Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2022

Η γλώσσα είναι ψυχή

Η ελληνική γλώσσα είναι ψυχή, μια ψυχή όλο φως, που διαχέεται σε όλη τη γη, διαθλάται σε πολλές άλλες γλώσσες, αντανακλά την ιστορία της ανθρωπότητας.

Το έγραψα παλαιότερα. Παγκόσμια ημέρα της Ελληνικής γλώσσας αύριο, γι' αυτήν ο λόγος, για τη γλώσσα μας, που μπορεί να περιορίζεται η διδασκαλία της, ανά την υφήλιο, εμείς εδώ όμως χωρίς αυτήν, πώς να ζήσουμε πραγματική ζωή. Γιατί όπως γράφει ο Θοδωρής Καλιφατίδης «Αν ο Θεός είναι η αλήθεια, τότε η γλώσσα είναι ο Θεός» ,
Μονάχα στη γλώσσα μας, άλλωστε, όπως γράφει στην παρουσίαση ενός βιβλίου του Καλιφατίδη, η φίλη μου βιβλιοκριτικός Ελένη Γκίκα “μπορεί να μας συμβούν τα πιο βαθιά και αληθινά μας: να ερωτευθούμε, να σταθούμε απέναντι στη γέννηση και το θάνατο, να τραγουδήσουμε τον καημό μας και τη χαρά μας, να κάνουμε τέχνη αναζητώντας το απόλυτο. Νανουρίσματα, μοιρολόγια, δημοτικό τραγούδι και αμανέδες, ραβασάκια, προσευχές και ποίηση μονάχα στη γλώσσα μας μπορούμε να κάνουμε.”



Και αν η γλώσσα μας δεν είναι τα γαλλικά, τα γερμανικά ή τα πανταχού παρόντα κι επιβληθέντα αγγλικά, εμείς δεν γίνεται παρά να υπεραμυνθούμε, του δικαιώματός μας να γεννιόμαστε, να ερωτευόμαστε, να ελπίζουμε, να διεκδικούμε και να πεθαίνουμε μονάχα στη γλώσσα μας.
Γιατί και τα τραγούδια δεν γίνεται παρά να είναι στη γλώσσα μας.
Γιατί ακόμα και η σιωπή σε άλλη γλώσσα γίνεται, εν τέλει, άλλη σιωπή. Και η αλήθεια, ξέρετε, καμία φορά κρύβεται εκεί, στη σιωπή. Η ψυχή μας στο ρυθμό και η άδηλη αλήθεια στη σιωπή και στην αθέατη πλευρά της ζωής μας.
Κι η γλώσσα, το παντοτινό λιμανάκι μας, εμπεριέχοντας την εσαεί επιστροφή μας. «Ήταν ώρα να ξαναγυρίσω στο γραφείο μου και να ξαναπιάσω το σκάψιμο στο μόνο χωράφι που είχα ποτέ στην Ελλάδα: τα ελληνικά μου» μας λέει ο συγγραφέας που έλειπε 35 χρόνια μακριά από την Ελλάδα. Διότι σε ένα χωράφι μπορεί ν’ ανθίσει κανείς.
Ένα ποίημα. Δυο διαφορετικές μεταφράσεις. Ίδιο νόημα. Άλλο ποίημα.

Εις μνήμην: Είναι ρατσισμός να σε τραβάει η ομορφιά;

Δεν ξέρω αν ήταν στη φωτογραφία ή ζωντανή απέναντί μου. Δεν έχω καταλήξει αν ήρθε στον ύπνο μου ή στο ξύπνιο μου. Την είδα ξαφνικά και έχασα το φως μου. Όμως συνέχισα να βλέπω. Ήταν όπως κλείνουμε τα μάτια μπροστά από ένα δυνατό φως και το φως εξακολουθεί να μας θαμπώνει.


Όσες φορές προσπάθησα να γράψω για την ομορφιά, πάντα βρέθηκα μπερδεμένος. Θα προσπαθήσω επιστρατεύοντας και τις τελευταίες εφεδρείες της ειλικρίνειας μου, για να καταλήξω και πάλι σε ερωτηματικό, αλλά ήσυχος που θα έχω γράψει την δική μου αλήθεια και ας μην είναι η αλήθεια.

