Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

Θάλασσες! Ποτέ ενυδρεία

Κάθε αλλαγή του χρόνου γράφεται με παρουσίες και απουσίες, η σκέψη τρέχει διαρκώς στις άδειες θέσεις στο τραπέζι, λείπει ο Λάκης, από το κεφάλι.

Στο τέλος της χρονιάς, απολογούμαι. Κοιτάζω πίσω να ελέγξω την κίνηση, κοιτάζω μπρος σε αυτά που έρχονται. Ξανακοιτάζω πίσω, φίλοι που δεν ζουν ή δεν είναι τόσο φίλοι.
Άχρονος ο χρόνος από πάντα του με πολεμά. Όλα αυτά τα χρόνια πίσω, προσπάθησα να κλέψω κάποιες του στιγμές. Ίσα που πρόλαβα κάποια ανεπαίσθητα αρώματα, κάποιες θαμπές αχτίδες, ένα παλιό κονιάκ και λίγο Χατζιδάκι. Α! να μην ξεχάσω και εκείνο το άγγιγμα που κουβαλάω ακόμα σφιχτά στο δεξί μου χέρι…


Δυστυχώς κουβαλάμε την ποινή λες και έχουμε υποπέσει στο προπατορικό αμάρτημα. Φορτωμένοι συμβιβασμούς, σε μια εύθραυστη ισορροπία, που να πάμε; Είναι ασφαλέστερες οι ψευδαισθήσεις απ’ αυτήν την πραγματικότητα.
Ο κόσμος αισθάνεται απογοητευμένος, ταπεινωμένος και εξαπατημένος απ’ όλες τις μεριές.
Η ακρίβεια μας τρομάζει, ο πόλεμος είναι δίπλα μας και μας απειλεί . Μέσα στη διάχυτη βουβαμάρα εγκλείεται φόβος. Φόβος για το παρόν, φόβος για το μέλλον. Μπορεί τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να ήταν σκληρά για την ελληνική κοινωνία, κάθε μέρα όμως που ξημέρωνε ήταν καλύτερη από την προηγουμένη . Σήμερα δεν γνωρίζουμε πού μας βγάζει ο δρόμος, αισθανόμαστε ανήμποροι να προγραμματίσουμε στοιχειωδώς τη ζωή μας . Αισθανόμαστε να μας πλακώνει το παρόν. Έτσι γυρίζουμε συχνά πίσω είτε εξωραΐζοντας είτε δαιμονοποιόντας το παρελθόν. Ζούμε ένα μεσοδιάστημα, Το παλιό τελείωσε το καινούριο είναι ασχημάτιστο, δύσκολοι καιροί.
Το σημερινό μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού απέτυχε πρώτο. Το μοντέλο που θέλει την κοινωνική οργάνωση να έχει χώρο μόνο για τους “ταλαντούχους”, τους “καπάτσους”, τους “έξυπνους” και τους “καινοτόμους”, όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου, πτώχευσε πρώτο. Οι μισοί είναι φυλακή και οι υπόλοιποι σε διακανονισμό με τις τράπεζες για να σώσουν τα σπίτια τους.
Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες πρώτα απ’ όλα μεριμνούν για τους ανυπεράσπιστους. “Καμία χλιδή δεν έχει ούτε ένα ζωντανό αιμοπετάλιο από εκείνα που βρίσκεις “τρεχούμενα” και σε αφθονία μέσα στην αγάπη δυο ανθρώπων. Η Πολιτική παρέδωσε. Η Οικονομία βασιλεύει και προσπαθεί να κρατηθεί κανιβαλίζοντας όσους “περισσεύουν”. Μέχρι να αντιστραφεί αυτό, δεν θα υπάρχουν ειδήσεις. Τουλάχιστον όχι καλές.”
Κατάλαβα Κυρία μου! Θάλασσες, ποτέ ενυδρεία.

Για να προσέχουμε που πατάμε

Στο χώμα είναι η μοίρα τους να γράφονται τα παρακάτω. Όχι για να σβήνουν με τον αέρα, για να προσέχουμε πού πατάμε.

