Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Το σώμα διαθέτει μπέσα

Όσοι μεγαλώνουν γυρνάνε πίσω. Εκεί που ακουμπούν. Κοιτάζουν τους δρόμους που περπάτησαν. Τα βήματα που έκαναν και οι περισσότεροι με όση βεβαιότητα κρύβει ένα ψέμα, δεν «μετανιώνουν για τίποτα».



Και όμως όσα είναι πια «έτσι», θα μπορούσανε να είναι κάλλιστα κι αλλιώς. Επιλογές, δόξα τω Θεώ, μας δίνει η ζωή ακόμα και στον ύπνο μας: Θα ονειρευτούμε απόψε η θα φοβηθούμε τ’ όνειρο, επιλέγοντας – τελικά – να βυθιστούμε σε λήθαργο; Η βασική επιλογή, άλλωστε, είναι «το όνειρο» ή «η προσγείωση.» Κατόπιν καθορίζει χαρακτήρες και σκιαγραφεί ζωές, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα συνειδήσεις. Στο φινάλε μετράει τα κέρδη και τις ζημιές: τόσα για τα όνειρα άλλα τόσα για το θαύμα. Βάλε και την αυτοθυσία, γράψε για τον συμβιβασμό, μέτρησε και τον φόβο, αφαίρεσε την ελπίδα, πολλαπλασίασε την με τ’ απογεύματα που ζήσαμε διαίρεσε τα με το ταξίδι… μια η άλλη! Ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι. Να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν τα μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε. Μια η άλλη! Κι η ανεκπλήρωτη εκδοχή που χρονίζει και εκείνη στο χαρτί, πράξη εν δυνάμει γιατί είναι η θεωρία συμπυκνωμένη πράξη...
Όμως όσο η ψυχή να θέλει να το κρύψει, «Το σώμα, είναι που, εντέλει, διαθέτει μπέσα κι ειλικρίνεια. Μου το έγραψε η Λίλιαν πριν πολλά χρόνια και ύστερα το έκανε βιβλίο, «Χαίρε παραμύθι μου» ο τίτλος.
«Τουλάχιστον, εγώ, το σώμα είναι αυτό που ακούω κι εμπιστεύομαι και όχι τη ψυχή, την άκρως παραπλανητική και ψεύτρα. Κι ας την φορτώνουμε μια ζωή ιδεαλισμούς και γενναιότητες, μεγαλοθυμίες και άκρως ωφελιμιστικές καλοσύνες, δικαιοσύνες και ευγένειες. Διότι όλα αυτά μπορεί κάλλιστα και να είναι υποκριτικά το αντίθετό τους». Το κορμί όμως; Το κορμί κιτρινίζει και κοκκινίζει, πετσί και κόκαλο ή μπαλόνι γίνεται, βγάζει φουσκάλες, σπυράκια, μπλαβιάζει και μελανιάζει και κάποια στιγμή και μετά, ο χάρτης της ψυχής μας γίνεται. Ο αδιαμφισβήτητος χάρτης της ψυχής.
Δεν έχεις προσέξει, αλήθεια ότι ο άνθρωπος μετά τα τριάντα ομορφαίνει ή ασκημαίνει;
Πόσα ολόφρεσκα κοριτσάκια και αγόρια όταν τριανταρίσουν βλακεύουν και για τούτο και ασχημαίνουν ξαφνικά; Πριν τα τριάντα, άγραφος χάρτης το πρόσωπο, έχει μονάχα τη φρεσκάδα της νιότης. Κι αυτό το ωραίο «απέξω απέξω». Που δεν αρκεί να χρωματίσει, να δώσει ατμόσφαιρα, να σμιλέψει ή και να σφραγίσει..
Γι’ αυτό - και ολότελα ξαφνικά - ο όμορφος γίνεται ασήμαντος κι εκείνος ο μέχρι χθες «άνευ σημασίας», αποκτά εντελώς ξαφνικά γοητεία, ενδιαφέρον και όλη την σαγήνη του κόσμου. Διότι ο χάρτης του κορμιού κάνει τη δουλειά του κι εμείς τίποτε άλλο, από το να ακολουθούμε.
«Δεν μετανιώνω για τίποτα» λέμε, όμως το αντίθετο με μεγάλα γράμματα στο μέτωπο μας, μας διαψεύδει

