Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Τι τριάντα , τι σαράντα, τι πενήντα, τι εξήντα;

Πάντα αυτή η εποχή με βρίσκει να κόβω βόλτες πίσω στο χρόνο. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει.

Μια χάντρα πέφτει, μια χρονιά. Ο χρόνος μάς κάνει σοφότερους, πιο κυνικούς, και από μια χάντρα πιο ευάλωτους.
Αλήθεια ποια προσμονή φέρνουν οξύτερη οι γιορτές; Πάνω απ' όλα ο χρόνος. Κάνοντας κύκλους αναλογίζεσαι, πόσος χρόνος σού λείπει, πόσο στριμώχνεσαι καθημερινά, πόσο γρήγορα κυλάει η ζωή μες στις ελλείψεις και τις αναβολές. Αμείλικτος ο χρόνος.
Γεννημένος το Μάη, άκοπα με μια ανάσα, έτρεχα στη ξέγνοιαστη κατηφόρα που βγάζει στη πόρτα του καλοκαιριού. Αυτή η εποχή είχε μια μαγεία για αυτά που περιμένεις να ζήσεις το καλοκαίρι, γι’ αυτά που έχεις μπροστά. Τώρα στα εξήντα, κάτι μου ανακόπτει τον ενθουσιασμό, όταν το σήμερα μου φέρνει στο νου τα παιδικά καλοκαίρια . Και όμως ίδια είναι τ' αρώματα ίδιες και οι μουσικές. Και η θάλασσα ολόιδια εκεί πάντα να περιμένει πότε ήρεμη και πότε αγριεμένη.

Μπορεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια να μεταγγίζουν δυνάμεις, δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο βάρος που ανακόπτει τη χαρά και φυλακίζει τα όνειρα.
Τι να σου κάνει και αυτή η μνήμη, όταν τη φορτώνεις με όλες τις ιστορίες που άκουσες. Με όλα τα βιβλία που διάβασες και όλες τις ταινίες που παρακολούθησες.
Αν προσθέσεις τα παραμύθια, που έχουν γαντζωθεί πάνω της από τις μονοψήφιες ηλικίες, τα όνειρα που έζησες στον ύπνο σου ή στο ξύπνιο σου και όλες τις αλήθειες και τα ψέματα που με τα χρόνια έγιναν ένα, μη περιμένεις σωστούς λογαριασμούς.
Μια μνήμη έχουμε χειμώνα καλοκαίρι, κάποιες στιγμές τα λίγα χρόνια της ζωής μας που προηγήθηκαν, τα μετράει αιώνες και κάποιες άλλες που ξεχνάει το φορτίο στο σπίτι, οι αιώνες γίνονται ώρες. Λες και ήταν χθες.

Σιγά σιγά μειώνουμε τις στροφές, κατεβάζουμε ταχύτητες και απολαμβάνουμε τη διαδρομή. Κάθε τόσο η όπισθεν σε πρώτη χρήση, με τα μάτια καρφωμένα σε αυτά που προηγήθηκαν, για να τα βλέπει ο χρόνος και να κάνει πίσω. Το μυαλό; Α! το μυαλό, όπως πάντα, ανέμελο, αφημένο να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι, για να έχει να λέει…
Ακίνητοι και φευγάτοι, σε μια λειτουργία αντιστρόφως ανάλογη, από τα βάρη, που καθηλώνουν τα πόδια σε πιο αργό τέμπο. Για τα πόδια ήταν επόμενο, από μικρά μετρούσαν τα βήματα… ένα, δύο, τρία… πενήντα εξήντα, η συμμαχία, με το χρόνο ποτέ δεν βγαίνει σε καλό.
«Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν την δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα».

Οι φωτογραφίες μετράνε δεκαετίες από το τριάντα , μέχρι το εξήντα.
Από ύλη είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή γινόμαστε όλοι παλιές φωτογραφίες.


Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Το Λιστόν ανάποδα

Στον Όμιλο Ιωάννου το ΑΚΤΑΙΟΝ, με μηνιαίο μίσθωμα 16.000 ευρώ. ONLIST (αναγραμματισμός του Λιστόν) CORFU AKTAION, θα είναι πλέον από εδώ και στο εξής το νέο του όνομα.