Ευτυχώς υπάρχουν και αυτές οι καλές στιγμές της παραδοχής. Οι στιγμές της πικρής αλήθειας, που σε μια κρίση ειλικρίνειας τις ξεστομίζουμε. Αύριο θα λέω άλλα.


Ναι κάποτε προσπαθήσαμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, τώρα και ενώ έχουμε παραδώσει την σκυτάλη για να προσπαθήσουν οι νεότεροι, εμείς οι παλιοί των ημερών τρέμοντας την προοπτική της αποστρατείας, βάζουμε συνεχώς εμπόδια, δίνοντας την ανάποδη μάχη.
Προσπαθούμε με κάθε μέσο να υπερασπίσουμε, τα κομμάτια του εαυτού μας που έχουμε σε υπόληψη, ώστε να μην τα βρει ευάλωτα ο χείμαρρος των αλλαγών της πραγματικότητας.
Κακή ηλικία η μεσαία, μάχεται χωρίς όνειρα χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς στόχο. Έχουμε φύγει και επιμένουμε ότι είμαστε εδώ. Δυστυχώς η ζωή που δεν τολμήσαμε βρίσκεται καταχωνιασμένη σε κείνα τα χαρτόκουτα «Νουνού», βαθιά πίσω στο πατάρι. Εκεί θα μείνει. Θα την βρουν όταν θα πάμε στο ουράνιο ταξίδι και θα δουν πόσο λάμπει το μυστικό, ευτυχώς δεν θα είμαστε εκεί να χρεωθούμε την δειλία μας.
Τι πάει να πει παράπονο, μόνο με τον εαυτό μας κολλάει αυτή η λέξη, παράπονο που δεν αφήσαμε την αύρα να μας διαπεράσει και έμεινε η υγρασία να μας οδηγήσει στην μιζέρια.
Η ευτυχία δεν θα μας βρει ξαπλωμένους κάτω από ένα ίσκιο. Η ευτυχία θα μας βρει σε μια στροφή της ανηφόρας.
Κακή ηλικία η μεσαία, είναι και δεν είναι. Ένα πόδι μέσα ένα έξω, «αλλάξτε τον κόσμο, αλλά περιμένετε λίγο», «κάντε ότι νομίζετε αλλά δεν είναι σωστό έτσι», «εμείς δεν ανακατευόμαστε, αλλά προσέχετε μην το κάνετε έτσι».
Με μισόλογα κρύβουμε την ανασφάλεια μας και υπερασπιζόμαστε την ύπαρξη μας.
Η μάχη που δίνουμε δεν είναι πλέον για να αλλάξουμε τον κόσμο αλλά για να μην μας αλλάξει ο κόσμος. Την ύπαρξη μας υπερασπίζουμε
Ανακεφαλαιώνω κάθε τόσο γιατί η απάθεια είναι κολλητική. Τα ξαναγράφω για να τα διαβάζω, φωναχτά, για να πετάγομαι εκείνη την κατάλληλη στιγμή που θέλει να με πάρει ο ύπνος.
Με προσδιορισμένο ημερολογιακά το χρόνο, μας απομένει να προσδιορίσουμε τον τόπο, αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω θα προτιμούσα καλύτερη να ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.

Μελαγχόλησα



Τα παρακάτω από ένα ακάλεστο παράπονο. Μόνο του ήρθε για να ζητήσει τα δίκια του. Για να δικαιολογήσει την ύπαρξη μου. Όχι, δεν μπήκε στον κόπο των λογαριασμών, αγνόησε το πάρε δώσε της συναλλαγής των συναισθημάτων, άλλωστε κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Ήρθε για να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, δίνοντας έμφαση στο κόμπο που πνίγει το λαιμό και σε κείνο το απροσδιόριστο βάρος στο στήθος. Και ξέρετε σ’ αυτές τις λεπτές ισορροπίες των συναισθημάτων, αρκούν δυο μάτια, τέσσερις λέξεις και μια σιωπή.