Για πόσο μπορούν κάποιες λέξεις να σπαράζουν μέσα μας;

Και άλλο βάρος; Όσο αντέχουν οι ώμοι μας. Άλλωστε σ’ αυτά τα ποτήρια πρέπει να δεις τον άσπρο τους τον πάτο. Για πόσο μπορούν κάποιες λέξεις να σπαράζουν μέσα μας; Θα συνεχίσω και από διαίσθηση θα ακολουθήσω το δρόμο που με φοβίζει περισσότερο. Εκείνον που σου δίνει την δυνατότητα να δώσεις τις προσωπικές σου μάχες, εκείνες τις μάχες που έχεις την ελπίδα να βγεις νικητής και εκείνες που αν τις χάσεις, στο τέλος θα έχεις τη δύναμη να αντέξεις την ήττα.

Απόψε ταξίδεψα σε άγνωστο χρόνο και τόπο, στην κόλαση ή στον παράδεισο, δύο προορισμοί για τους οποίους ακόμα δεν έχω αποφασίσει. Ήταν από εκείνα τα όνειρα, που νομίζεις ότι τα έχεις ξαναδεί, απ’ αυτά που θέλεις να ξαναδείς, και με κάποιο τρόπο μαγικό το υποσυνείδητο, σου κάνει το χατίρι και τα προβάλλει όταν η ψυχή τα έχει ανάγκη. Οι αισθήσεις έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και η όραση που ταλαιπωρείται, από τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό πρεσβυωπίας, τα κατάφερε. Όλα δυνατά. Όλα έντονα. Με την πραγματικότητα να σκάει στη ζήλια.
«Μην τον ξυπνάτε, θα λαχταρήσει όταν γυρίσει ξανά στη γη», λέει ένα τραγούδι. «Τώρα, το πού υπνοβατεί και πώς περνάει ο καθένας που κλείνει τα μάτια του, είναι μεγάλη ιστορία. Άλλοι καλοπερνούν περιδιαβάζοντας ήσυχους ωκεανούς, ωραία νερά, καλοτάξιδα καράβια, φωτεινές αγκαλιές. Άλλοι μπαίνουν στα μνήματα της μνήμης τους, να φέρουν πίσω αγαπημένους, προσπαθούν να πετάξουν αλλά έχει βοριά, επιχειρούν να τρέξουν αλλά έχει εμπόδια».
Πιο πολύ από το όνειρο θυμάμαι εκείνο το δέκατο του δευτερόλεπτου που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. Αυτό το σχεδόν κενό χρόνου, που ονειρεύεσαι ότι ξύπνησες και ζεις μια εκδοχή του ονείρου, για άλλη μια φορά μέσα στο όνειρο.
Νιώθεις την θέρμη και τη δροσιά από τη θεϊκή αγκαλιά της "Μαλένας" και βλαστημάς την ώρα και την στιγμή που ξύπνησες... 

Την είδα και έχασα το φως μου

Δεν ξέρω αν ήταν στη φωτογραφία ή ζωντανή απέναντί μου. Δεν έχω καταλήξει αν ήρθε στον ύπνο μου ή στο ξύπνιο μου. Την είδα ξαφνικά και έχασα το φως μου. Όμως συνέχισα να βλέπω. Ήταν όπως κλείνουμε τα μάτια μπροστά από ένα δυνατό φως και το φως εξακολουθεί να μας θαμπώνει,
Όσες φορές προσπάθησα να γράψω για την ομορφιά, πάντα βρέθηκα μπερδεμένος. Θα προσπαθήσω επιστρατεύοντας και τις τελευταίες εφεδρείες της ειλικρίνειας μου, για να καταλήξω και πάλι σε ερωτηματικό, αλλά ήσυχος που θα έχω γράψει την δική μου αλήθεια και ας μην είναι η αλήθεια.