Στον παραπάνω όμιλο ανήκουν επίσης οι επιχειρήσεις Nolita στην Πλατεία Δημαρχείου και Pazuzu στη Γλυφάδα, καθώς επίσης και αρκετές άλλες στην Αθήνα, συμπεριλαμβανομένων ξενοδοχειακών μονάδων.


Έγραφα σε προηγούμενα κείμενα , ότι η Πόλη άλλαξε χέρια. Η Κυβέρνηση, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι φορείς και πρωτίστως η ίδια η κοινωνία, δείχνουν ανήμποροι να την προστατεύσουν. Νέοι “προστάτες”, την εκμεταλλεύονται, αδιαφορώντας για την ταυτότητα της, για τον πολιτισμό και την ιστορία της. Οι τελευταίοι θύλακες καλοκαιρινής αναψυχής, όπως το “Μον Ρεπό”, τα “μπάνια του Αλέκου” και το Βίδο αποκτούν πλέον πριβέ χαρακτήρα.
Το παρακάτω το έγραψα πριν 2 χρόνια την περίοδο του εγκλεισμού. Τότε είχα την ελπίδα ότι μετά την πανδημία θα είχαμε αναθεωρήσει κάποια πράγματα. Δυστυχώς!
“Έκανα μια βόλτα στην πόλη, στην πόλη μας. Ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα. Θα τα χάσουμε όλα. Από κάπου πρέπει να κρατηθούμε. Μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα των καφέ και των μπαρ έψαχνα μικρούς βράχους να κρατηθώ, κάποιο καφενείο κάποιο μπαρ το “Ναυάγιο”, που έχει ιστορία και χαρακτήρα. Απεχθάνομαι τους ανώνυμους χώρους συνάθροισης της μάζας. Έψαχνα ένα χώρο που οι άνθρωποι συναναστρέφονται, επικοινωνούν, διαμορφώνουν ένα ήθος συνύπαρξης. Έψαχνα ένα χώρο με αισθητική και ατμόσφαιρα που θα τον ορίζουν οι άνθρωποι που τον επισκέπτονται και οι μαγαζάτορες.
Που να βρω...ανώνυμα, άχρωμα, που ο καφές και το ποτό παύει να είναι τελετή απόλαυσης και συνάντησης, γίνεται είδος ταχείας κατανάλωσης, και το μαγαζί σταθμός ανεφοδιασμού καφεΐνης και αλκοόλ. Μαγαζιά αδηφάγα που καταλαμβάνουν πεζόδρομους, πλατείες και πεζοδρόμια και τα μετατρέπουν σε θάλασσες τραπεζοκαθισμάτων.
Δεν είναι μόνο στην πόλη μας, όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “ Μαγαζιά ομογενοποιητικά των προσώπων, ισοπεδωτικά των παρεών, καταπίνουν τους θαμώνες. Υποδέχονται ακίνητους, στάσιμους, παθητικούς, πελάτες χωρίς συνομιλίες και ανταλλαγές, χωρίς ιστορική μνήμη. Ανοίγουν, κλείνουν, χρεοκοπούν, ξεπλένουν χρήμα, φτιάχνουν φωλιές για τον κόσμο των χασομέρηδων, αλλά και της νύχτας και των συναλλαγών της”. Σας θυμίζει κάτι αυτό;
"Η αισθητική τους προκύπτει από την μόδα που λατρεύει ο εκάστοτε διακοσμητής, ανοξείδωτος χάλυβας, καπλαμάς, γυαλί, δερματίνη, ξύλινα ντεκ ιστιοπλοϊκού ― όλα γεωμετρημένα, καινούργια, φουτουριστικά, με ετοιματζίδικη χλιδή. Η ατμόσφαιρα ορίζεται από το σούρτα-φέρτα κλαρινογαμπρών και νυμφιδίων, από τα μπιτάκια που ακούγονται αδιάκοπα στα μεγάφωνα, από τις φράκταλ συστοιχίες των φραπέ και των φρέντο. Οι άνθρωποι κοιτούν μπροστά, απλανώς, πάνω από τα ποτήρια, μέσα από τζαμαρίες, προς την απέναντι καφετέρια. Είναι μια λίμνη αρυτίδωτη, αβαθής, όπου δεν συμβαίνει τίποτε. Μια αχανής επιφάνεια. Στην επιφάνεια αυτή αντανακλάται μια κοινωνία αναλόγως στάσιμη, απαθής, που παρακολουθεί εταστικά το θέαμα της αργής διαλύσεως του αφρόγαλου, σαν θαύμα επαναλαμβανόμενο”.
Έφυγα ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα . Απόψε δεν βρήκα, ελπίζω την επόμενη... 