Δεν μπορώ να απαξιώσω την ομορφιά, δεν μπορώ να την τοποθετήσω σε δεύτερη μοίρα πίσω από την δύναμη του μυαλού και την γενναιότητα της ψυχής.
Θέλω να την αγγίξω. Δεν είναι εύκολο. Επιστράτευσα τον Μπρούνο Μοντεμπέλι
“Το δέρμα της που είχε ψηθεί στον ήλιο σκόρπιζε τώρα γύρω του τα χρώματα και τα τ’ αρώματά του. Μύριζα κανέλλα, πιπέρι και τζίνζερ. Γευόμουν με τα μάτια την καφετιά κρέμα με την οποία φαινόταν να έχει αλειφθεί ολόκληρη, τις κιτρινωπές σαν από χρυσόξυλο αποχρώσεις της επιδερμίδας, τις βιολέτες της ανταύγειες και τους μικρούς της λοφίσκους από μαύρη άμμο όπου σπινθηροβολούσε ένα φίνο μωσαϊκό από μικροσκοπικούς κρυστάλλους. Αυτό το δέρμα απέπνεε θερμότητα και όμως ήταν γεμάτο δροσιά , τα δάκτυλα μου γλιστρούσαν απρόσκοπτα πάνω στην γυαλιστερή του επιφάνεια . Εργάζονταν με επιδεξιότητα και ευφροσύνη , διαπερνούσαν, χώνονταν μέσα στη σάρκα, ζέσταιναν τα βαθιά νερά - και δέχονταν την απάντηση, η γυναίκα μάλιστα πήγαινε μπροστά απ’ αυτά , ανασηκώνοντας το σώμα της, τεντώνονταν το, αργοκουνώντας το κυματιστά για να επισπεύσει την έφοδο της ηδονής.
Γιατί μου χρειάστηκε ο Έζρα για να καταλάβω ότι “αγγίζω” σημαίνει επίσης “αγγίζομαι” ; Ότι δεν υπάρχει άλλη αίσθηση ικανή να δώσει όσο και να πάρει; Ότι δεν υπάρχει ένωση πιο βαθιά από την ένωση της σάρκας των σωμάτων; Ευλογημένος που μου άνοιξε τα μάτια.”
Είναι ρατσισμός να σε τραβάει η ομορφιά και αφήστε αυτά περί υποκειμενικής ομορφιάς. Όχι δεν είναι. Ρατσισμός είναι να θεωρείς τον άσχημο κατώτερο. “Και δεν τον θεωρείς κατώτερο όταν δεν του δίνεις το δικαίωμα να κοσμήσει κι εκείνος μία αφίσα; όταν δεν θέλεις να σε εκπροσωπεί;” θα μου πεις. “Με μπέρδεψες, δεν ξέρω…
Ήταν σίγουρο που το μυαλό μας, πάλι θα μπερδευτεί, η ομορφιά όμως δεν κάνει παρέα με το μυαλό, αυτό το παίρνει και το σηκώνει. Και έτσι όπως είναι σηκωμένο και πετάει στα σύννεφα μια αλήθεια ξέρει και τη λέει και ας κακοχαρακτηρισθεί.
Αυτήν λέει... όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου πως ναι μεν η “ομορφιά του ανθρώπου” κερδίζεται, και πολλές φορές το μυαλό και η ψυχή κάποιου μπορούν να σε γοητέψουν, άλλα από την άλλη, η “χαρισμένη”, η άκοπη, αντικειμενική ομορφιά … "Μπορεί να με κάνει να αλλαξοπιστήσω γαμώτο. Αδύναμος, σακάτης, ένας αξιοθρήνητος ικέτης σε γυναικεία γόνατα που έχουν επάνω μου δικαίωμα ζωής και θανάτου”.

Δεν θα πάρω θέση πίσω από την κλειδαρότρυπα

Μια αφόρητη μπόχα αναδύεται από παντού. Το χειρότερο είναι ότι γίνεται μια προσπάθεια να μετατρέψουν τα ειδεχθή εγκλήματα σε πιπεράτες ιστορίες. Και ακόμη χειρότερο... σκοτώνουν ό,τι πιο όμορφο μας χαρίζει αυτή η ζωή. Τον έρωτα.
Γεννηθήκαμε θλιμμένοι ή γίναμε; Είναι επόμενο. Σε μια κοινωνία στερημένη από αξίες. Σε μια κοινωνία που κάθεται πίσω από την κλειδαρότρυπα. Σε μια κοινωνία που έχει μετατραπεί σε κρεατομηχανή. Σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από το τρίπτυχο “σπέρμα αίμα ψέμα”, αυτά τα φαινόμενα να εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα.