Δεν μπορώ να απαξιώσω την ομορφιά, δεν μπορώ να την τοποθετήσω σε δεύτερη μοίρα πίσω από την δύναμη του μυαλού και την γενναιότητα της ψυχής.
Θέλω να την αγγίξω. Δεν είναι εύκολο. Επιστράτευσα τον Μπρούνο Μοντεμπέλι
“Το δέρμα της που είχε ψηθεί στον ήλιο σκόρπιζε τώρα γύρω του τα χρώματα και τα τ’ αρώματά του. Μύριζα κανέλλα, πιπέρι και τζίνζερ. Γευόμουν με τα μάτια την καφετιά κρέμα με την οποία φαινόταν να έχει αλειφθεί ολόκληρη, τις κιτρινωπές σαν από χρυσόξυλο αποχρώσεις της επιδερμίδας, τις βιολέτες της ανταύγειες και τους μικρούς της λοφίσκους από μαύρη άμμο όπου σπινθηροβολούσε ένα φίνο μωσαϊκό από μικροσκοπικούς κρυστάλλους. Αυτό το δέρμα απέπνεε θερμότητα και όμως ήταν γεμάτο δροσιά , τα δάκτυλα μου γλιστρούσαν απρόσκοπτα πάνω στην γυαλιστερή του επιφάνεια . Εργάζονταν με επιδεξιότητα και ευφροσύνη , διαπερνούσαν, χώνονταν μέσα στη σάρκα, ζέσταιναν τα βαθιά νερά - και δέχονταν την απάντηση, η γυναίκα μάλιστα πήγαινε μπροστά απ’ αυτά , ανασηκώνοντας το σώμα της, τεντώνονταν το, αργοκουνώντας το κυματιστά για να επισπεύσει την έφοδο της ηδονής.
Γιατί μου χρειάστηκε ο Έζρα για να καταλάβω ότι “αγγίζω” σημαίνει επίσης “αγγίζομαι” ; Ότι δεν υπάρχει άλλη αίσθηση ικανή να δώσει όσο και να πάρει; Ότι δεν υπάρχει ένωση πιο βαθιά από την ένωση της σάρκας των σωμάτων; Ευλογημένος που μου άνοιξε τα μάτια.”
Είναι ρατσισμός να σε τραβάει η ομορφιά και αφήστε αυτά περί υποκειμενικής ομορφιάς. Όχι δεν είναι. Ρατσισμός είναι να θεωρείς τον άσχημο κατώτερο. “Και δεν τον θεωρείς κατώτερο όταν δεν του δίνεις το δικαίωμα να κοσμήσει κι εκείνος μία αφίσα; όταν δεν θέλεις να σε εκπροσωπεί;” θα μου πεις. “Με μπέρδεψες, δεν ξέρω…
Ήταν σίγουρο που το μυαλό μας, πάλι θα μπερδευτεί, η ομορφιά όμως δεν κάνει παρέα με το μυαλό, αυτό το παίρνει και το σηκώνει. Και έτσι όπως είναι σηκωμένο και πετάει στα σύννεφα μια αλήθεια ξέρει και τη λέει και ας κακοχαρακτηρισθεί.
Αυτήν λέει... όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου πως ναι μεν η “ομορφιά του ανθρώπου” κερδίζεται, και πολλές φορές το μυαλό και η ψυχή κάποιου μπορούν να σε γοητέψουν, άλλα από την άλλη, η “χαρισμένη”, η άκοπη, αντικειμενική ομορφιά … "Μπορεί να με κάνει να αλλαξοπιστήσω γαμώτο. Αδύναμος, σακάτης, ένας αξιοθρήνητος ικέτης σε γυναικεία γόνατα που έχουν επάνω μου δικαίωμα ζωής και θανάτου”.

Μακάρι να μπορούσα να μην τους κατακρίνω…

 Μακάρι να μπορούσα να μην τους κατακρίνω…


Είναι δημοκρατία το καλοκαίρι, οι παραλίες γεμίζουν ετερόκλητα. Πανζουρλισμός. Πλουραλισμός.
Σήμερα δεν τους αντέχω. Η διάθεση μου, μόνο το ψίθυρο του κύματος υποφέρει, αντί αυτού ακούω μπερδεμένες φωνές,συνταγές μαγειρικής με γαρνιτούρα κορωνοϊό, αθλητικά, πολιτικά, υπαρξιακά, σεξιστικά, μεταφυσικά. Μια ζωντανή εφημερίδα η παραλία . Προσπαθώ να συγκεντρωθώ παρατηρώ τους γύρω μου, η απληστία ξεχειλίζει. Προσηλωμένοι στην κατοχή της ύλης , στεγνοί από αισθήματα, κενοί. Δεν τους ταράζει τίποτε, Δεν αγαπούν τίποτε, εκτός από ότι τους ανήκει.


