Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

Για την ομορφιά τη μέσα και την έξω

Υποθέτω, πως για τον καθένα χωριστά, κάποιες στιγμές ράβονται στα μέτρα του, ποτέ δε ξεπερνούν το ένα αντίτυπο. Πρόκειται για ένα συνδυασμό, που όσοι προσπάθησαν να τον αποκρυπτογραφήσουν για να ξανανιώνουν τη μαγεία που κουβαλούν από τις μονοψήφιες ηλικίες, απέτυχαν. Είναι η οπτική γωνία, πως φωτίζεται σε κείνο το χρόνο, σε κείνο τον τόπο, εκείνη την εποχή. Είναι το άρωμα που ποτέ δεν θα μπορέσουν οι διακεκριμένοι Γάλλοι αρωματοποιοί να αντιγράψουν. Και ευτυχώς! “Δεν υπάρχει χρόνος περασμένος, δεν υπάρχει τίποτα άλλο από το τώρα και από ό,τι υπόλοιπο μένει. Κάθε στιγμή αθάνατος, κάθε λεπτό περιέχει το «για πάντα”.


Θα μου πείτε γιατί σκαλίζω, αφού είναι γνωστό ότι όσο πιο πολύ σκάβεις, τόσο περισσότερο πλησιάζεις στο σημείο που ανταλλάσσεις την ύπαρξη με την ανυπαρξία. Είναι όπως όταν κοιτάζεις ψηλά τον έναστρο ουρανό και νοιώθεις για ένα δευτερόλεπτο ελάχιστος και το αμέσως επόμενο τεράστιος και ευλογημένος που είσαι εκεί και με τα πελώρια χέρια σου κάνεις μια αγκαλιά τ΄ αστέρια.
Επαναλαμβάνομαι συνήθως το καλοκαίρι, όσο το παρόν μου προσθέτει στιγμές διαφορετικές από τις περασμένες άλλα υπεύθυνες για εκείνη την αρωματική τζούρα, που κάνει το θαύμα και ανασταίνει χρόνο περασμένο, δηλαδή ανύπαρκτο.
Το καλοκαίρι είναι μία διάθλαση, τόσο έξω από την πραγματικότητα, τόσο μέσα στη ζωή.

Ελάχιστα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά, ένας ήλιος έτοιμος για τη δύση του και ένας αέρας, που έφερνε δείγματα από το άρωμα εκείνου του καλοκαιριού. Εκείνη η οπτική γωνία χθες, επιβεβαίωσε το χρόνο, ζωγράφισε την ομορφιά σου εκείνη που την κέρδισες με το μυαλό και την ψυχή, άλλα και την άλλη, την “χαρισμένη”, την άκοπη, την αντικειμενική ομορφιά, αυτήν που πάει με το καλοκαίρι. 

Η γκρίνια είναι τρόπος ζωής

Με το παρακάτω δεν γκρινιάζω. «Των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν», Πόσο δικαιώνεται ο Θουκυδίδης σήμερα βλέποντας την Ελλάδα να καίγεται και κάποιους δυστυχώς πολλούς να επιχειρούν ξεκαθάρισμα λογαριασμών πάνω στις στάχτες.

Η προσπάθεια ορισμένων “Να βρούνε κάτι να γκρινιάξουν” έχει ξεπεράσει τα όρια της διαστροφής.