Σημεία των καιρών

Είναι προκλητικό αυτό που συμβαίνει» λέμε, τόσο, που δεν χωράει συζήτηση, δεν επιδέχεται κριτική. Με ένα «σημεία των καιρών» το προσπερνάμε. Η αλήθεια είναι ότι μπροστά σε τέτοια φαινόμενα δε ψάχνεις επιχειρήματα, κουράζονται οι λέξεις.


Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του ψεύδους, που κυριαρχεί στην πολική σκηνή.
Το ξέρω, αλλά δε μπορώ με όρους τρέχουσας πολιτικής, να συντονιστώ. Είμαι από τους τελευταίους όμως, που υποστηρίζει ότι αυτό που υποσχεθήκαμε όταν κτίζαμε τα όνειρα μας, πρέπει απαρεγκλίτως να το υλοποιήσουμε. Πρέπει, αλλά ενώ στους σχεδιασμούς τα μολύβια επί χάρτου δεν συναντούν κανένα εμπόδιο, ύστερα που θα κληθούμε να κάνουμε τη μακέτα με μπετό και σίδηρο, κάτι το υπέδαφος που είναι σαθρό, κάτι οι καιρικές συνθήκες, κάτι οι γείτονες που αντιδρούν, κάτι η εφορεία αρχαιοτήτων, κάτι οι Γερμανοί (για το τελευταίο πάντα θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη), τα μολύβια σταματούν να γράφουν λες και έπεσε λάδι στο χαρτί και η μακέτα των ονείρων μας… γίνεται μια μουτζούρα.
Δεν λέω, να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε, άλλωστε ζωή δίχως όνειρα είναι ζωή χαμένη. Εκείνο που λέω είναι την περίοδο των ονείρων και πριν αυτά γίνουν προγραμματικές δεσμεύσεις, να φερόμαστε σεμνά και ταπεινά. Δεν μας στοιχίζει τίποτα μπροστά από αυτά που θέλουμε να γίνουν πράξη, να προηγείται αυτό που δείχνει μετριοφροσύνη και ρεαλισμό συνάμα… «Θα προσπαθήσουμε».
Πρέπει να ξαναβρούμε τις λέξεις και επειδή η πολιτική δεν στηρίζεται από τη ζώνη των επιθυμιών αλλά από την Eυκλείδειο γεωμετρία, πρέπει να πατήσουμε σε λέξεις που θα στηρίζουν τα βήματά μας. Βήματα μικρά και σταθερά.

Η μακέτα από το υπόγειο πάρκινγκ στο Σαρόκο, στην Κέρκυρα. "Σε 22 μήνες, θα είναι έτοιμο". Πέρασαν 12 χρόνια από την υπόσχεση του 2010 και η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται να γίνει ποτ

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Η Τζωρζίνα είναι η άλλη Κέρκυρα!!!

Υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας σε αυτό εδώ το νησί, που δεν περιορίζεται σε σχολιασμούς, που αντιστέκεται έμπρακτα στην απάθεια, που στέκεται αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται, που αμύνεται και δημιουργεί κόντρα στους εγωιστικούς καιρούς.

Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω απ’ τη μιζέρια, συνεχίζω την αναφορά μου στην άλλη Κέρκυρα , που μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά με τα δικά της φώτα, μας φωτίζει.



Διάβασα χθες το παρακάτω αριστούργημα ,της συμπατριώτισσάς μας Τζωρζίνας Τζήλιου, δεν έχω λόγια, γράφτηκε πέρυσι τον Φεβρουαρίο, με αφορμή υποθέτω την ημέρα της γυναίκας. Η Τζωρζίνα είναι η άλλη Κέρκυρα.