Γκρινιάζουν για τη θερμοκρασία του νερού, άλλος τα θέλει πιο δροσερά, άλλος πιο ζεστά. Για το κυματάκι, που θα τους χαλάσει το τριχωτό της κεφαλής, για κάτι που δεν υπάρχει , αλλά έπρεπε να το εφεύρουν, για να ενισχύσουν την άρνησή τους γι’ αυτόν τον παράδεισο που τους παραδίδεται κάθε καλοκαίρι.
Θέλω να εξαφανιστούν όλοι.
Τέτοιοι άνθρωποι που με περιστοιχίζουν όπως αναρωτιέται ο Νίκος Ξυδάκης... “Δεν αγάπησαν ποτέ; Δεν κλαίνε; Δεν αμφιβάλλουν; Δεν φοβούνται; Ασφαλώς, κάποτε, κάπως. Κατόπιν το πολέμησαν, το έδιωξαν. Έδιωξαν το είναι, τώρα γέρνουν παμφάγοι στο έχειν και στο φαίνεσθαι.”
Βλέπω το κύμα να έρχεται και να τραβιέται. “Πηγαίνω και τραβιέμαι από τους ανθρώπους αυτούς τους στεγνούς, τους άνιωθους και απνευμάτιστους. Τους απεχθάνομαι, δεν θέλω να τους μοιάζω, μα νιώθω ότι φυτρώνουμε από την ίδια ρίζα. Λογαριάζω ότι πάντα υπήρχαν άνθρωποι του μόχθου και της σκέψης, κι άνθρωποι του χρήματος και του εγωισμού". Μια άλλη φορά θα δείξω συγκατάβαση, μακάρι να μπορούσα και σήμερα να μην τους κατακρίνω…

Την φωτογραφία την έχω δημοσιεύσει παλαιότερα, αλλά μου αρέσει τόσοοο
πολύ...

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

Έτσι και αλλιώς θα καιγόταν ο “Ερημίτης”

Έτσι και αλλιώς θα καιγόταν ο “Ερημίτης”