Γιατί η γκρίνια είναι τρόπος ζωής, δεν γκρινιάζουμε με τα κακά που μας συμβαίνουν, αν κολλήσεις στην άρνηση, γκρινιάζεις και για τη μάνα που σε γέννησε.
Αφού πρέπει να πεις κάτι, πες κάτι καλό. Είναι πιο εύκολο το κακό θα μου πείτε. Με μια άρνηση φεύγεις απ’ την ευθύνη και δε στοιχίζει τίποτα. Το Όχι σε βγάζει από τα φρέσκα, σε χρίζει εισαγγελέα και σου δίνει το δικαίωμα να δικάζεις και να καταδικάζεις. Ενώ το Ναι... Το Ναι σε καλεί να βάλεις και συ το χεράκι σου. Σε καλεί να βάλεις έστω και ένα λιθαράκι στη διαδικασία της κοινής προσπάθειας και σε ανταμείβει με ένα κομματάκι ευθύνης. Αν μπορούσα να χρωματίσω αυτά που δημοσίως ακούγονται, προβάλλονται ή γράφονται, το μαύρο θα είχε την τιμητική του. Σκοπιμότητες, ηλιθιότητες, κάθε είδους ηλεκτρονικές μαλακίες, υπερκαλύπτουν όποια φωνή προσπαθεί να σταθεί με θετική διάθεση, στον κοινό λόγο.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας μας: δίκες και καταδίκες με συνοπτικές διαδικασίες. Ύστερα από κάθε γεγονός οι εύκολες κρίσεις, χωρίς καμία διάθεση κριτικής, μια επιφάνεια ίσα ίσα για να καλύψει με το χρώμα της αρεσκείας του καθενός, την αλήθεια. Μια επιφάνεια που κρατάει την ιστορία σε απόσταση για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την πραγματικότητα. Όσοι προσπαθούσαν να σταθούν κριτικά μέσα στην κάψα των γεγονότων, έθεταν αυτόματα υποψηφιότητα για την συμμετοχή τους στο τμήμα την γραφικής μειοψηφίας. Κανείς δεν ξέρει τι θα μας ξημερώσει. Η εκκρεμότητα, η αβεβαιότητα, το μίσος, η τοξικότητα, συνεργάζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας βαθιά μολυσμένης. 

Mια υποβάθμιση βασανίζει την αισθητική μου

 




Εδώ τα νέα είναι παλιά. Μια επανάληψη. Μια υποβάθμιση άνευ προηγουμένου, αξιών, ηθών, θεσμών, ποιότητας ζωής.

Mια υποβάθμιση βασανίζει την αισθητική μου. Μια υπερτίμηση του τίποτα, μια αποθέωση του δήθεν. Επιφάνεια! Χαρές και πανηγύρια.
Πάντα θα είμαστε παγιδευμένοι στη σχετικότητα και στη διάθλαση ανάμεσα στα γεγονότα και την προβολή τους, πιστεύοντας πως το βασικό δίλημμα είναι ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.
“Μικρός, όταν βαριόμουν τα παιχνίδια μου (το ψέμα δηλαδή) τα έσπαγα για να δω πώς δουλεύουν.” γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “Να βρω τον μηχανισμό τους, την αλήθεια τους. Είχα σπάσει και τις κούκλες της ξαδέρφης μου για να δω γιατί κλείνουν τα μάτια όταν ξαπλώνουν και ανοίγουν όταν είναι όρθιες. Της πέταξα την «αλήθεια» στα μούτρα της. Δεν ξαναπήρε κούκλα που να κλείνει τα μάτια. Ήταν αδύνατον πια να την πιστέψει. Της κατέστρεψα ένα από τα αγαπημένα της παιχνίδια. Και την έκανα καλύτερο άνθρωπο"
Όταν τούτες οι λέξεις γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ελπίζω να μου είναι και πιο κατανοητές… Ακριβώς όπως γράφτηκε παρακάτω.
«Ας είναι. Έτρεξα πολύ μακριά μου τελικά. Με κύκλωσα σαν αγγελία οικίας οικείας, ευάερης και ευήλιας. Τα τετραγωνικά δεν πρόσεξα κι ίσως γι’ αυτό τώρα να με στενεύουν»
Θα συνεχίσουμε με τους κύκλους, για να μην ξεχαστούμε. Σαν παρατήρηση κειμένου, σαν υποσημείωση που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Με κοκκινίζω για να μην με χάσω. Και όσο επιστρέφω στα προηγούμενα, διαβάζοντας τα επόμενα, τόσο καλύτερα με καταλαβαίνω. Κάθε επανάληψη, ακόμα και να μην της λείπει ούτε γράμμα, δεν είναι ίδια. Ο χρόνος αμείλικτος. Οι κύκλοι είναι αυτοί που τα συνοψίζουν.
Η ζωή κάνει κύκλους λέμε, ευτυχώς, γιατί αν τραβούσε ευθεία και εγώ δεν ξέρω που θα μπορούσε να μας βγάλει...
Έκλεψα λίγο χρόνο. Απομόνωσα τους ενοχλητικούς θορύβους της τρέχουσας επικαιρότητας, φώναξα δυνατά για να το ακούσω: «δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα» και ετοιμάστηκα για τις δικές μου αλλαγές. 

