός.
Για όσους δεν έχουν μάθει να πληρώνουν με κομμάτια της ψυχής τους, λίγο ενδιαφέρουν αυτά που γράφω. Ο κόσμος έχει προβλήματα, νοιώθει ανασφάλεια, φόβο και μοναξιά. Μπορεί η επιστήμη να κατασκευάζει τεχνητά συκώτια, σπλήνες, καρδιές,χέρια, πόδια, αισθήματα όμως…
«Πληρώνουμε με της καρδιάς το αίμα» λέει η λαϊκή παροιμία. Τι ωραία πληρωμή. Αναλλοίωτη στους αιώνες, ασύμβατη με την πλαστικοποίηση.

Στην ραδιοφωνική εκπομπή, που με συντροφεύει αργά το βράδυ, αναρωτιέται, η γυναικεία φωνή:
«Φαντάζεστε να έρθει η ώρα που θα υπάρχουν κάρτες και γι’ αυτές τις συναλλαγές; Θα λέμε: Με πλήγωσες, χρέωσε την κάρτα της καρδιάς μου με 5.000 ευρώ. Και μετά θα τραβιόμαστε με τους τόκους»
Ευτυχώς που κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Τεχνητά αισθήματα δεν γίνεται να κατασκευαστούν, γι’ αυτά δεν έχουμε ανάγκη τη βοήθεια της επιστήμης, τα φτιάχνουμε μόνοι μας.
Θα με ρωτήσετε γιατί γράφω ακόμα, μα «για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου» όπως έχει πει ο Μπόρχες.Γιατί ίσως μονάχα έτσι ν’ αντιπαλεύεται το χάος, ο χρόνος που καίτοι αθώος, μας θανατώνει απ’ τις δικές μας υποψίες. Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε, ούτε ερήμην μας κυλά τελικά η ζωή. Υπάρχει κι έχει το χρώμα, το ήθος, την ιδεολογία που εμείς της δίνουμε. Έχει ακόμα κι εκείνη τη γενναία πίστη που διαθέτει τη σπάνια δύναμη να νικά τις ενοχές και το μάταιο. Αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη. Μέχρι που όλα να παραδοθούν στην συμπαντική λήθη. Είναι η προσπάθεια που μέτρησε όμως. Κι αυτές οι λιγοστές εξηγήσεις που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν. Που γράφτηκαν όμως σε ένα λευκό χαρτί για να νικήσουν τον τρόμο. Έτσι παραμένουμε αξιοπρεπείς. Στο μέτρο του δυνατού γενναίοι. Με την αλήθεια μας κι εκείνη την ύστατη προσπάθεια να νικηθούν οι ενοχές. Ποιος είπε ότι το συναίσθημα δεν έχει πολιτική πλευρά;