Κάηκε και ο “Ερημίτης”, που έτσι και αλλιώς θα καιγόταν , όπως μας διαβεβαίωσε ο Πρωθυπουργός εσχάτως, που επισκέφτηκε την Κέρκυρα για να εγκαινιάσει την επένδυση.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δεν έχω τι να γράψω, δεν έχω τι να πω. Για να πω την αλήθεια ούτε να ακούσω δε θέλω. Τι να πεις μετά απ’ αυτό το ολοκαύτωμα. Αυτές τις ώρες της καταστροφής, οργίζομαι και αποσυντονίζομαι γίνομαι πυρ και μανία.
Τελικά είμαστε εδώ, για να επαναλαμβάνουμε αυτά που έχουμε ξαναζήσει και αυτά που θα ξαναζήσουμε. Πριν λίγα χρόνια την ίδια εποχή περιγράφαμε την καταστροφή με την ελπίδα να μην ξανασυμβεί τέτοιο κακό. Σήμερα το ίδιο κακό και χειρότερο και με την βεβαιότητα πλέον ότι θα ξανασυμβεί.
Στο «Κατά παντός υπευθύνου» ο συμπατριώτης μας Γιώργος Κάρτερ μας λέει ότι:
''Το κακό παράγινε αλγεινό κι είναι σκεβρωμένοι οι ώμοι μας απ’ το φορτίο των τάφων.
Ποιος κερατάς κρατάει τα κίνητρα και ξεχειλώνει τις αόρατες τρύπες και μολύνει το θόλο με μελανιές του Κάτω κόσμου;''
Κατά παντός υπευθύνου. Βουβή οργή, εκκωφαντική σιωπή. Τι να πεις και τι άλλο να γράψεις.
Πάνω από την καμένες περιοχές της πατρίδας μας,την Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Αττική, τα νησιά του Αιγαίου, πάνω από την καμένη Ελλάδα, ασχημονούν, υβρίζουν, υποκρινόμενοι κλαίνε και γελούν και πάνω απ’ όλα λένε ψέματα.
Και ο Στάθης στο ''Ναυτίλο'' τότε και τώρα, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
''Τη χώρα δεν την καίει η τρομοκρατία, την καίει το ίδιο της το σύστημα. Το σύστημα της διακυβέρνησης της, που στερείτε κτηματολόγιο και δασολόγιο, που επιβραβεύει το καταπατητή, που αποχαρακτηρίζει δασικές εκτάσεις, που εκποιεί δημόσιες γαίες, που δεν έχει συλλάβει έναν εμπρηστή, αυτό καίει τη χώρα. Το πρόβλημα της ανικανότητας να αντιμετωπισθεί η καταστροφή έπεται. Είναι αποτέλεσμα ενός προβλήματος βαθύτερου δομικού: του τρόπου με τον οποίο κυβερνιέται αυτή η χώρα τα περισσότερα χρόνια από την μεταπολίτευση και μετά. Και της ιδεολογίας που έχει παράξει αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης Είμαστε πλέον βέβαιοι. Θα ξανακαούμε! Ναι, μιλώ για τις φωτιές του μέλλοντος. Του εγγύς μέλλοντος! Όταν θα καίγεται αύριο ό,τι δεν πρόκανε να καεί σήμερα.''
Κάθε φορά, την επαύριο μιας μεγάλης φωτιάς μιλάμε για αυτήν καμιά δεκαριά μέρες και μετά οριοθετούμε τα νέα οικοπεδάκια, γίνονται οι πρώτες ενθαρρυντικές καταπατήσεις, πέφτουν τα πρώτα μπετά, φτιάχνει και ο κύριος Υπουργός το ανάλογο ρυθμιστικό σχέδιο - και η ζωή συνεχίζεται όλο και πιο αβίωτη, όλο και πιο άχαρη, όλο και πιο φτωχή...
Για την επόμενη φωτιά, δεν μιλά κανείς. Ώσπου να ξεσπάσει.
Από το 1985, το '87, το '93, το '97, το 2002, το 2005, το 2007, το 2009, το 2018 μέχρι σήμερα, βράζουμε στο ίδιο καζάνι με τις φωτιές - όχι όλοι όμως, άλλο εμείς που καιγόμαστε κι άλλο αυτοί που μας καίνε.
Έτσι και αλλιώς θα καιγόταν ο “Ερημίτης”