Να ζούμε την καθημερινότητά μας και όχι απλώς να την καταγράφουμε

Εκείνη η κραυγή απόγνωσης από τον διαδικτυακό μου φίλο, με έκανε να δω με επιείκεια, όλα αυτά που διαδραματίζονται στο μαγικό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. “Κουράστηκα”, με μεγάλα γράμματα σε κόκκινο φόντο, έγραφε στο fb. Μου έκανε εντύπωση, έκανα like συμπαράστασης με μια καρδιά μαύρη, σε μια κραυγή που ο άνθρωπος ήθελε να ακουστεί στα πέρατα της γης. Ήθελε να τ’ ακούσουν οι φίλοι του οι πραγματικοί, ήθελε να το ακούσει κάποιος δικός του. Και που να τα πει... “τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι του ξενιτεμένοι , οι δρόμοι θα ήταν αδειανοί κι η πολιτεία του πιο ξένη...” φώναξε με την ελπίδα κάποιοι να τον ακούσουν. Αυτή η ανάγκη κάπου να τα πει και που δεν είχε, αφού τους παραδοσιακούς του δέκτες, τους κατάπιε η τεχνολογία, έκανε την υπέρβαση.


Διάβασα πάλι τα παλιά μου κείμενα για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης . Επικριτικά, σκληρά θα έλεγα. Ναι είχα επιχειρήματα, δεν έδειξα όμως καμία επιείκεια.
Μπορεί να τα φωνάζει στον αέρα, όμως πολύ θα ήθελε να εκμηδενίσει την αδιάβατη απόσταση του διαδικτύου και να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους φίλους του, να τους κοιτάξει στα μάτια.
Η ανάγκη για επικοινωνία έχει δημιουργήσει αυτήν την εικόνα και η ευκολία βεβαίως του μέσου, έχει οδηγήσει στην υπερβολή.
Τα παρακάτω με επιείκεια.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το Διαδίκτυο είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, το οποίο πέρα από τις άλλες χρήσεις του, βοηθά στην επικοινωνία με έναν τρόπο εντυπωσιακά γρήγορο και ευχάριστο. Δίνει την πολυτέλεια της διατήρησης της επαφής, ενώ ταυτόχρονα βοηθά στην καταπολέμηση των συναισθημάτων μοναξιάς που μπορεί να βιώνει κάποιος.
Δυστυχώς, πολλοί χρήστες αντί να τα χρησιμοποιούν επικουρικά στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, φτάνουν στο σημείο να τις υποκαθιστούν με τη διαδικτυακή επικοινωνία. Οι διαδικτυακές φιλίες υποκαθιστούν τις φιλίες στην πραγματική ζωή.
Όμως, παρά τη μεγαλύτερη δυνατότητα της επικοινωνίας,καμία οθόνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επαφή. Στην πραγματική ζωή μία φιλία δε θα μπορούσε ποτέ να διατηρηθεί με αυτό τον τρόπο, ακριβώς επειδή αποκτάς και επίγνωση των ελαττωμάτων του άλλου και δεν τον ωραιοποιείς. Το διαδίκτυο μπορεί να δώσει την ευκαιρία να σχετιστείς ευκολότερα με άλλους ανθρώπους, αλλά μπορεί να λειτουργήσει εξίσου και διαβρωτικά, λόγω του ότι δεν υπάρχει η φυσική και ανθρώπινη επαφή.
Μπορεί με τη σωστή διαχείριση να βάλει μία υγιή υποδομή για τη σύναψη και τη διατήρηση μίας φιλικής σχέσης, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει απόλυτα τη φυσική επαφή και την ανθρώπινη επικοινωνία
Λιγο -πολύ όλοι είμαστε ένοχοι. Στην προσπάθεια μας να απαθανατίσουμε ένα τέλειο ηλιοβασίλεμα, στην τελική δεν απολαύσαμε ποτέ το θέαμα, ή αντί να απολαύσουμε το φαγητό που έχουμε μπροστά μας, η πρώτη μας έννοια είναι να το φωτογραφίσουμε και να το μοστράρουμε για να το δουν οι διαδικτυακοί μας φίλοι. Το παν είναι το μέτρο. Να ζούμε την καθημερινότητά μας και όχι απλώς να την καταγράφουμε.
Το παραπάνω με την χρήση του διαδικτύου σας έγινε γνωστό. Το χρησιμοποιώ το μέσο και το πιστεύω. Για την κατάχρησή του ο λόγος.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα

Είναι κάποιοι μήνες που μας πετυχαίνουν στο «δόξα πατρί». Μας βρίσκουν οι αγέρηδες και μας στριφογυρίζουν, μας διαπερνούν οι εποχές, αφήνοντας η καθεμιά από ένα σημάδι.

Η πόλη κόλαση. Οι παραλίες αποτελούν επιπλέον μια δοκιμασία. Πάντα τέτοιες μέρες γεννιέται η απορία. Που πάνε όλοι αυτοί; Παρατηρώντας όσο γίνεται από πιο μακριά, αυτούς τους δύστυχους εκδρομείς, νοιώθουμε ευτυχείς, που ξέρουμε τα κατατόπια.
Ναι, υπάρχουν κάποιοι στον πλανήτη που δουλεύουν Αύγουστο. Ιδίως στα νησιά. Αλλά, δεν ζηλεύουμε, δεν φθονούμε.


Διαβάζονται ένα παλαιότερο κείμενο του συμπατριώτη μου Ευγένιου Αρανίτση παρηγορήθηκα. “Είμαστε από τους τυχερούς, απ’ αυτούς, που μπορούν ακόμα να μην φεύγουν για το πουθενά, που τη στάση την κάνουμε κίνηση. Είμαστε στη θέση του θεατή καλοκαιρινών περιπετειών, απελπισμένων φυγάδων, που αποδράσανε από την κόλαση χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Παρηγορηθείτε:
Δεν υπάρχει πλέον προορισμός, μόνον απόδραση και μια δόση τρομώδους επίσπευσης των απαραίτητων τουριστικών διευθετήσεων. Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα.”
Αύγουστος. Φιλες και φίλοι ανταλλάσσουν ηλεκτρονικές ταξιδιωτικές οδηγίες και ευχές, εγώ εδώ στην επαρχία και ας λέγεται Κέρκυρα. Ας παρηγορηθώ με λόγια, που μου ανατρέπουν την ασφάλεια, κάνοντας ταξίδια επιτόπου.
«Πoια πλάνη θα διαλέξουμε αυτό το καλοκαίρι, όταν θα έρθει η μέρα να διακόψουμε τη ζωή μας σε πριν και μετά το χαλαρό διάστημα, που μας οφείλει ο εργασιακός μας χρόνος; Ημερολόγιο ανησύχων σωμάτων που κατευθύνουν το μυαλό στα λιμάνια με τη λιγότερη δυνατή ασφάλεια. Το ρίσκο είναι η πυξίδα, τα ταξίδια το πρόσχημα, ο προορισμός το ψέμα. Με ποιο λάθος θα κοιμηθούμε κατά τη μεγάλη πανσέληνο του Αυγούστου για να ξυπνήσουμε στο οικείο χωροχρόνο της προδοσίας;» αναγκαία ερωτηματικά από μια ομοιοπαθούσα… 