Δύσκολες μέρες, χωρίς χρονικό ορίζοντα λήξης. Μόνες σταθερές η πρόσθεση και η αφαίρεση. Αφαίρεση ελαφρύνσεων και πρόσθεση βαρών. Εν τέλει μια διαρκής αφαίρεση ζωής. Για όσους ακόμα, το παλεύουν, με ένα «α» στερητικό σε πρώτη χρήση, κάτι θα μείνει. Τι; το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής, που η αφαίρεση δεν το αγγίζει. Λίγη ψυχή, γιατί η υπόλοιπη κάλυψε μέρος των υποχρεώσεων.
Φεύγει το φθινόπωρο και τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Γράφτηκε πριν 15 χρόνια, θυμάμαι και τότε όπως και τώρα μελαγχόλησα. Φθινόπωρο Κυριακή και σε λίγες μέρες μπαίνουμε σε ένα αβέβαιο χειμώνα.
Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Δεν είχα τύψεις, γυρνούσα πίσω αναζητώντας σταθερές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά άντεχα. Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φώτιζε σαν βεγγαλικό.
Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια. Βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν πιστεύει.
Πολύ θα ήθελα να είχα την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα. Έχω μπει σε ένα ρόλο και χρησιμοποιώ όλη μου την ενέργεια για να σκοτώσω τον καιρό μου. Υπαινίσσομαι την απογοήτευση μου, μέσα σε κοινές φράσεις, «δεν γίνεται τίποτα» η «τώρα είναι αργά». Μια αόριστη επιπόλαιη δυσαρέσκεια, που μου κρατά συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου.
Κάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω με όλα αυτά. Δεν γυρίζω τη πλάτη στη ζωή, αλλά να, αυτές οι βόλτες τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, είναι αυτό που μπορώ να αφήσω. Αυτό είναι όλο και όλο. «Επιτόπιες διαδρομές μέσα στη νύχτα, σκοτεινές τρύπες παρανοϊκές και ματωμένες, άσκοπες βόλτες, παρέα με τα παράλογα όνειρα μας. Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε τον χαμένο χρόνο, αυτά είναι τα πιο σημαντικά που έχω να εκθέσω, όλα τα άλλα χάρτινες πανοπλίας, καρναβαλίστικες φορεσιές». 

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Το Πολυτεχνείο είναι κληρονομιά, μιας αιώνιας νιότης

Κάθε που φτάνει αυτή η μέρα, θέλω να γράψω πολλά και τίποτα. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές αυτό, πώς τα ίδια εκείνα λόγια, τα ίδια εκείνα συνθήματα, που στη μια γενιά κάνουν τους νέους να ξεσηκώνονται, να επαναστατούν, και να θυσιάζονται, ακούγονται από την επόμενη γενιά ως ενοχλητικά ή ανούσια.