Κάηκε και ο “Ερημίτης”, που έτσι και αλλιώς θα καιγόταν , όπως μας διαβεβαίωσε ο Πρωθυπουργός εσχάτως, που επισκέφτηκε την Κέρκυρα για να εγκαινιάσει την επένδυση.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δεν έχω τι να γράψω, δεν έχω τι να πω. Για να πω την αλήθεια ούτε να ακούσω δε θέλω. Τι να πεις μετά απ’ αυτό το ολοκαύτωμα. Αυτές τις ώρες της καταστροφής, οργίζομαι και αποσυντονίζομαι γίνομαι πυρ και μανία.
Τελικά είμαστε εδώ, για να επαναλαμβάνουμε αυτά που έχουμε ξαναζήσει και αυτά που θα ξαναζήσουμε. Πριν λίγα χρόνια την ίδια εποχή περιγράφαμε την καταστροφή με την ελπίδα να μην ξανασυμβεί τέτοιο κακό. Σήμερα το ίδιο κακό και χειρότερο και με την βεβαιότητα πλέον ότι θα ξανασυμβεί.
Στο «Κατά παντός υπευθύνου» ο συμπατριώτης μας Γιώργος Κάρτερ μας λέει ότι:
''Το κακό παράγινε αλγεινό κι είναι σκεβρωμένοι οι ώμοι μας απ’ το φορτίο των τάφων.
Ποιος κερατάς κρατάει τα κίνητρα και ξεχειλώνει τις αόρατες τρύπες και μολύνει το θόλο με μελανιές του Κάτω κόσμου;''
Κατά παντός υπευθύνου. Βουβή οργή, εκκωφαντική σιωπή. Τι να πεις και τι άλλο να γράψεις.
Πάνω από την καμένες περιοχές της πατρίδας μας,την Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Αττική, τα νησιά του Αιγαίου, πάνω από την καμένη Ελλάδα, ασχημονούν, υβρίζουν, υποκρινόμενοι κλαίνε και γελούν και πάνω απ’ όλα λένε ψέματα.
Και ο Στάθης στο ''Ναυτίλο'' τότε και τώρα, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
''Τη χώρα δεν την καίει η τρομοκρατία, την καίει το ίδιο της το σύστημα. Το σύστημα της διακυβέρνησης της, που στερείτε κτηματολόγιο και δασολόγιο, που επιβραβεύει το καταπατητή, που αποχαρακτηρίζει δασικές εκτάσεις, που εκποιεί δημόσιες γαίες, που δεν έχει συλλάβει έναν εμπρηστή, αυτό καίει τη χώρα. Το πρόβλημα της ανικανότητας να αντιμετωπισθεί η καταστροφή έπεται. Είναι αποτέλεσμα ενός προβλήματος βαθύτερου δομικού: του τρόπου με τον οποίο κυβερνιέται αυτή η χώρα τα περισσότερα χρόνια από την μεταπολίτευση και μετά. Και της ιδεολογίας που έχει παράξει αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης Είμαστε πλέον βέβαιοι. Θα ξανακαούμε! Ναι, μιλώ για τις φωτιές του μέλλοντος. Του εγγύς μέλλοντος! Όταν θα καίγεται αύριο ό,τι δεν πρόκανε να καεί σήμερα.''
Κάθε φορά, την επαύριο μιας μεγάλης φωτιάς μιλάμε για αυτήν καμιά δεκαριά μέρες και μετά οριοθετούμε τα νέα οικοπεδάκια, γίνονται οι πρώτες ενθαρρυντικές καταπατήσεις, πέφτουν τα πρώτα μπετά, φτιάχνει και ο κύριος Υπουργός το ανάλογο ρυθμιστικό σχέδιο - και η ζωή συνεχίζεται όλο και πιο αβίωτη, όλο και πιο άχαρη, όλο και πιο φτωχή...
Για την επόμενη φωτιά, δεν μιλά κανείς. Ώσπου να ξεσπάσει.
Από το 1985, το '87, το '93, το '97, το 2002, το 2005, το 2007, το 2009, το 2018 μέχρι σήμερα, βράζουμε στο ίδιο καζάνι με τις φωτιές - όχι όλοι όμως, άλλο εμείς που καιγόμαστε κι άλλο αυτοί που μας καίνε.
Κάηκε και ο “Ερημίτης”, που έτσι και αλλιώς θα καιγόταν , όπως μας διαβεβαίωσε ο Πρωθυπουργός εσχάτως, που επισκέφτηκε την Κέρκυρα για να εγκαινιάσει την επένδυση.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δεν έχω τι να γράψω, δεν έχω τι να πω. Για να πω την αλήθεια ούτε να ακούσω δε θέλω. Τι να πεις μετά απ’ αυτό το ολοκαύτωμα. Αυτές τις ώρες της καταστροφής, οργίζομαι και αποσυντονίζομαι γίνομαι πυρ και μανία.
Τελικά είμαστε εδώ, για να επαναλαμβάνουμε αυτά που έχουμε ξαναζήσει και αυτά που θα ξαναζήσουμε. Πριν λίγα χρόνια την ίδια εποχή περιγράφαμε την καταστροφή με την ελπίδα να μην ξανασυμβεί τέτοιο κακό. Σήμερα το ίδιο κακό και χειρότερο και με την βεβαιότητα πλέον ότι θα ξανασυμβεί.
Στο «Κατά παντός υπευθύνου» ο συμπατριώτης μας Γιώργος Κάρτερ μας λέει ότι:
''Το κακό παράγινε αλγεινό κι είναι σκεβρωμένοι οι ώμοι μας απ’ το φορτίο των τάφων.
Ποιος κερατάς κρατάει τα κίνητρα και ξεχειλώνει τις αόρατες τρύπες και μολύνει το θόλο με μελανιές του Κάτω κόσμου;''