«Οι γυναίκες του πόθου είναι δεινές χορεύτριες.
Θα λικνίζουν τους γοφούς τους για πάρτη σου.
Θα τρίβονται πάνω σου όπως οι γάτες στα αφεντικά τους.
Θα σε γρατζουνούν και θα σου βγάζουν τα μάτια με σαγήνη.
Δε θα σε ξελογιάζουν. Θα σε κερδίζουν.
Θα τους προσφέρεις τον ανδρισμό σου επί πίνακι.
Θα πέφτουν με τα μούτρα στο φαί χωρίς ν’ αφήνουν ψιχουλάκι.
Φτάνει να σιγοτραγουδάς τον αγαπημένο τους σκοπό.
Οι γυναίκες του πάθους είναι λαίμαργα αιλουρωιδή.
Θα καταβροχθίζουν εσένα και τους φόβους σου.
Θα σε τρώνε χωρίς ορεκτικά και επιδόρπια.
Δε θα είσαι απλώς η μερίδα του λέοντος.
Θα είσαι όλα τα γεύματα της ημέρας.
Θα σε κάνουν μπουκίτσες και θα είσαι ευγνώμων.
Θα σε μασούν και θα νιώθεις άτρωτος.
Φτάνει να βάζεις πάντα δυο πιρούνια στην πιατέλα.
Οι γυναίκες της γενναιοδωρίας είναι αυτόβουλες σκλάβες.
Θα σου πλένουν τα πιάτα και θα σου μαγειρεύουν υγιεινά.
Θα σου φτιάχνουν κέικ με στέβια και στοργή.
Θα σουν αγοράζουν λιβάνι για να διώχνεις τα κακά πνεύματα.
Θα σου δανείζουν την ανάσα τους όταν λαχανιάζεις.
Θα τεμαχίζουν τα σωθικά τους με μπαλτά και θα τα βάζουν σε τάπερ.
Κάθε μέρα θα σου αφήνουν από ένα.
Φτάνει να τους λες συνέχεια «πεινάω».
Οι γυναίκες της ευαισθησίας είναι αξονικοί τομογράφοι.
Θα εντοπίζουν τους όγκους των απορριμμάτων στο στήθος σου.
Θα αναγνωρίζουν τις κακοήθειες που σαπίζουν τα σπλάχνα σου.
Θα ρίχνουν βόμβα στα μολυσμένα σου κύτταρα.
Θα τα εξουδετερώνουν με ακτινοβόλα χαμόγελα .
Θα κλαίνε υποδόρια όταν πονάς.
Θα γελάνε ξεκαρδιστικά όταν χαίρεσαι.
Θα συγκινούνται με κρότο όταν τολμάς να δακρύζεις.
Θα λυγίζουν από τη δική τους συντριπτική δύναμη..
Φτάνει να τους μιλάς ακόμα και με σφραγισμένα χείλη.
Οι γυναίκες της δύναμης είναι επαναφορτιζόμενοι απινιδωτές.
Θα σε φέρνουν πάλι στη ζωή μετά από ανακοπή.
Θα βάζουν οξυγόνο στα βουλωμένα σου ρουθούνια.
Θα λατρεύουν τις ουλές σου. Θα λατρεύουν τις ουλές τους.
Θα σου δείχνουν τους αρμούς από τα κολλημένα τους μέλη.
Θα σου θυμίζουν ότι δεν μπορείς να τις σπάσεις.
Θα συναρμολογούνται μόνες τους με βίδες και κατσαβίδι
κι ύστερα θα μαστορεύουν τα έπιπλα του σπιτιού σου.
Φτάνει να έχεις ένα κουτί με εργαλεία στην αποθήκη σου.
Οι γυναίκες της σοβαρότητας είναι αδίστακτες γελωτοποιοί.
Θα ντύνονται καρνάβαλοι για να σπάνε τη μονοτονία της αρμονίας.