Αν ήταν μήνας η σιωπή, ο Αύγουστος θα ήταν

Ανέκαθεν η μεταφυσική, μου προκαλούσε τρόμο, την θεωρώ σαν μια προέκταση της λανθάνουσας τρέλας. Αν γνωρίζαμε την αλήθεια, θα την βλέπαμε, όσο για τα ακατανόητα, μας αρκεί να σκεφτούμε ότι είναι ακατανόητα.


Αύριο Αύγουστος και θέλει αλήθειες, μόνο που μου τελείωσαν.
Το κουβαλάω το σύνθημα από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Το επιτρεπτό όριο απουσιών το ξόδευα τις Δευτέρες. Τις ώρες λαιμητόμους του απογεύματος της Κυριακής, τις έπνιγε η χαρά της παρέας και η άνεση του χρόνου. Αύριο ξημερώνει Κυριακή και ας λέγετε Δευτέρα. Μέχρι και σήμερα, που χάσαμε τις μέρες, το τάμα το κρατάω.
Συνεχίζουμε με καλοκαιρινές μπαλάντες.
“....Είναι επιθυμίες τα καλοκαίρια. Τις περισσότερες τις κουβαλάμε μέσα μας χρόνια ολόκληρα. Είναι μυστικά ανείπωτα. Φιλιά στα κλεφτά στις σκιές του πάρκου, το πρώτο τσιγάρο στα σκαλάκια της πλατείας, λόγια και υποσχέσεις για φιλίες που ξεθώριασαν. Είναι ψέματα τα καλοκαίρια, κάστρα στην αμμουδιά. Γκρεμίζονται με την παλίρροια. Φεύγουν με τα πρώτα μελτέμια. Ναι, μπορείς να κοιτάξεις μπροστά, ακόμη κι αν αυτό που άφησες πίσω σου είναι ένα αυγουστιάτικο φεγγάρι, λαμπερό και απρόσιτο.....» Αν μπορείς να κάνεις την Δευτέρα Κυριακή, μπορείς να κανείς και τον χειμώνα καλοκαίρι…
Ο ζεστός μήνας Αύγουστος έγραφα πέρυσι τέτοια εποχή, ανασύροντας από την παιδική ηλικία τον τίτλο μιας ταινίας που μου έχει μείνει απωθημένο. Για τον αιώνιο Αύγουστο θα γράψω εφέτος κάνοντας πάλι την σύνδεση με το παρελθόν γιατί ο Αύγουστος θα μείνει για πάντα νοσταλγία και ανεκπλήρωτο συναίσθημα.
Αν ήταν μήνας η σιωπή, ποιος λες να ήταν; Ρώτησε το κορίτσι
Ο Αύγουστος για μένα. Απάντησε το αγόρι.
Μπα! Εγώ θα έλεγα πως είναι ο Οκτώβριος. Ο Αύγουστος είναι τίγκα από ήχους
Μα αυτό είναι η σιωπή! Να έχει ο μήνας τόσους ήχους, που να σε κρατάει σιωπηλό! Της γύρισε το αγόρι.
Αύγουστος αύριο να μας τρελαίνει τα μυαλά, να τα κουνάει από τη λάθος θέση τους.
«Έχει παγωνιά ο Αύγουστος». Γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “Και πολλές μετωπικές, με τον εαυτό σου, με τα μπετά που καίγονται, με μια πόλη που η ζωή είναι σε αναστολή. Ο Αύγουστος βγάζει την σημαντικότερη είδηση. Φοβάμαι να πεθάνω μόνος. Να ζήσω, ήθελα να πω, αλλά βαριέμαι να το διορθώσω”.
Το καλοκαίρι φεύγει και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και άλλο βάρος. Ας πάμε μπροστά, ακόμα κι αν ο ορίζοντας είναι θολός και αβέβαιο το μέλλον. «Ότι χάθηκε, χάθηκε, δεν ωφελεί να το μνημονεύουμε. Μια ματιά πίσω μπορεί να φέρει ανταρσία, να ξεσηκωθεί η καρδιά και να γυρέψει τα δίκια της και τότε θα φάμε δίκιο».
Τελευταίος μήνας του καλοκαιριού ο Αύγουστος, να μην το χάσουμε. «Και πόσο ανάγκη την έχουμε την καλοσύνη που σταλάζει στις φλέβες το θέρος… Πρώτα απ’ όλα μήπως και αποσυμπιεστεί η οργή, το μίσος που χύνεται από κάθε πλευρά και έχει θολώσει κρίση, νου και βλέμμα».
Στο καλοκαίρι που απομένει, να τρέξουμε για δυνάμεις... που θα μας χρειαστούν. 

