Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

Τα παγκάκια ξέρουν…



Τα παγκάκια κοιτάζουν τη ζωή να περνάει. Σιωπηλά, υπομονετικά, σαν φύλακες μιας πόλης που δεν σταματάει ποτέ. Κάποιοι κάθονται για λίγο. Κάποιοι μένουν περισσότερο. Κάποιοι αφήνουν πίσω τους, μόνο την ανάσα τους.

Κάθε σημάδι στο ξύλο τους κρύβει μια ιστορία. Έρωτες που άναψαν και έσβησαν. Καβγάδες που έσπασαν τη σιωπή. Παιδικά γέλια που αντήχησαν σαν βροχή. Τα παγκάκια θυμούνται.

Η πόλη κινείται γύρω τους. Οι άνθρωποι βιάζονται, οι φωνές ανακατεύονται, η βροχή ή ο ήλιος αφήνουν τα ίχνη τους. Κι εκείνα παραμένουν εκεί. Στη ζέστη, στη μοναξιά, στην αδιαφορία των περαστικών. Ακλόνητα. Σιωπηλά μάρτυρες της καθημερινότητας.

Κι όταν η νύχτα πέφτει, οι σκιές ξαναβρίσκουν τη θέση τους. Οι αναμνήσεις επιστρέφουν. Αγκαλιές που δεν ολοκληρώθηκαν. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Ελπίδες που έμειναν κρυφές. Τα παγκάκια τα κρατούν όλα.

Και εμείς; Περνάμε βιαστικά. Με τα μάτια στραμμένα αλλού. Ξεχνάμε να καθίσουμε. Να ακούμε. Να αφήσουμε τη ζωή να μας μιλήσει. Τα παγκάκια ξέρουν. Ό,τι εμείς ξεχνάμε, εκείνα θυμούνται.

Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δουκάκη

Η βεβαιότητα των εποχών




Φθινόπωρο. Έρχεται όπως πάντα, χωρίς καθυστερήσεις, με τη σιγουριά των πραγμάτων που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Ο αέρας αλλάζει, οι μέρες μικραίνουν, το φως σκληραίνει. Τα φύλλα πέφτουν σιωπηλά και σκεπάζουν ό,τι αφήσαμε μισό. Δεν τα προσέχουμε, περπατάμε γρήγορα, λες και φοβόμαστε να παραδεχθούμε ότι πέφτουν και από μέσα μας κομμάτια.

Οι Κυριακές του φθινοπώρου έχουν ένα βάρος που δύσκολα σηκώνεται. Το απόγευμα βαραίνει περισσότερο από το πρωί, κι η βροχή που κυλάει στα τζάμια μοιάζει να χαράζει το χρόνο αντί να τον ξεπλένει. Στο δωμάτιο η σιωπή απλώνεται, όχι σαν καταφύγιο αλλά σαν καθρέφτης.

Γράφω για να σταθώ. Οι λέξεις γίνονται τρόπος να κρατηθώ απέναντι στην αίσθηση ότι όλα γλιστρούν.

Το φθινόπωρο, όσο κι αν θυμίζει τελείωμα, είναι και υπόσχεση. Τα φύλλα δεν χάνονται, γίνονται τροφή για όσα θα ξαναγεννηθούν. Κι εμείς, μέσα από τις απώλειες, βρίσκουμε την αντοχή να συνεχίσουμε. Όχι με μεγάλα λόγια, με τη σιωπηλή βεβαιότητα ότι ο κύκλος συνεχίζεται και μαζί του, με τον τρόπο μας, κι εμείς.

Κι αν κάτι μας παρηγορεί, είναι πως οι εποχές επιστρέφουν. Δεν ζητούν την προσοχή μας, απλώς υπενθυμίζουν πως η φθορά είναι μέρος της συνέχειας, όχι το τέλος της. Η βεβαιότητα των εποχών μάς προσφέρει το πιο απλό και το πιο δύσκολο μάθημα: να στεκόμαστε μέσα στο πέρασμα του χρόνου, χωρίς θόρυβο, αλλά με την ήσυχη γνώση ότι τίποτα δεν σταματά. η

Η φωτογραφία είναι του Βαγγέλη Δελέγκου

Η βιομηχανία του ψέματος



Το ψέμα δεν είναι τυχαίο ολίσθημα, είναι μια καλοστημένη βιομηχανία. Μια αλυσίδα παραγωγής με πρώτες ύλες το φόβο και την ανάγκη, με εργάτες τους πρόθυμους διαχειριστές της εξουσίας και με καταναλωτές έναν Λαό κουρασμένο, που τρέφεται με υποσχέσεις. Ο χρόνος αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει, η μέθοδος όμως ίδια, αξία σταθερή: λίγη σκόνη χρυσού για να θαμπώνουν τα μάτια, λίγο θέατρο για να σωπαίνουν οι φωνές.