Θα κάνουν τον καραγκιόζη για να σου κλέβουν έστω κι ένα μειδίαμα.
Θα λένε αστεία που δεν είναι και τόσο αστεία.
Θα πηγαίνουν σε κηδείες και θα σε προτρέπουν να γελάσεις γοερά.
Θα χαχανίζουν εκνευριστικά και θα σου φωνάζουν «Ζήσε ρε, αν σου βαστάει.».
Θα κάνουν τις πιο σοφές χαζομάρες για να βγαίνεις από το καβούκι σου.
Θα διακωμωδούν τις πιο τραγικές τους στιγμές για να σώζονται απ’ τον εαυτό τους.
Άλλοτε θα είναι κλόουν με δωδεκάποντα κι άλλοτε μπαλαρίνες με sneakers.
Θα περπατούν τη ζωή σου χωρίς να σου γδέρνουν τα πλακάκια της κρεβατοκάμαρας.
Φτάνει να σου αρέσει η ταινία «La vita e bella!»
Οι γυναίκες της αξιοπρέπειας είναι επιδέξιες κηπουροί.
Θα ξεριζώνουν τα πρέπει και θα φυτεύουν τα χρειάζομαι.
Θα ποτίζουν τα θέλω και θα ξεχορταριάζουν τα αξίζω.
Θα σκάβουν τον κήπο με μπέιμπι ντολ και γαλότσες.
Θα κάνουν διάλειμμα για να τις φιλάς με γλώσσα.
Θα ακριβαίνουν τη φτήνια ακόμα κι αν σε καβαλάνε σα πόρνες.
Θα θυμώνουν όταν τις ξεχνάς και θα εξοργίζονται όταν τις αγνοείς.
Θα επαναστατούν όταν μαδάς τις ανάγκες τους.
Κι αν τις αποκεφαλίσεις, θα πάρουν το κεφάλι τους στα χέρια
και θα απομακρυνθούν χωρίς δράματα.
Είναι ικανές να βάζουν οι ίδιες αντισκωριακό στην γκιλοτίνα.
Πρόσεχε! Μη σε δουν ποτέ να τρατάρεις το δήμιο τους.
Οι γυναίκες της αγάπης είναι μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης.
Θα ρίχνουν μολότοφ στους τραπεζίτες σου αν υποψιαστούν ευτελή επενδυτικά πλάνα.
Θα ανατινάζουν τις αμφιβολίες σου ρίχνοντας το παχύ ανάπηρο πορτοφόλι σου στον Καιάδα.
Θα πυρπολούν τους δισταγμούς σου λούζοντας το μαλλί τους με βενζίνη.
Θα καίνε τις σάρκες τους χαριτωμένα ψήνοντας τη μπριζόλα σου.
Θα βάζουν δυναμίτη σε όποιο βλέμμα σε υποτιμά και σε όποιο στόμα σε κακολογεί.
Θα ξεκοιλιάζουν κάθε σου εφιάλτη για να βλέπουν το μωρό κάτω από το αξύριστο πηγούνι σου.
Θα ξεδοντιάζουν τους βρικόλακες που στην πέφτουν τα μεσάνυχτα
Θα πυροβολούν τους μπράβους που πουλούν προστασία στα όνειρά σου.
Θα σκοτώνουν μόνο και μόνο για την αγκαλιά και το χάδι σου.
Κι όταν ξεπλένουν το αίμα απ’ τα χέρια τους, θα βάφουν τα νύχια τους ροζ παστέλ.
Κι όλα θα ‘ναι ήρεμα και γαλήνια. Κι εσύ επικίνδυνα ασφαλής κι υπεράνθρωπα ζωντανός.
Φτάνει να χεις μια ζυγαριά στο σαλόνι σου για να ξέρεις πόση αγάπη ζυγίζει η ζωή σου!
Lizy Xanthopoulou δεν πιστεύω να αναρωτιέσαι γιατί η φωτό σου!»