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Δεν λένε την αλήθεια


Η διαφημιστική ταινία είναι καλοφτιαγμένη. Πλάνα από ψηλά, παραλίες να τις πιεις στο ποτήρι, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αρχαία και νεότερα μνημεία , γαστρονομία. Η Κέρκυρα αυτοσυστήνεται σαν τουριστικός προορισμός. Τα χωριά έχουν την τιμητική τους, παρουσιάζονται με συνοδεία κερκυραϊκής μουσικής και χορευτικών συγκροτημάτων που κόβουν γύρους στις μικρές πλατείες.
Οι μπάντες φρεσκογυαλισμένες παρελαύνουν στην παλιά πόλη και το Πάσχα μοναδικό, προσκαλεί τους επισκέπτες να το ζήσουν και να μην το ξαναζήσουν. Οι εικόνες είναι διαλεγμένες και συναρμοσμένες δεξιοτεχνικά. Το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει ένα τόπο μυθικό όπου επικρατεί παντοτινό καλοκαίρι. Μια Κέρκυρα καρτ-ποστάλ, κατοικία θεών και τουριστών, ένας ιδανικός προορισμός για απίθανες, ονειρεμένες διακοπές. Αλήθεια που πήγαν οι άνθρωποι; που πήγε η σύγχρονη ζωή; Όπου υπάρχει ζωή, είναι στιγμιότυπα από εξήντα χρόνια πίσω. Οι παραλίες είναι χωρίς ανθρώπους, καμιά εικόνα πλήθους στη “Γλυφάδα” στο “Μπαρμπάτι” στον “Αι Γόρδη”. Γραφικό ψαροχώρι... η “Μπενίτσα” και η Βλαχοπούλου να υμνεί την Παλαιοκαστρίτσα για τα όμορφα κορίτσια.
Η Κέρκυρα του 2019 εξαντλείται σε ένα μύθο, σταματημένη στο χρόνο.  Είναι μόνο τοπίο. Με μπάντες, παραλίες, αρχαιότητες, “κρασί, θάλασσα και το αγόρι μου”. Δεν υπάρχουν άνθρωποι του καιρού τους μέσα σε αυτό το τοπίο. Δεν υπάρχουν σκουπίδια, τραπεζοκαθίσματα, που σε λίγο θα μπορούν να επιπλέουν στην θάλασσα γιατί η ξηρά δεν τα χωράει. Δεν υπάρχουν λεωφορεία διώροφα που βάζουν στοπ σε κάθε απόπειρα κίνησης μέσα στο κέντρο της πόλης. Δεν υπάρχουν μαγαζιά γιουσουρούμ. Όλα είναι τόσο ήπια, αγγελικά πλασμένα. Και να ήταν μόνο αυτά .
Κοιτούσα τις εικόνες παραδομένος στην ομορφιά τους. Τέτοιες εικόνες, χωρίς ίσως τις εντυπωσιακές από αέρος λήψεις και τις σύγχρονες τεχνικές ευκολίες του ψηφιακού βίντεο, είναι εικόνες από τη δεκαετία ΄60. Η διαφημιστική ταινία , μου ξύπνησε εικόνες νοσταλγίας. Μεγάλωσα με αυτές. Πίστευα πως τέλειωσε εκείνη η εποχή. Στην πραγματικότητα τέλειωσε. Εξήντα χρόνια αργότερα όμως, προβάλλουμε τα ίδια Δεν έχουμε τίποτε άλλο να δείξουμε, εκτός από ακρογιαλιές δειλινά. Τελείωσε εκείνη εποχή, η σημερινή εικόνα δυσφημίζει και αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι ειδικοί που επιμένουν να προβάλλουν εικόνες του γραφικού παράδεισου του νησιού μας,  που συγκινούν αισθητικά τους επισκέπτες. Αλλά δεν λένε την αλήθεια, ούτε σ’ αυτούς, ούτε σε μας.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Ωριμάσαμε. Ωριμάσαμε;


Τι ωραία τα παιγνίδια με τους μήνες. Γεννημένος το Μάη, άκοπα με μια ανάσα, έτρεχα στη ξέγνοιαστη κατηφόρα που βγάζει στη πόρτα του καλοκαιριού.
Στο μυαλό μου τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, τους είχα συνδυάσει με τα άγουρα και τα ώριμα φρούτα, το “γιώτα” δεν στάθηκε ποτέ ικανό να τους δέσει. Το “νι” από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες, που οι ηδονές ήταν σε αναστολή, ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά. Με τρελαίνουν τα άγουρα φρούτα, όπως και οι ατελείωτες γάμπες που δεν έχουν μαυρίσει ακόμα. Αυτό το πρώτο χρώμα το κοκκινόμαυρο του κορμιού σου, είναι ο Ιούνιος. Είναι ο ήλιος στην καλύτερη γωνία του, είναι φως, όπως έγραψε ο Σεφέρης.
Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου/ ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου/ ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει /αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.
Είναι μία διάθλαση ο Ιούνιος, τόσο έξω από την πραγματικότητα, τόσο μέσα στη ζωή. Είναι κι αυτή η πόρτα προς τη θάλασσα, που σε ρουφάει σαν μαύρη τρύπα προς το φως.
Τώρα έχουμε Ιούλιο. Ωριμάσαμε. Ωριμάσαμε;
Με ρωτάς αν είναι όπως παλιά, “Σε φιλάω στο λαιμό και σκάνε τα χείλη μου από ιδρώτα και αλάτι. Είναι Ιούλιος, αγάπη μου”

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Πως ήρθε στον ύπνο μου αυτό απόψε