Δεν θα πάρω θέση πίσω από την κλειδαρότρυπα. Δεν συμμετέχω σ΄ αυτό το ομαδικό μπανιστήρι, άρα δεν έχω και τίποτα συνταρακτικό να σας αποκαλύψω. Την λύπη μου προσπαθώ να εκφράσω για τα απανωτά πλήγματα που δέχεται ο πολιτισμός μας. Δεν είναι μόνο τα γεγονότα που μας αμαυρώνουν, είναι και τα γύρω απ΄ αυτά, ο τρόπος που τα παρουσιάζουν, ο τρόπος που τα καταδικάζουν και ο τρόπος που τα υπερασπίζονται.
Η μπόχα έρχεται από παντού. Από την επικοινωνία , από την δικαιοσύνη, από την πολιτική. Ντροπή. Μια μεγάλη ντροπή.
Φεύγω… Ένα παλαιότερο κείμενο βάλσαμο. Τελικά ο μόνος τρόπος για να γλυτώσουμε από την δυσωδία είναι να συνομιλήσουμε με το μεγάλο, με όλα εκείνα που αντέχουν στον χρόνο, με εκείνες τις σταθερές που μας επαναφέρουν. Μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε την κλειδαρότρυπα.
Νοιώθω μικρός μπροστά στον απέναντι βράχο. Χιλιάδες χρόνια είναι εκεί και χιλιάδες θα παραμείνει. Αυτή η σταθερά διευκολύνει τη μικρή ζωή μας και κάνει λιγότερα επώδυνα τα πράγματα ακόμα και όσο αφορά το τέλος της ... είναι δύσκολο να φανταστώ το τέλος του βράχου, το τέλος της θάλασσας.
Δεν ξέρω πως προέκυψε αυτή η ανάγκη για τη φύση. Ίσως επειδή η φύση αλλάζει τα μεγέθη και με ηρεμεί.

«Τα μόνα πράγματα που αντέχουν στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή. 

Τα καρφιά της ματαίωσης

Αφορμή η συζήτηση στη Βουλή που προηγήθηκε, σχετικά με την πρόταση μομφής που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση. Τρόμαξα. Δε μπορεί είπα, κάποια επιθεώρηση παρακολουθώ που γυρίστηκε στη Βουλή, παίζει και ο Μένιος Φουρθιώτης. Για όσους είναι άγνωστος, μέσα σε αυτούς και ο Πρωθυπουργός, ο Φουρθιώτης όπως γράφει ο Νίκος Μπογιόπουλος, είναι η επιτομή της εφ’ όλης της ύλης σαπίλας ενός ολόκληρου συστήματος: Σαπίλα μιντιακή με TV-σκουπίδια και εκδότες-σούργελα. Σαπίλα πολιτική με «επιτελικές» υποκοσμιακές διασυνδέσεις. Σαπίλα αστυνομική με "αριστες" προτεραιότητες και αντανακλαστικά. Σαπίλα "πετσοδημοσιογραφική" που όταν μπουκώνεται ούτε ακούει ούτε βλέπει. Σαπίλα οικονομική με "υγιή" επιχειρηματικότητα του τύπου "τ’ αγγειά γινήκαν θυμιατά/ και τα σκατά λιβάνι/ οι νταβαντζήδες γίναν δήμαρχοι/ κι οι κλέφτες καπετάνιοι».