Πολλές φορές παρασύρομαι, με όλα τούτα τα επιδερμικά. Δεν μπορεί όμως να είναι όλα τόσο χάλια . Πίσω από τις φιέστες, αλλά και πίσω από την κακομοιριά υπάρχει και η άλλη Κέρκυρα, αυτή που στις υπάρχουσες δύσκολες συνθήκες δημιουργεί, προσφέρει και ελπίζει.
Το κείμενο της Τζωρζίνας , ήρθε να μου ενισχύσει αυτή τη θετική σκέψη, παραμέρισα τα συμβαίνοντα, τίναξα την τοξίνη των λέξεων, της μιζέριας, της γκρίνιας και της κλάψας, γιατί μέσα στη τόση φασαρία το χάνουμε το σημαντικό .

Στη φωτογραφία η Κερκυραία ηθοποιός Λίζυ Ξανθοπούλου 

Και όσο δεν υπάρχουν παρεκτροπές...

Οπαδοί χωρίς μνήμη, καθορίζουν τη τύχη αυτής της χώρας.

Σε ένα κόσμο που χάνει τη μνήμη του, αποκτά η ζωή σχεδόν την ταχύτητα του φωτός. Γίνεται δηλαδή ένα τίποτα.
Έχει ειπωθεί πως όλο και περισσότερο βλέπουμε τον κόσμο μπροστά ή πίσω από ένα γυαλί: «είτε εκείνο του παρμπρίζ του αυτοκινήτου, είτε της οθόνης της τηλεόρασης ή του υπολογιστή ή του κινητού. Η περιπλάνηση, η άσκοπη διαδρομή στην πόλη μυρίζει ναφθαλίνη. Οι άξονες έχουν το λόγο, οι ασφαλτοστρωμένοι ιμάντες πάνω στους οποίους κινείται το ανθρώπινο εμπόρευμα, σε μια γιγάντια αλυσίδα παραγωγής και αναπαραγωγής, από τον τόπο κατοικίας στους τόπους εργασίας, ψυχαγωγίας και κατανάλωσης χωρίς ενδιάμεσες στάσεις και παρεκτροπές»
Και όσο δεν υπάρχουν παρεκτροπές, όσο σαν πρόβατα επί σφαγής ακολουθούμε την προκαθορισμένη πορεία, τόσο τα φαινόμενα θα γιγαντώνονται, τόσο οι πρωταγωνιστές της διαφθοράς και των σκανδάλων που παρακολουθούμε, θα αλωνίζουν. Δεν είναι όλα θέαμα, για να χειροκροτούμε στο τέλος της παράστασης. Δεν μπαίνουν στο σπίτι μας μέσω του τηλεοπτικού κουτιού για να μας ψυχαγωγήσουν, μπαίνουν για να μας κλέψουν. Τα εκατομμύρια που μαζεύουν στους προσωπικούς τους λογαριασμούς είναι τα ελλείμματα που καλούμαστε εμείς κάθε φορά, να καλύψουμε.


Δεν είναι όλα παιγνίδι, για να στοιχηματίζουμε τον νικητή. Σ’ αυτό που παρακολουθούμε, αν δεν σηκωθούμε από τον καναπέ, οι νικητές είναι δεδομένοι και οι χαμένοι εμείς. 

Με την ευκαιρία να ξανασπείρουμε ερωτηματικά...

Πρωτομαγιά και του “άπιστου” Θωμά. Μαζί θα τα γιορτάσουμε και με την ευκαιρία να ξανασπείρουμε ερωτηματικά, ενισχύοντας την αμφιβολία και την αμφισβήτηση, προξενώντας όσο γίνεται περισσότερο τραύματα στο καταραμένο δόγμα που κυριαρχεί.
Να τον δοξάσουμε τον Θωμά, για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα. Κόντρα στις βεβαιότητες, που μας καθήλωσαν και μας οδήγησαν με συνθήματα, ως πρόβατα επί σφαγής, στη σφαγή.