Δεν μηδενίζω τίποτε. Λογαριάζω όμως πόσες φορές εκείνος αγώνας που είχε προμετωπίδα το Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία "δικαιώθηκε". Παράταιρο ακούγεται σήμερα το σύνθημα κι ας είναι όλο και περισσότεροι αυτοί που πένονται, όλο και περισσότεροι οι απαίδευτοι. Όσο για την Ελευθερία, την έχουμε. Στο πληκτρολόγιό μας. Είμαστε παντελώς ελεύθεροι να πληκτρολογούμε κατ' εξακολούθηση εξυπνάδες. «Οθόνες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο της ανεπίγνωστης μοναξιάς!»
«Τρέμω στα αλήθεια. Τρέμω γιατί πλησιάζει πάλι η τρομερή επέτειος της γενιάς μου. Η επέτειος - επαιτεία της μνήμης, η επέτειος - εκβιασμός προς την Ιστορία που κοιτάζει από ψηλά μισογελώντας την εθνική μας «επιχείρηση». Γράφει ο Μάνος Στεφανίδης.
Δυστυχώς το έπος της νεότητάς μας το καταντήσαμε συλλογική ντροπή και εύκολη προπαγάνδα στα χέρια των επιτήδειων.
Ξαναδιαβάζοντας το παρελθόν δεν επιχειρώ να το εξωραΐσω, άλλωστε αυτή η συναναστροφή μαζί του, σε φέρνει σε επαφή με τα πεθαμένα, στην παρούσα φάση όμως, εκθέτοντας τους φόβους μου να δώσω το ανάλογο σχήμα στο παρόν μου.
Το κυκλώνω στη μνήμη μου “σαν αγγελία οικίας οικείας.”
Τα κυκλώνω σαν παρατήρηση κειμένου, σαν υποσημείωση που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Με κοκκινίζω για να μη με χάσω.
Η κάθε γενιά έχει το δικό της Πολυτεχνείο. Κάθε γενιά γίνεται θύτης και θύμα ταυτόχρονα. Ας ευχηθούμε να διακοπεί κάποια στιγμή αυτό το γαϊτανάκι της ιστορίας και το νέο Πολυτεχνείο να δικαιώσει τον αγώνα των παιδιών μας. Το «Πολυτεχνείο», όπως και να το κάνουμε θα παραμένει η κορυφαία αντιστασιακή πράξη της γενιάς μου. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι εκείνη η εξέγερση του Νοέμβρη του 1973 σήμανε το τέλος της Χούντας.
Αυτά να θυμόμαστε. Το Πολυτεχνείο λειτουργεί σαν μια κληρονομιά, μιας αιώνιας νιότης.
Στα μάτια των παιδιών διαβάζουμε ποιο πρέπει να είναι το Πολυτεχνείο του σήμερα. Και από τα μάτια αυτά παίρνουμε εντολές και ελπίδα να συνεχίσουμε. Τώρα εμείς και αύριο εκείνα. Για τα δικά τους παιδιά. Για τα παιδιά κάθε εποχής. Για το μέλλον. Για το όνειρο. Για έναν καλύτερο κόσμο.
Οι εξεγερμένοι του 1973, αγόρια και κορίτσια, ήταν σφόδρα ερωτευμένα και ήταν όλοι τους ερωτικοί. Λάτρευαν τη ζωή, ήθελαν να δημιουργήσουν, να ζήσουν ελεύθερα, να εκφράσουν τα νιάτα τους, ν΄ αντιδράσουν στο μαύρο, το συντηρητικό, να βγουν από το επιβεβλημένο αδιέξοδο. Είχαν στόχο και δεν ήταν μηδενιστές. Η αμφισβήτηση τους δεν ήταν αόριστη. Δεν υποστήριζαν την απομάγευση, αλλά επιθυμούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.
Ναι, αυτό το Πολυτεχνείο κάθε που κοιτάς τα μάτια των παιδιών ανασταίνεται.

"Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή."
Νικηφόρος Βρεττάκος – Μικρός τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973) 

Σε τι κόσμο, μπαμπά, μ' έχεις φέρει να ζήσω

Από το 2019 παρακολουθούσε τους πάντες το επιτελικό κράτος, όπως αποκαλύπτει σήμερα το «Βήμα της Κυριακής». Αυτό βέβαια δεν αποτελεί είδηση. Η είδηση είναι και αυτό θα πρέπει να μας τρομάζει, ότι κανενός το αυτί δεν ιδρώνει. Ούτε και αυτών που βρίσκονται στην λίστα παρακολούθησης. Φαίνεται πως φτιάχνεται ένας καινούργιος κόσμος, με ανοσία σε φαινόμενα σήψης και διαφθοράς. Από το λεξικό άρχισαν να σβήνονται λέξεις, όπως αξιοπρέπεια, ευθιξία, δικαιοσύνη, δημοκρατία, ελευθερία. Προμετωπίδα στην λειτουργιά ενός κράτους η επικοινωνία και πίσω βαθύ έρεβος.