Πριν πέντε χρόνια, μιλούσαμε για πανδημία και κρίση, σήμερα μιλάμε για «ανάπτυξη» που δεν αγγίζει τον άνθρωπο. Το προϊόν μένει το ίδιο: η ψευδαίσθηση. Οι κυβερνώντες, καθηλωμένοι στο σκονισμένο εργοστάσιο της μεταπολίτευσης, πατάνε τα ίδια κουμπιά, γεμίζοντας την αγορά με φθαρμένα λόγια και ανακυκλωμένες ελπίδες.

Κι εμείς, θεατές σε γραμμή παραγωγής, εκπαιδευμένοι να μένουμε ακίνητοι μπροστά σε οθόνες, να πληρώνουμε χωρίς αντίρρηση, να ψηφίζουμε χωρίς σκέψη, να συνηθίζουμε το γκρίζο σαν φυσική πραγματικότητα. Η εποχή μας θέλει ακίνητους, σχεδόν αόρατους. Όμως η αλήθεια, έστω και καταπιεσμένη, ανασαίνει ακόμη κάτω από τα χαλάσματα.

Δεν θα τη μοιράσουν ως προϊόν, ούτε θα τη βρούμε συσκευασμένη σε δελτία ειδήσεων. Η αλήθεια κερδίζεται μόνο με την άρνηση να σιωπήσουμε. Αντίσταση δεν είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, είναι η απλή κίνηση: να σταθείς όρθιος, να πεις «ως εδώ».

Γιατί το πιο επικίνδυνο ψέμα δεν είναι αυτό που μας πουλάνε, είναι αυτό που αγοράζουμε με τη σιωπή μας. Και κάθε φορά που το αρνούμαστε, σταματά για λίγο η γραμμή παραγωγής. Εκεί, ανάμεσα στις ρωγμές της βιομηχανίας του ψέματος, αρχίζει να ανασαίνει η ελευθε

Είναι τότε που η πόλη φαίνεται αληθινή




Όταν φεύγει ο κόσμος, η Κέρκυρα κατεβάζει τις φωνές.
Σβήνουν τα κορναρίσματα, τα γεμάτα τραπεζάκια, οι φωτογραφίες της μιας στιγμής.

Μένουν τα καντούνια γυμνά, με τις πέτρες να βαριανασαίνουν από τόσα βήματα.
Το λιμάνι ανασαίνει χωρίς χειροκροτήματα, οι βάρκες λικνίζονται χωρίς να χρειάζεται να τις κοιτάζει κανείς.

Η πόλη τότε βγάζει τη μάσκα, ξαναβρίσκει το πρόσωπο της. Η Κέρκυρα η καθημερινή, με τους πεσμένους σοφάδες και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα που τρίζουν.
Με τα σπίτια που δεν νοιάζονται αν είναι «παραδοσιακά», γιατί είναι απλώς ζωντανά.
Με τον άνεμο που δεν υπολογίζει τουριστικές σεζόν και παρασύρει τα φύλλα στις πλατείες.

Κι εκείνη η σιωπή σε κάνει να ακούσεις τη φωνή της πόλης.
Σου λέει για τον χρόνο που περνάει πάνω της, για τις παραλείψεις, για την κουρασμένη της υπομονή.
Δείχνει το φυσικό της πρόσωπο, χωρίς φωτορυθμικά, χωρίς σκηνοθεσία.

Ένα πρόσωπο με ρυτίδες, αλλά με βλέμμα καθαρό.
Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια μένει μόνη.
Η πόλη είναι πάντα περικυκλωμένη από θορύβους, από παραστάσεις, από υποχρεώσεις.

Κι όμως, υπάρχει η λαχτάρα να τη δούμε άδεια, σιωπηλή, αληθινή.
Τη φανταζόμαστε να ανασαίνει μόνη της, να αποτινάζει τα στολίδια, να μένει με τον εαυτό της.

Μια εικόνα σαν μνήμη, μα είναι πόθος.
Η Κέρκυρα φαίνεται αληθινή μόνο όταν μένει μόνη.
Κι αυτή η στιγμή είναι σπάνια, σαν όνειρο που βλέπεις ξύπνιος. 