Δυστυχώς, αυτή είναι σήμερα η πολιτική πραγματικότητα. Μια κατάσταση που έχει παγιωθεί και έχει γίνει αποδεκτή από την κοινωνία.
Το θέμα μας όμως είναι η κοινωνία.
Ας πούμε ότι τελείωσαν τα μνημόνια, που δεν τελείωσαν. Ας υποθέσουμε πως ξεπεράστηκε η οικονομική κρίση, που δεν ξεπεράστηκε. Εκτός από την αδυναμία της αγοραστικής μας δύναμης, τι αλλαγή επήλθε στη συμπεριφορά, τόσο της κεντρικής διοίκησής, όσο και της ίδιας της κοινωνίας, ύστερα απ΄ το ισχυρό σοκ που βίωσε και βιώνει;
Ίδιες συμπεριφορές. Ίδιες λογικές. Ρουσφέτια, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, απαξίωση του δημόσιου χώρου, αποθέωση του χρήματος, υποτίμηση του πολιτιστικού αποθέματος. Οι ίδιοι που στα στα χρόνια της κραιπάλης δόξαζαν τον ατομισμό, τον κυνισμό το λάιφστάιλ, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, την υποκουλτούρα και ήταν αδιάφοροι απέναντι στην διαφθορά και τα οικονομικά σκάνδαλα, αφού στο ζενίθ της οικονομικής κρίσης έριξαν το ανάθεμα για εκείνη την περίοδο, σήμερα επέστρεψαν στο οικείο περιβάλλον και κάνουν τα ίδια και χειρότερα.
Πάρτε ένα παράδειγμα από την μικρή μας Πόλη. Μπήκαμε στο κατάλογο μνημείων της Unesco από 2007, βλέπετε να μας απασχολεί το θέμα, γεμίσαμε τραπεζοκαθίσματα και ξεχειλίσαμε στο πλαστικό, οι μικρές πλαζ της πόλης απώλεσαν τον λαϊκό χαρακτήρα τους και έγιναν πριβέ, το ίδιο και η νησίδα Βίδο. Τα λεωφορεία τέρατα, ανοιχτά και κλειστά προκαλούν κυκλοφορική ασφυξία και απειλούν να πνίξουν το ιστορικό κέντρο. Καμία σοβαρή υποδομή, ο πολιτισμός παρεξηγημένη λέξη, τα σκουπίδια αφού μας έπνιξαν και δηλώσαμε την αδυναμία μας να τα διαχειριστούμε, δρομολογήσαμε την μεταφορά τους έξω από το νησί και πανηγυρίζουμε γι αυτό. Το εργοστάσιο επεξεργασίες οδηγείται στις καλένδες. Παράλληλα ξεπουλήθηκε το αεροδρόμιο, ετοιμάζεται το λιμάνι και στο όνομα της ανάπτυξης καταστρέφουμε ξεπουλώντας και τσιμεντάροντας, μέρη φυσικού κάλους όπως ο “Ερημίτης”.
Όλα αυτά σε περίοδο κρίσης. Τα ίδια και χειρότερα από την εποχή του Σημίτειου εκσυγχρονισμού. Να σας θυμίσω ήταν τότε που διακηρύχθηκε το σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. “Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ”, όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης, “όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης.” Όταν έσπασε η φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, το φόβο, το μίσος.
Το χειρότερο!!! Θεωρούμε το ψέμα στην πολιτική σαν κάτι φυσιολογικό και δεν μας ενοχλεί. Η αλήθεια όμως όπως έχει γράψει ο Γκράμσι είναι επαναστατική “παραμένει προοδευτική, δραστική και ανατρεπτική. Αυτός ο κόσμος δυστυχώς προστατεύεται από το πέπλο των παραισθήσεων και των αυταπατών που μας γεννά το δήθεν δικαίωμα να βλέπουμε βιτρίνες μέσα από την κλειδαρότρυπα. 
Δείτε λιγότερα

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Ανταλλάσσοντας νοσταλγίες

Αφορμή ένα παιγνίδι μνήμης. Γιατί δεν σβήστηκε εκείνη η στιγμή, στην αρχή της ηλικιακής αρίθμησης; Ναι, θυμάμαι εκείνη την εικόνα στο πανηγύρι, με τη ματιά ενός παιδιού, με το συναίσθημα και τα χρώματα ενός παραμυθιού. Με την μαγεία της αθωότητας, με μια γλύκα που τα σκέπαζε όλα. Ένα παλαιότερο σήμερα, που επανέρχεται, όταν ανταλλάσσονται νοσταλγίες. Το επανάφερε ένα τραγούδι από την παράσταση "οδός ονείρων" ,που ακούω αυτή την στιγμή.