Το ιδεώδες θα ήταν να ζει κανείς σε ένα τόπο, που η εξουσία, να ήταν τόσο συνεπής, ώστε να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία της. Θαρρείς σήμερα ότι όλα κινούνται για να υπηρετήσουν με συνέπεια τη βιτρίνα .
Το διάστημα που προηγήθηκε, έφτιαξε συνειδήσεις, εκπαίδευσε συναισθήματα. Μια κοινωνία χωρίς όραμα, χωρίς συμμετοχή, χωρίς δράση, που αρέσκεται να σχολιάζει και κατά βάθος να χαίρεται με τη φωτιά που μας καίει.
Μόνο μέσα σ’ αυτό το κλίμα, μπορούν να ευδοκιμήσουν όλα αυτά που ζούμε σήμερα στην πατρίδας μας. Ποιος τολμούσε πριν λίγα χρόνια να εφαρμόσει τόσα αντιλαϊκά μέτρα με τόση ευχέρεια; Ήταν εύκολο τελικά.
Μέσα από την παθογένεια του μεταπολιτευτικού σκηνικού, η πλειονότητα των πολιτικών μας έχει μάθει να προβάλλει «το φαίνεσθαι πάνω στο είναι». Το κακό σήμερα, παράγινε, οι πολιτικοί συνεπικουρούμενοι από τα ηλεκτρονικά κυρίως μέσα ενημέρωσης, πουλάνε σε απίστευτες δόσεις «αέρα κοπανιστό», να φανεί πως κάτι κάνουν και ας μην κάνουν τίποτα.
Με εννοιολογικά θραύσματα, λαϊκίστικα στερεότυπα, γενικεύσεις αλλά και υπεραπλουστεύσεις, προσπαθούν να δημιουργήσουν μία εικόνα, που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Πως λοιπόν να αντέξεις μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ψευτιάς και υποκρισίας; Πώς να αντέξεις αν δε συγκρουστείς;
«Σε τι κόσμο, μπαμπά, μ' έχεις φέρει να ζήσω,
με στενεύουν λουριά, πώς να τον συνηθίσω.
Τόσος κόπος γιατί, τόσο αίμα και δάκρυ
να μπορούσα με κάτι να τον κάνω καπνό,
όλα τέλειωσαν πια, όλα πήγαν χαμένα,
ένα μένει σ' εμένα, να του βάλω φωτιά.»

Αυτός είναι ο στίβος πλέον των μαχών της επικοινωνίας

«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις», τραγουδάει ο Σαββόπουλος.

Οι εποχές έχουν αλλάξει, η δύναμη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει ξεπεράσει τα παραδοσιακά κέντρα επιρροής, δημιουργώντας ένα καινούργιο περιβάλλον στο χώρο της επικοινωνίας.


Δυνάμεις του κακού και στον παλιό και στο νέον κόσμο . Η διαφορά βρίσκεται στην συμμετοχή και στο νέο κόσμο δεν επιλέγουμε μόνο, έχουμε την δυνατότητα και να συμμετέχουμε.
Δυο κόσμοι και εδώ μέσα, όπως και έξω. Το θέμα είναι σε ποια πλευρά θα βρίσκεσαι. Δεν υπερβάλω και εδώ ένας πόλεμος γίνεται, με τις δυνάμεις του καλού και του κακού να δίνουν κάθε μέρα, κάθε στιγμή, μάχες σκληρές .
Πολλές φορές με την ευκολία που μας προσφέρει το μέσο, χάνουμε τον προσανατολισμό μας και χωρίς να υπάρχει πρόθεση, συντασσόμαστε από εκείνη την πλευρά, που όπως και στον πραγματικό κόσμο μόνο κακό θέλει να κάνει. Φυσικά και δεν διαφωνούμε με το δικαίωμα του καθενός να εκφράζει τη γνώμη του. Διαφωνούμε με την επιπολαιότητα, την προχειρότητα και τη βιασύνη, να γράψει κάτι για να υποστηρίξει ένα μοντέλο επικοινωνίας, που στην ουσία βιάζει την ίδια του την γνώμη. Ακούω σήμερα διαμαρτυρίες. Μα δεν φταίει αυτό καθ’ εαυτό το μέσο, το μέσο μας πάει μπροστά, αλλάζει με τρόπο περισσότερο δημοκρατικό την επικοινωνία. Οι χρήστες δίνουν το τέμπο και διαμορφώνουν το περιβάλλον. Οι χρήστες γίνονται χρήσιμοι ή επικίνδυνοι, το ίδιο όπως και στον έξω κόσμο.
Εδώ μέσα θα μείνω για να πολεμήσω. Εδώ κάθε μέρα μαθαίνω. Μαθαίνω στην πράξη πού κυλάνε τα ρυάκια της επικοινωνίας σήμερα, πώς μεταμορφώνεται το κείμενο από νήμα σε πολύτιμο ύφασμα.
Έχω καταλήξει: το διαδίκτυο με οδηγεί σε δικούς του δρόμους, με βάζει να γράψω διαφορετικά, έχοντας στα χέρια μου ένα οπλοστάσιο πληροφοριών που μου δίνουν την ευχέρεια της υπερκειμενικής γραφής, μου προσθέτει μουσικές, εικόνες και βίντεο, όλα αυτά που ενισχύουν και μεταμορφώνουν τις λέξεις.
Με οδηγεί σε ανθρώπους, ενδιαφέροντες, που τους νιώθω κοντινούς ακόμη κι όταν λείπει η φυσική επαφή.
Προσυπογράφω την εκτίμηση που είχε κάνει ο Νίκος Ξυδάκης σε ένα παλαιότερο κείμενο... «Την ώρα που η γλώσσα της αφήγησης, της κριτικής, του δημόσιου λόγου, ξεψυχάει στα ρηχά των μαζικών μέσων, στον πολτό του λάιφσταϊλ, στη μυρηκαστική πεζογραφία, στην ανία της ακαδημίας, την ίδια ώρα, εκεί, στα εφήμερα κηπάρια του Δικτύου, καλλιεργείται ένα στυλ που είναι προκλητικό, ερεθιστικό του νοός, σαγηνευτικό, τσιτωμένο στα κόκκινα». Μαθαίνω κάθε μέρα εδώ, αυτό κυρίως .
Αυτός είναι ο στίβος πλέον των μαχών της επικοινωνίας. Εδώ μέσα όσο περνάει ο χρόνος, οι δυνάμεις του καλού χρειάζεται να ενισχυθούν και να νικήσουν. Πριν αρχίσουμε τους αφορισμούς, ας διαλέξουμε πλευρά...