Η σιωπή που προλογίζει τη βροχή




“Περιμένω τη βροχή, να ξεπλύνει τις αμφιβολίες μου για σένα. Όχι ψιχάλες. Καταιγίδες” γράφει ο Σ. Σίγμα

Κι εγώ περιμένω. Στέκομαι στο μπαλκόνι μετρώντας τη σιωπή πριν τη βροντή. Το ρολόι δείχνει μια ώρα που δεν έχει σημασία, γιατί εκείνο που βαραίνει είναι ο ουρανός. Η καταιγίδα δεν είναι μόνο ξέσπασμα του καιρού. Είναι πρόφαση και εξομολόγηση. Είναι η στιγμή που όσα μένουν κρυμμένα κάτω από το δέρμα βρίσκουν τρόπο να ξεχυθούν και να ξεπλυθούν

Λατρεύω τα στοιχεία όταν θυμώνουν. Τις μπόρες που καταρρέουν σαν μανιφέστο ελευθερίας. Τις χιονοθύελλες που σκεπάζουν τα λάθη με λευκή λήθη. Τους κεραυνούς που σκίζουν τη νύχτα και φανερώνουν για μια στιγμή τον σκελετό της πραγματικότητας, που φωτίζουν για ένα δευτερόλεπτο την αλήθεια και ύστερα σβήνουν αφήνοντας πίσω μόνο την υπόνοια της. Το χαλάζι που πέφτει πάνω στις στέγες με την πειθαρχία μιας συμφωνίας του Μπαχ και συνάμα με τη βία μιας επίθεσης. Ακόμη και η θάλασσα όταν φουσκώνει και διεκδικεί τη στεριά με συγκινεί. Γιατί θυμίζει ότι τίποτε δεν είναι αιώνιο ούτε η ξηρά ούτε η βεβαιότητα. Μόνο ο σεισμός μένει μακρινός σαν προδοσία που έρχεται από το πουθενά χωρίς να την κοιτάξεις στα μάτια

Ο γιατρός μού είπε πως αυτές οι θύελλες κρατούν ισορροπία μέσα μου. Ρυθμίζουν τη στάθμη ενός ποταμού που αλλιώς θα ξεχείλιζε και θα με κατέστρεφε. Γέλασα στην αρχή. Νόμιζα πως είναι διαστροφή να λαχταρώ τον ουρανό να σκίζεται, να χαίρομαι το χαλάζι σαν γιορτή. Κι όμως ίσως να είναι η πιο τίμια μορφή άμυνας. Να βρίσκεις γαλήνη μέσα στη θύελλα γιατί δεν μπόρεσες ποτέ να τη βρεις στη νηνεμία

Κι ύστερα, μετά την καταιγίδα, έρχεται εκείνη η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Σαν υπόσχεση ότι όλα αρχίζουν από την αρχή. Κι εγώ τότε σκέφτομαι ότι η ζωή μας μοιάζει με τον καιρό. Όλοι θέλουμε ήλιο αλλά στο τέλος θυμόμαστε τις βροντές. Γιατί αυτές μάς υπενθυμίζουν πως είμαστε ακόμη ζωντανοί. Και το ζήτημα δεν είναι αν θα βραχείς αλλά αν θα συνεχίσεις να περπατάς με το βλέμμα στραμμένο στο φως που γεννιέται πάντα μετά τη βροχή. 

Ψίθυροι, έριδες… και το χαμένο τραγούδι της Κέρκυρας




Γράφω πολλά χρόνια. Αν κάτι μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, είναι πως ποτέ δεν ένιωσα τη σκουριά της ζήλιας να με βαραίνει. Αντίθετα, συχνά αποθέωσα γραπτά άλλων, τα αναδημοσίευσα, τα μοίρασα σαν μικρό δώρο σε φίλους και αναγνώστες. Γιατί ο λόγος, η τέχνη, η μουσική, το θέατρο, τα εικαστικά, δεν είναι ιδιοκτησία, είναι κοινό ψωμί που μοιράζεται στο τραπέζι.

Κι όμως, εδώ στην Κέρκυρα, και μάλιστα στο χώρο του πολιτισμού, αντί να μοιραζόμαστε το ψωμί, το κάνουμε ψίχουλα. Οι φιλαρμονικές και οι χορωδίες έχουν αποδείξει ότι μπορούν να σταθούν μαζί, να δώσουν συγκίνηση όταν ενώνουν ήχους και φωνές. Κι όμως, πίσω από τις παρτιτούρες, συχνά υψώνονται μικρά στρατόπεδα, ψίθυροι, αντιπαλότητες. Το ίδιο και στο θέατρο, το ίδιο και στις εικαστικές αίθουσες: η δημιουργία γίνεται πεδίο προσωπικών μαχών. Σαν να είναι πιο εύκολο να κερδίσεις έναν μικρό εχθρό, παρά να σταθείς δίπλα σ’ έναν φίλο.