Δυστυχώς τα δόγματα στις μέρες ζουν και βασιλεύουν και οι άπιστοι Θωμάδες βιώνουν την απόλυτη μοναξιά της μειοψηφίας. «Τάγματα ξυπόλυτα μέσα σε σκοτάδια προχωρούν απόλυτα»
Χρόνια της μεγάλης σιγουριάς, και της μεγάλης αμφισβήτησης, ανάμεσα σε φανατικούς, θύματα της μαζικής πληροφόρησης και απορούντες που κινδυνεύουν να μπουν στο περιθώριο.
Από ένα βήμα πριν το περιθώριο σας γράφω, από τη θέση της αμφισβήτησης από την μια και της βεβαιότητας από την άλλη, γιατί τον Μάη μπορεί να λένε πως θα βρέξει και μπορεί να συμβεί. Το Μάη όμως δεν χρειάζεται να πουν πως θα ανθίσει και ανθίζουν όλα. Και επειδή κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ο Μάης ο κόκκινος, πάντα κόκκινος μένει και όχι από τις παπαρούνες.
Μπορεί να μη καθορίζουν οι εποχές τους αγώνες, κάποιοι μήνες όμως έχουν ταυτισθεί μαζί τους. Ο Μάης της Γαλλίας του 1968 άλλαξε το νόημα του πληθυντικού και του ενικού, άλλαξε τη γαλλική γλώσσα. Ο πληθυντικός έπαψε να σημαίνει σεβασμό στον συνομιλητή. Και ο ενικός, από δείκτης κατωτερότητας του συνομιλητή, από τότε σημαίνει αποδοχή φιλία και αλληλεγγύη.
Τελικά μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και ένας νεκρός. «Οι Πρωτομαγιές αυτής της πατρίδας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους. Οι εκρήξεις των χρωμάτων τους ξέβαφαν γρήγορα μπροστά στο σκουροκόκκινο των πληγών, τα τραγούδια τους έφερναν άλλοτε σε οργισμένα θούρια κι άλλοτε σε μοιρολόγια και το ροδόσταμό τους έπαιρνε μια γεύση στάχτης.» Μοιραίο είναι σ’ αυτή την πατρίδα να μη θριαμβεύουν οι Πρωτομαγιές.
Την έκαναν τη δουλειά τους τελικά. Αυτά που χάθηκαν και μας οδήγησαν δεκαετίες πίσω χάθηκαν. Ο χρόνος που προηγήθηκε, υπήρξε καταλυτικός. Ισχυρές δόσεις, μαζικής ενοχοποίησης, συνοδευόμενες από μια άνευ προηγούμενου κινδυνολογία, κατάφεραν να ακινητοποιήσουν την κοινωνία, που παρακολουθεί μουδιασμένη και ανήμπορη ν’ αντιδράσει, μπροστά στην ακρίβεια και στη γιγαντιαία επιχείρηση αφαίμαξης κατακτήσεων δεκαετιών.
Πρωτομαγιά και του “άπιστου” Θωμά. Με την ευκαιρία να ξανασπείρουμε ερωτηματικά, κόντρα στη φρίκη του πολέμου, προξενώντας όσο γίνεται περισσότερα τραύματα στο καταραμένο δόγμα που κυριαρχεί. 


Πρωτομαγιά και του “άπιστου” Θωμά. Μαζί θα τα γιορτάσουμε και με την ευκαιρία να ξανασπείρουμε ερωτηματικά, ενισχύοντας την αμφιβολία και την αμφισβήτηση, προξενώντας όσο γίνεται περισσότερο τραύματα στο καταραμένο δόγμα που κυριαρχεί.
Να τον δοξάσουμε τον Θωμά, για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα. Κόντρα στις βεβαιότητες, που μας καθήλωσαν και μας οδήγησαν με συνθήματα, ως πρόβατα επί σφαγής, στη σφαγή.
Δυστυχώς τα δόγματα στις μέρες ζουν και βασιλεύουν και οι άπιστοι Θωμάδες βιώνουν την απόλυτη μοναξιά της μειοψηφίας. «Τάγματα ξυπόλυτα μέσα σε σκοτάδια προχωρούν απόλυτα»
Χρόνια της μεγάλης σιγουριάς, και της μεγάλης αμφισβήτησης, ανάμεσα σε φανατικούς, θύματα της μαζικής πληροφόρησης και απορούντες που κινδυνεύουν να μπουν στο περιθώριο.
Από ένα βήμα πριν το περιθώριο σας γράφω, από τη θέση της αμφισβήτησης από την μια και της βεβαιότητας από την άλλη, γιατί τον Μάη μπορεί να λένε πως θα βρέξει και μπορεί να συμβεί. Το Μάη όμως δεν χρειάζεται να πουν πως θα ανθίσει και ανθίζουν όλα. Και επειδή κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ο Μάης ο κόκκινος, πάντα κόκκινος μένει και όχι από τις παπαρούνες.
Μπορεί να μη καθορίζουν οι εποχές τους αγώνες, κάποιοι μήνες όμως έχουν ταυτισθεί μαζί τους. Ο Μάης της Γαλλίας του 1968 άλλαξε το νόημα του πληθυντικού και του ενικού, άλλαξε τη γαλλική γλώσσα. Ο πληθυντικός έπαψε να σημαίνει σεβασμό στον συνομιλητή. Και ο ενικός, από δείκτης κατωτερότητας του συνομιλητή, από τότε σημαίνει αποδοχή φιλία και αλληλεγγύη.
Τελικά μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και ένας νεκρός. «Οι Πρωτομαγιές αυτής της πατρίδας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους. Οι εκρήξεις των χρωμάτων τους ξέβαφαν γρήγορα μπροστά στο σκουροκόκκινο των πληγών, τα τραγούδια τους έφερναν άλλοτε σε οργισμένα θούρια κι άλλοτε σε μοιρολόγια και το ροδόσταμό τους έπαιρνε μια γεύση στάχτης.» Μοιραίο είναι σ’ αυτή την πατρίδα να μη θριαμβεύουν οι Πρωτομαγιές.
Την έκαναν τη δουλειά τους τελικά. Αυτά που χάθηκαν και μας οδήγησαν δεκαετίες πίσω χάθηκαν. Ο χρόνος που προηγήθηκε, υπήρξε καταλυτικός. Ισχυρές δόσεις, μαζικής ενοχοποίησης, συνοδευόμενες από μια άνευ προηγούμενου κινδυνολογία, κατάφεραν να ακινητοποιήσουν την κοινωνία, που παρακολουθεί μουδιασμένη και ανήμπορη ν’ αντιδράσει, μπροστά στην ακρίβεια και στη γιγαντιαία επιχείρηση αφαίμαξης κατακτήσεων δεκαετιών.
Πρωτομαγιά και του “άπιστου” Θωμά. Με την ευκαιρία να ξανασπείρουμε ερωτηματικά, κόντρα στη φρίκη του πολέμου, προξενώντας όσο γίνεται περισσότερα τραύματα στο καταραμένο δόγμα που κυριαρχεί. 

Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του

Για το πως πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πως περάσαμε, ο λόγος. «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», έγραφε ο Νίκος Ξυδάκης. Και κανείς δεν μπορεί να εορτάσει μόνος του. Θα το θυμόμαστε και αυτό το Πάσχα, όχι από το πως το πέρασε ο καθένας, αλλά υπό το βάρος της ακρίβειας και του πολέμου στην Ουκρανία. Θα το θυμόμαστε αυτό το Πάσχα, όπως κάθε γιορτή, που σκληρά γεγονότα φρόντισαν να την χαλάσουν


.

«Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», ούτε και να χαρεί, ούτε και να πεθάνει.
«Αίφνης, παρά τη σύγχυση και την απαισιοδοξία, όλο και περισσότεροι Έλληνες κατανοούν ότι από τη συμφορά δεν μπορείς να κρυφτείς ατομικά. Ακόμη κι αν γλιτώσεις μια περιουσία κι ένα εισόδημα, μια δουλειά, είναι δύσκολο να ζήσεις σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι θα δυστυχούν… «Δεν γλιτώνει λοιπόν κανείς. Ούτε ο πλούσιος ούτε ο μεσαίος. Όλοι θα ζούμε, ζούμε ήδη, σε μια υπόκωφη δυστοπία, με σιωπηρές διαμαρτυρίες από τις ανάγκες που δεν καλύπτονται.
“Όμως, βλέπεις, ακούς, αφουγκράζεσαι, νιώθεις, ότι δεν πάει άλλο έτσι, όλοι να αλληλοϋποβλέπονται, όλοι να ενοχοποιούνται, όλοι να αδρανούν, όλοι να αναζητούν δοχείο για τη χολή που τους ανεβαίνει στο στόμα...”
«Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του. Αυτός ο κοινός παρονομαστής αναζητείται τώρα, που θα συνενώσει σκόρπιες και ανομοιογενείς δυνάμεις προς κάποιο μίνιμουμ στόχο. Καλύτερα: ένας τελεστής, με τη μαθηματική έννοια· μια σχέση που θα μπορεί να δράσει πάνω σε όλη την υπάρχουσα ζοφερή σχέση και να τη μετασχηματίσει, να οδηγήσει σε μια ριζικά άλλη κατάσταση συνολικά…»
Για το πώς πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πώς περάσαμε και το πως θα πορευτούμε από δω και πέρα ο λόγος. 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....