Δεν μαγειρεύω για να φάω, αλλά για να φύγω

Η ανάσα της είναι σαν μέλι αρωματισμένο με γαρίφαλο.

Το στόμα της νόστιμο σαν ώριμο μάνγκο.
Το φιλί στην επιδερμίδα της είναι σαν να γεύεσαι λωτό.
Η κοιλότητα του αφαλού της κρύβει μια ποικιλία από μπαχαρικά. Τις ηδονές που βρίσκονται παρακάτω, η γλώσσα τις γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να τις πει.
Σργκαρακαρίκα, Κουμαρανταντάτα (12 αιώνας )



Διάλειμμα ανάσα. Ας μαγειρέψουμε. Όταν μαγειρεύω ξεκουράζομαι. Αυτοί που μαγειρεύουν γιατί γουστάρουν, δεν μπορεί παρά να είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Δεν μαγειρεύω για να φάω, αλλά για να φύγω. Μαγειρεύω κυρίως για τους άλλους, άλλα η γεύση πρέπει πρώτα εμένα να ενθουσιάζει. Κάποια υλικά που δεν μου αρέσουν, δεν τα χρησιμοποιώ ποτέ. Κάποιες φορές μαγειρεύω και για τραπέζια φανταστικά. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σαν να είχαμε καθίσει όλοι μαζί στο τραπέζι.
Εδώ πάνω από τις αχνιστές κατσαρόλες μου, νοιώθω την ασφάλεια του παντοτινού. Με συνταγές από τα βάθη του παρελθόντος, ανέπαφες από το χρόνο και με χίλια δύο αρώματα, όπλα που αντέχουν και θα αντέξουν στη μαζική επίθεση των ταχυφαγείων.
Η ηδονή μιας γεύσης συγκεντρώνεται στη γλώσσα και στον ουρανίσκο, αν και συχνά δεν αρχίζει από εκεί, αλλά από τις αναμνήσεις. Είναι δύσκολο να καθορίσεις μια γεύση όσο και μια μυρωδιά. Και τα δύο είναι πνεύματα που έρχονται ακάλεστα για ν’ ανοίξουν ένα παράθυρο στη μνήμη και να μας οδηγήσουν σε ένα ξεχασμένο γεγονός. Πολλές φορές τα νοσταλγούμε αναζητώντας το ερωτικό αποτέλεσμα του παρελθόντος. Πάνε πενήντα χρόνια και ακόμα θυμάμαι τη γεύση από βερμούτ στο πρώτο μου φιλί.

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....