Για λίγο μόνο για λίγο, όσο κρατάει ο εκνευρισμός

Χωρίς να το επιδιώκω, συμβάλλω και εγώ πολλές φορές, στη μιζέρια που μας χαρακτηρίζει, και εκφράζεται με αυτήν την απίστευτη γρίνια της καθημερινότητας μας.

Υπάρχουν στιγμές αγανάκτησης που με πιάνουν κρίσεις αντιδημοκρατικές , μου γαργαλάνε το μυαλό φράσεις, όπως «άπαντες στην πλατεία», μου φαίνεται ανίσχυρη η δημοκρατία να βάλει τάξη σ’ αυτό το αλαλούμ.




Για λίγο μόνο για λίγο, όσο κρατάει ο εκνευρισμός.
Δεν σας κρύβω, ότι όλα αυτά τα χρόνια παθιάστηκα για πράγματα που έχω μετανιώσει. Χωρίς να το καταλάβω, χόρεψα, στο χορό ενός επίπλαστου πανηγυριού. Ομαδοποιήθηκα με ανθρώπους που δεν άξιζαν να φορούν την φανέλα της συλλογικής προσπάθειας. Δοκίμασα τα συναισθήματα μου, συνεισφέροντας σε μια εγωιστική θεώρηση των πραγμάτων, βάζοντας λάδι στη φωτιά που τα έκαψε όλα.
Μπέρδεψα το προσωπικό με το κοινωνικό, καθοδηγούμενος πάντα από έναν ιδεαλισμό που σε κάποιες περιπτώσεις με οδήγησε σε αδιέξοδα.
Αυτές τις μέρες του καλοκαιριού, προσπαθώ να πάρω κάποιες ανάσες, να ξεφορτώσω πριν φύγει, γιατί φοβάμαι ότι με τον ερχομό του φθινοπώρου , θα μπω και πάλι στο χορό της μιζέριας. Στο χορό του Ζαλόγκου, που χορεύουμε όλα αυτά τα χρόνια, εχθροί και φίλοι εδώ στη μικρή μας πόλη, που κάθε βράδυ κλείνει τα κάστρα της και τρώει τις σάρκες της.
Κάθε φορά το ίδιο λέω και κάθε φορά με τρόπο ανεξήγητο γυρίζω πίσω, εκεί που δεν μπορείς να δεις, που γίνεσαι ένα με τα μικρά ανθρωπάκια, όπως έτσι θα τα έβλεπες από την ακρόπολη του φρουρίου.
Αυτές τις μέρες του καλοκαιριού ψηλώνω και τις νύχτες ακόμα περισσότερο.
Ευτυχώς τόσα χρόνια, μάθαμε το δρόμο. Η πραγματικότητα μας πληγώνει και ανοίγουμε λογαριασμούς με τον ουρανό . Που θα μας βρείτε; «Στο βουνό ψηλά, να ανεμίζουμε αετούς προσπαθώντας να ελαφρώσουμε, μήπως και καταφέρουμε να φύγουμε μαζί τους προς τα πάνω…» 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....