Θα συνεχίσω τη διαδρομή, με την βεβαιότητα ότι οι λέξεις δεν θα μπορέσουν να αποτυπώσουν το όνειρο.
Θα συνεχίσω όμως, ρίχνοντας λάδι στην φωτιά της ψυχής μου, που έχει ανάγκη απ’ αυτή τη μαγική διαδρομή.
Ο δικός μου δρόμος είχε πόρτες ανοιχτές, φωνές, χαρές, αστεία χωρίς παρεξηγήσεις, Α! είχε και παγωτατζή με το ποδήλατο, τον Αλέκο. Eίχε αρώματα από φρέσκο ψωμί, από καθαρό χώμα, από τριανταφυλώνες και νεραντζιές, από γιασεμί και καμέλιες. Είχε τις γυναίκες στα πεζούλια να γνέθουν και να πλέκουν. Είχε καραγκιόζη πίσω από το άσπρο σεντόνι. Είχε πολλά παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιγνίδια. Είχε γλέντια, χορούς και μουσική, πολύ μουσική. Kατά τύχη ήταν η ίδια μουσική που ακούγονταν και στην «Οδό Ονείρων». Ο δικός μου δρόμος είχε Έρωτες Θεούς να μας συντροφεύουν και να μας σημαδεύουν με γλυκές πλέον αναμνήσεις.
Είχε και εικόνες που θυμάμαι μόνο, όταν κάποιο σημερινό απομεινάριο μου τις θυμίσει. Το ταξίδι στην οδό ονείρων συνεχίζεται…
Ο δρόμος μου, παραμένει φωτεινός, ευτυχώς δεν το σκίασαν οι πολυκατοικίες, ο ήλιος τον φωτίζει ακόμα, οι άνθρωποι είναι αυτοί που έφυγαν, τον αφήσαν μόνο του, χωρίς παιδιά χωρίς λαλιά.
«Πάω να πω στον ουρανό,/ πάω να πω στα σύννεφο/το πουλί δεν πιάνεται, /το πουλί δεν χάνεται/ πάνω απ’ τον ουρανό/μέσα από τον άνεμο άνθισε χρυσάνθεμο /πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί/ σκοτωμένο που λαλεί.
Και για τον επίλογο, που δεν σημαίνει το τέλος αυτής εδώ της μαγικής διαδρομής πάλι ο δημιουργός έχει το λόγο:
Εδώ τελειώνει η μουσική για την Οδό Ονείρων.
Εδώ τελειώνουν τα όνειρα που μου δανείσατε εσείς οι ίδιοι μια βραδιά, δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια όνειρα που θα γεννήσετε, να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μια άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα…

Το χιόνι είναι πολύ όμορφο στις καρτ-ποστάλ

Τι ωραία η Ακρόπολη χιονισμένη να την βλέπεις από ψηλά. Τα συναισθήματα αλλάζουν βεβαίως αν μεταφερθούμε στην μπλοκαρισμένη “Αττική οδό” με τα χιλιάδες αυτοκίνητα ακινητοποιημένα.

«Όλη η φιλολογία γύρω από το χειμώνα είναι μια ρομαντική κατασκευή», γράφει στα σατιρικά του ο Νίκος Δήμου. «Βέβαια ο ρομαντικός εξωραϊσμός του χειμώνα, όταν δεν είναι αφέλεια, είναι μία άμυνα. Προσπαθούμε να δούμε τις καλές πλευρές του αναπόφευκτου. Κι όλη η τέχνη γύρω από τον χειμώνα; Η αποστολή της τέχνης είναι να απαλύνει την αντιξοότητα: αυτό κάνει και εδώ: καλλωπίζει το μαύρο, για να το αντέξουμε». Ο χειμώνας είναι μια δικτατορία


Το χιόνι είναι πολύ όμορφο στις καρτ-ποστάλ, αλλά δεν παύει να είναι ενοχλητικό και επικίνδυνο και για τον πεζοπόρο και για τον οδηγό. Για να μην πούμε τι συμβαίνει όταν φτάσει πάνω από τους 30 πόντους και κλείσουν οι δρόμοι.
Ο πάγος είναι καλός για τους παγοδρόμους - ιδιαίτερα σε κλειστά στάδια. Για όλους εμάς τους άλλους είναι πηγή ολισθημάτων και καταγμάτων. Λένε πως «το κρύο είναι υγεία» αλλά μόνο «υγιεινό» δεν είναι - προκαλεί μύρια όσα κακά: από κρυολογήματα και πνευμονίες μέχρι γρίπη και εμφράγματα. Ο «βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει», παγώνει και τους φτωχούς συμπολίτες μας που δεν έχουν να πληρώσουν πετρέλαιο και ρεύμα . Που δεν έχουν να αγοράσουν ζεστά ρούχα και «θερμήν υπόδεσιν δια τους παγωμένους πόδας των» όπως γράφει και ο Παπαδιαμάντης.
Γενικά ο χειμώνας είναι προνομιούχων. Το καλοκαίρι η ζέστη είναι τζάμπα, τα ρούχα λίγα και τα τρόφιμα φτηνότερα. Ακόμα και η μελαγχολία του φθινοπώρου στον χειμώνα έχει τις ρίζες της.
Χωρίς να θέλω να ανοίξω αυτήν τη συζήτηση, ο βαρύς Χειμώνας, που χαρακτηρίζεται πολλές φορές από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως αυτά που βιώνει αυτές τις μέρες η χώρα μας, γίνεται ασήκωτος και πολλές φορές φονικός, αν έχεις την “τύχη” να τα διαχειρίζονται αυτοί οι ανίκανοι που μας κυβερνούν...