Ήταν φθινόπωρο, εποχή κατάλληλη για να γραφτεί το παρακάτω, γιατί εγώ το θυμήθηκα στα μέσα Ιουλίου, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Είναι σαν εκείνα τα όνειρα που μας γεμίζουν απορίες. “Πως ήρθε στον ύπνο μου αυτό απόψε;”
«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι». Αργά  και βασανιστικά, ξεκινάει «ο μεγάλος ερωτικός».
Στο περιθώριο ενός κατάλευκου εγγράφου, που έχω απέναντι μου και θέλει ν’ ανταμώσει με φράσεις, που να δίνουν λίγο μπόι σ’ αυτόν το ξεχασμένο εγωισμό, «Τι ρόλο παίζω;» και «Γαμώ τις ηλίθιες ευαισθησίες μου, που επιμένουν να με δείχνουν δυνατό», αυτός εκεί στην κόντρα «αν μ’ αγαπάς και είναι όνειρο ποτέ να μη ξυπνήσω, γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω…»

Μια ζωή, πόσα παράπονα αντέχει; Όλες οι απαντήσεις μου, στιγμές ήταν, που ο χρόνος δεν κατάφερε να τις ορίσει. Απέραντες στιγμές. Διαρκείας. Απόψε μοιάζουν να χορεύουν ένα ταγκό σαν εκείνο στο Παρίσι…
Ο κόσμος αισθάνεται απογοητευμένος, ταπεινωμένος και εξαπατημένος απ’ όλες τις μεριές. Μια ανυπόφορη ψευδολογία που δεν ξεγελά πια κανένα. Η εξουσία, όπως η Αγία Τριάδα. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Διαπλεκόμενα . Για άλλη μια φορά θα μαζέψω τα κατεστραμμένα σκηνικά της φαντασίας μου και θα προσαρμόσω το όνειρο επάνω σε κρανίου τόπο. Έχω ανάγκη να πιαστώ από κάποια φαντασίωση. Δεν μπορώ να παραδεχτώ πως τούτη η φτηνή και ηλίθια πραγματικότητα είναι η τελική μας μοίρα. Δεν μπορεί να εξαντλήθηκαν τα όρια μου πρέπει πάλι, έστω με κάποιο ψέμα να κινήσω την προσοχή μου, να ερεθιστώ...

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Την ημέρα είναι αλλιώς ...


Είναι μαρτύριο να γράφω κάθε μέρα αυτό που δε μπορώ να κάνω. Είναι μαρτύριο να ονειρεύομαι τις διαδρομές ανάμεσα από μεγάλες κοιλάδες και να επιστρέφω στα ίδια πατήματα  της καθημερινότητας.

Είναι μαρτύριο να γράφω κάθε μέρα. Επηρεάζομαι. Ξύνω πληγές και διχασμούς με τον ίδιο μου τον εαυτό. Είμαι με τις βαλίτσες στο χέρι, περιμένοντας τη στιγμή που θα εξοστρακιστώ απ’ αυτή την βαρετή κυκλική πορεία, αλλά το τρένο πουθενά. Στην ομαλή πορεία για άλλη μια μέρα. 


Όταν ένα πέπλο κίτρινο τα έχει σκεπάσει όλα, εσύ με το κόκκινο μοιάζεις παρείσακτος, εξοστρακίζεσαι και στην ερώτηση «τι έγραψε αυτός;» Η κλασσική απάντηση είναι «περί ανέμων και υδάτων».
Οι εμπειρίες δεν επαρκούν, για να βάλω μια τάξη. Χρειάζεται μια σπίθα, μια ξεχασμένη γεύση, ένα άρωμα που έντυσε κάποια στιγμή, ένα τραγούδι. Όταν είμαι καλά ξεχνιέμαι, χαλαρώνω, έχω την ψευδαίσθηση που πάντα ήτανε έτσι και πάντα έτσι θα είναι. Χρειάζεται κάτι στραβό κάθε φορά για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Η όλη ιστορία ξεκίνησε από κάποιες αναφορές, αν καταφέρναμε να ζούσαμε χωρίς αυτές θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Όποιος απαλλάσσεται από την ιστορία του, μπορεί να ζήσει από την αρχή, αθώος, έτοιμος να σφάλει, διαθέσιμος στο θαύμα, απρόβλεπτος στην καταιγίδα. Αλλά ζωή χωρίς ιστορία, όπως λέει ο ποιητής, είναι σώμα δίχως ίσκιο. Κι αυτό συμβαίνει μόνο την νύχτα την απόλυτη…
Την ημέρα είναι αλλιώς, πήραν όλα το φυσικό τους χρώμα, κόκκινα, πορτοκαλί, βυσσινή, γαλάζια, κροκάτα και άσπρα . Οι σκιές δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος. Δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν διλήμματα. Πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα είναι.

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....