Και τότε αναρωτιέμαι: ποιο είναι το κέρδος; Τι μένει μετά τη μάχη; Μόνο πληγές και σιωπή. Η τέχνη, όμως, γεννήθηκε για να σμίγει, όχι για να χωρίζει. Ένα πιάνο κι ένα πινέλο, μια σκηνή κι ένα ποίημα, έχουν κοινή ρίζα, την ανάγκη μας, να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον.

Αντί να στρέφουμε τα νώτα, θα μπορούσαμε να ενώνουμε τις δυνάμεις μας, να φτιάξουμε κάτι μεγαλύτερο από τον καθένα μας.

Αυτός ο πόλεμος μας προσφέρει, έναν πολιτισμό κομματιασμένο, που αντί να υψώνει τον τόπο, τον μικραίνει. Οι νότες γίνονται θόρυβος, οι φωνές σιωπή, οι πίνακες σκονίζονται. Κι ο θεατής, ο ακροατής, ο αναγνώστης, μένει να κοιτάζει το κενό.

Σας το λέω καθαρά: κάτω τα όπλα. Ούτε το βιολί είναι ξίφος, ούτε η παρτιτούρα λάφυρο. Ούτε η χορωδία στρατώνας. Αντί να μετράμε στρατόπεδα, ας μετρήσουμε συγχορδίες. Αντί να βυθιζόμαστε στους ψιθύρους, ας υψώσουμε φωνές.

Η Κέρκυρα έχει ανάγκη να ξανακούσει τις φιλαρμονικές και τις χορωδίες της να συναντιούνται πιο συχνά. Να δει τον πολιτισμό της να γίνεται γέφυρα κι όχι τείχος. Γιατί αλλιώς, τι μας μένει; Ένας τόπος πλούσιος σε παράδοση αλλά φτωχός σε ψυχή.

Το έργο είναι του Δημήτρη Μηλιώτη 

Η μεγάλη τέχνη της στασιμότητας




«Όλα τριγύρω αλλάζουνε. Κι όλα τα ίδια μένουν.
Το μόνιμο ρεφρέν της πολιτικής μας ζωής.
Πρώτα η «επαναστατική» γυμναστική. Συνθήματα, χειροκροτήματα, μεγάλα λόγια. Μετά το τραίνο ξεκινά. Χωρίς μηχανοδηγό. Στις ίδιες παλιές ράγες, χαραγμένες από τους προηγούμενους.

Το όραμα; Πρώτο θύμα. Βουλιάζει στη λάσπη της συνήθειας. Το «ριζοσπαστικό»; Ένα μπαλόνι που σκάει στην πρώτη γωνία. Κι η εξουσία επιστρέφει στην αγαπημένη της δουλειά, αριθμοί, ισορροπίες, μικροσυμφέροντα.

Γύρω μας πλήθος λογιστών. Μικροδιαχειριστών. Ανθρώπων που φυλάνε το ταμείο σαν να ’ναι θησαυρός. Πολιτικών που ξοδεύουν ολόκληρη τη ζωή τους για να μη χαθεί ούτε η καρέκλα ούτε η σιωπή.

Κι όμως, η ιστορία δεν κινήθηκε ποτέ με λογιστικές πράξεις. Την άλλαξαν οι ανικανοποίητοι. Οι ρομαντικοί που δεν έμαθαν να λογαριάζουν.

Σήμερα, μέσα στο πλήθος των μετρίων διαχειριστών, των ευσεβών ισορροπιστών και των μικροδιεκδικητών, οι αληθινά ανικανοποίητοι μοιάζουν σαν σπάνια είδη. Αυτοί που αυτοσαρκάζονται, που δεν χωράνε σε καρέκλες, που βαδίζουν σε δρόμους χωρίς βεβαιότητα, με μόνη πυξίδα μια Ιθάκη πάντα μακρινή.
Δεν φτιάχνουν γέφυρες για να περάσουν όλοι βολικά, τις γκρεμίζουν, για να αναγκάσουν τον κόσμο να σκεφτεί πώς αλλιώς μπορεί να προχωρήσει.

Είναι οι μόνοι που κρατούν μια σπίθα. Μικρή, ασταθή, πεισματάρικη. Κι αν βρει αέρα, η σπίθα αυτή γίνεται φωτιά. Όχι για να κατακάψει, μα για να θυμίσει πως υπάρχει ζωή έξω από τις ισορροπίες και πέρα από τους υπολογισμούς.
Το ερώτημα μένει: θέλουμε φωτιά ή βολευόμαστε με τη στάχτη; 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....