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Η πραγματικότητα σκάει από ζήλια

Ξημερώνει Κυριακή, πριν δυο χρόνια, το ίδιο όνειρο, το κείμενο που ακολούθησε δεν μπορεί να είναι διαφορετικό σήμερα.

Απόψε ταξίδεψα σε άγνωστο χρόνο και τόπο, στην κόλαση ή στον παράδεισο, δύο προορισμοί για τους οποίους ακόμα δεν έχω αποφασίσει. Ήταν από εκείνα τα όνειρα, που νομίζεις ότι τα έχεις ξαναδεί, απ’ αυτά που θέλεις να ξαναδείς, και με κάποιο τρόπο μαγικό το υποσυνείδητο, σου κάνει το χατίρι και τα προβάλλει όταν η ψυχή τα έχει ανάγκη. Οι αισθήσεις έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και η όραση που ταλαιπωρείτε, από τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό πρεσβυωπίας, τα κατάφερε. Όλα δυνατά. Όλα έντονα. Με την πραγματικότητα να σκάει στη ζήλια.


Όνειρο ήταν και έσβησε. Πέρα από την συγκεχυμένη εικόνα, που έστω με κάποιο τρόπο μπορεί να μεταφερθεί, τα έντονα συναισθήματα πώς να τα μεταφέρεις;
«Μην τον ξυπνάτε θα λαχταρήσει όταν γυρίσει ξανά στη γη», λέει ένα τραγούδι. «Τώρα το που υπνοβατεί και πως περνάει ο καθένας που κλείνει τα μάτια του, είναι μεγάλη ιστορία. Άλλοι καλοπερνούν περιδιαβάζοντας ήσυχους ωκεανούς, ωραία νερά, καλοτάξιδα καράβια, φωτεινές αγκαλιές. Άλλοι μπαίνουν στα μνήματα της μνήμης τους, να φέρουν πίσω αγαπημένους, προσπαθούν να πετάξουν αλλά έχει βοριά, επιχειρούν να τρέξουν αλλά έχει εμπόδια».
Πιο πολύ από το όνειρο θυμάμαι εκείνο το δέκατο του δευτερόλεπτου που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. Αυτό το σχεδόν κενό χρόνου, που ονειρεύεσαι ότι ξύπνησες και ζεις μια εκδοχή του ονείρου, για άλλη μια φορά μέσα στο όνειρο. Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αν είσαι καλύτερα εκεί που ξύπνησες ή μήπως έπρεπε να μείνεις στο χωροχρόνο του ονείρου.
Ξημερώνει Κυριακή με βαρομετρικό χαμηλό. Μπήκα στο θάλαμο προσομοίωσης και βγήκα με την εμπειρία να βάζει φωτιά σε ό,τι προσπάθησε να με χαλάσει, γιατί η μοναξιά της Κυριακής σε παγώνει. Μπορεί να είναι και τ’ απογεύματα της Κυριακής, αυτά που σε κάνουν δίχως καρδιά. Τις Κυριακές σε μια επαρχιακή πόλη είναι όλα τόσο σιωπηλά. Θέλεις δεν θέλεις ακούς τους χτύπους της καρδιάς, πως γίνεται τις Κυριακές να μη σε σκέφτομαι; Οι υπόλοιπες μέρες τα κρύβουν, τα κρύβει η κίνηση τα καταπίνει ο θόρυβος της πόλης. Τις Κυριακές όμως είναι όλα σιωπηλά σ’ αδειάζει η πόλη που άδειασε. Είναι η ώρα που μπορείς να πεθάνεις αν δεν κτυπήσει το τηλέφωνο, η ώρα που το καταφύγιο σου γίνεται φυλακή. Πολλοί είναι εκείνοι που ενδεχομένως αγαπιούνται για εκείνη την ώρα. Που αντέχουν χρόνια και χρόνια την έρημο μιας αγάπης μονάχα για αυτές τις Κυριακές. γι’ εμάς όμως, που δεν κρυφτήκαμε, πίσω από την ασπίδα της σιγουριάς, τον ξέρουμε τον δρόμο. Αντί να τραγουδάμε «συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου», τραγουδάμε «όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου…» Και λάμπουμε και μεις...

Η φωτογραφία είναι του Αλέξανδρου Τσιώλη

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....