Κατά παντός υπευθύνου. Βουβή οργή, εκκωφαντική σιωπή. Τι να πεις και τι άλλο να γράψεις.
Πάνω από την καμένες περιοχές της πατρίδας μας,την Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Αττική, τα νησιά του Αιγαίου, πάνω από την καμένη Ελλάδα, ασχημονούν, υβρίζουν, υποκρινόμενοι κλαίνε και γελούν και πάνω απ’ όλα λένε ψέματα.
Και ο Στάθης στο ''Ναυτίλο'' τότε και τώρα, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
''Τη χώρα δεν την καίει η τρομοκρατία, την καίει το ίδιο της το σύστημα. Το σύστημα της διακυβέρνησης της, που στερείτε κτηματολόγιο και δασολόγιο, που επιβραβεύει το καταπατητή, που αποχαρακτηρίζει δασικές εκτάσεις, που εκποιεί δημόσιες γαίες, που δεν έχει συλλάβει έναν εμπρηστή, αυτό καίει τη χώρα. Το πρόβλημα της ανικανότητας να αντιμετωπισθεί η καταστροφή έπεται. Είναι αποτέλεσμα ενός προβλήματος βαθύτερου δομικού: του τρόπου με τον οποίο κυβερνιέται αυτή η χώρα τα περισσότερα χρόνια από την μεταπολίτευση και μετά. Και της ιδεολογίας που έχει παράξει αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης Είμαστε πλέον βέβαιοι. Θα ξανακαούμε! Ναι, μιλώ για τις φωτιές του μέλλοντος. Του εγγύς μέλλοντος! Όταν θα καίγεται αύριο ό,τι δεν πρόκανε να καεί σήμερα.''
Κάθε φορά, την επαύριο μιας μεγάλης φωτιάς μιλάμε για αυτήν καμιά δεκαριά μέρες και μετά οριοθετούμε τα νέα οικοπεδάκια, γίνονται οι πρώτες ενθαρρυντικές καταπατήσεις, πέφτουν τα πρώτα μπετά, φτιάχνει και ο κύριος Υπουργός το ανάλογο ρυθμιστικό σχέδιο - και η ζωή συνεχίζεται όλο και πιο αβίωτη, όλο και πιο άχαρη, όλο και πιο φτωχή...
Για την επόμενη φωτιά, δεν μιλά κανείς. Ώσπου να ξεσπάσει.
Από το 1985, το '87, το '93, το '97, το 2002, το 2005, το 2007, το 2009, το 2018 μέχρι σήμερα, βράζουμε στο ίδιο καζάνι με τις φωτιές - όχι όλοι όμως, άλλο εμείς που καιγόμαστε κι άλλο αυτοί που μας καίνε.

Ο πόθος γι' αυτό που δεν κατέχουμε...μας χειραγωγεί

Κρίση κρίση, οι διαφημίσεις όμως για τα νέα μοντέλα κινητών τηλεφώνων και αυτοκίνητων, επιμένουν προκλητικά. Μα έχουμε όλοι κινητά περισσότερα του ενός και τα αυτοκίνητα μας έχουν πνίξει.

"Έτσι θα ξεπεράσουμε την κρίση. Αυτοί είναι οι κανόνες της νέας οικονομίας.” μας λένε, όσο για την πραγματική…
Με τη λατρεία των πραγμάτων, όλοι βρίσκουμε τον μπελά μας. “Η κατοχή δεν ταυτίζεται με τη χρηστικότητα, γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, “με την αντικειμενική αξία του πράγματος , κάθε εξορθολογισμός απορρίπτεται. Ο άσβεστος πόθος γι' αυτό που δεν κατέχουμε, τελικά αποδεικνύεται ισχυρότατο κίνητρο.

Πάμε πάντα προς το απώτερο του παρόντος, γι' αυτό και το παιδί χαίρεται με την αναμονή του παιχνιδιού - ποτέ με την κατοχή του...”
Αυτό απουσιάζει τελικά από τη ζωή μας; Αυτό αποτελεί την ύψιστη ανάγκη μας; Μας περίσσεψαν οι άνθρωποι και ψάχνουμε αντικείμενα για να καλύψουμε την απουσία;
«Απούσα η μορφή σου διαστέλλεται τόσο που γεμίζει το σύμπαν. Περνάς στη ρευστή κατάσταση των φαντασμάτων. Παρούσα, συμπυκνώνεται και αποκτάς το ειδικό βάρος των βαρύτερων μετάλλων, του ιριδίου και του υδράργυρου. Αυτό το βάρος με πεθαίνει καθώς πέφτει στην καρδιά μου», γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.
Κι όσον για κείνον που ποθεί, όπως παρατηρεί ο Μπαρτ, «το αντικείμενο της αγάπης είναι πάντοτε απόν κι από την ταραχή που φέρνει η απουσία, γεννιέται ο στεναγμός».
Σ ΄αυτή την απουσία έχουμε ανάγκη παρουσίας, γιατί αυτή αποτελεί την χαμένη μας Εδέμ, τα χαμένα μας κομμάτια . Πως θα την αποκτήσουμε; Με κινητά τηλέφωνα που ψήνουν καφέ και αυτοκίνητα που στριμώχνονται στους δρόμους. Εγώ δεν καταλαβαίνω.
Αυτοί, όμως, έχουν καταλάβει, που στο δρόμο το χάσαμε το σημαντικό και επιδιώκουν με το αζημίωτο να το αναπληρώσουν με ασημαντότητες. Με πληρωμένα προσχήματα προσπαθούν τάχατες να μας φέρουν κοντά.
Ακριβώς Κυρία μου «Όλα για ένα σύννεφο προκαταβολή. Στις 60 άτοκες θα έρθει η καταιγίδα. Δε μου αρέσουν οι ομπρέλες ή μη μόνον όταν φέρνουν κοντά δυο ανθρώπους με το πρόσχημα της βροχής. Θα μου πείτε, το «κοντά» χρειάζεται προσχήματα; Γιατί υπάρχει κάτι άλλο πια, που να μην τα χρειάζεται;» Εκεί ποντάρουν…

Θα λιώσεις ... θα τελειώσεις

Δε κάνω και τίποτα σπουδαίο. Μια μικρή μάχη δίνω κάθε μέρα , από μια θέση που μπορεί και να είμαι χρήσιμος. Από εδώ που ξέρω να βρίσκω στόχο, από εδώ , που μπορεί να είναι λίγο είναι όμως κάτι...

Είναι η εποχή τόσο μπερδεμένη, που μας δυσκολεύει να φανερώσουμε μια σταθερή θέση, να δώσουμε μια ξεκάθαρη απάντηση. Στην ερώτηση “τι λες εσύ” το μυαλό μας περιπλανιέται σε πρώτες, δεύτερες, και τρίτες σκέψεις και καταλήγει σε ένα - με μεγάλη δόση αμφιβολίας - “νομίζω”.
Δεν ήταν πάντα έτσι, θα έπρεπε να γκρεμισθεί ένας κόσμος, που βομβάρδιζε με βεβαιότητες τα άγουρα μυαλά μας, να ηττηθούν τα δόγματα που μας νανούριζαν, να προστεθεί γνώση και χρόνος, για να εντάξουμε την αμφιβολία στην καθομιλούμενη.
Η εποχή μας βομβαρδίζει, αν χάσεις την προσήλωση στο στόχο και ακολουθήσεις τις προτροπές της, κινδυνεύεις να σκορπίσεις και στο τέλος, δεν θα είσαι χρήσιμος σε κανέναν. “Ένα ξέπνοο σώμα που έδωσε το παρόν σε όλες τις μάχες και δεν βοήθησε σε καμία” γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “Πόσα συνεχόμενα ενενηντάλεπτα μπορείς να παίξεις σε υψηλό επίπεδο; Σε πόσα αθλήματα μπορείς να διεκδικήσεις κάτι παραπάνω από την τιμητική συμμετοχή σου; Θέλεις να βοηθήσεις πραγματικά ή να φτιάξεις βιογραφικό;”

Σε εποχές με όλα τα μέτωπα ανοιχτά, επιλέγεις τις μάχες σου. Τι κάνουμε; Τι άλλο από να κρατηθούμε όρθιοι και να προσηλωθούμε ο καθένας στο στόχο του.
Πολλά μέτωπα ανοιχτά, μεγάλες οι ανάγκες, δε μπορούμε. Θα λιώσουμε. Θα τελειώσουμε. Γι’ αυτό από τη θέση του ο καθένας, που μπορεί να σημαδεύει και να βρίσκει το στόχο. Αυτό το λίγο είναι πολύ.
Δεν χρειάζεται να κολλήσουμε και άλλα ένσημα από την παρουσία μας εδώ και εκεί και πουθενά στο τέλος.

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....