Όλη την επόμενη μέρα περπατούσα σαν να έκρυβα ένα μικρό μυστικό που δεν ήθελα να προδώσω. Ένιωθα ακόμη πάνω μου τη ζεστασιά μιας νύχτας που δεν ήθελε να τελειώσει. Μια ανάσα που είχε μείνει κοντά μου, ένα άγγιγμα που επέμενε, μια ηδονή. Χρειάστηκαν αρκετές ώρες για να θυμηθώ πως όλα αυτά είχαν συμβεί μόνο σ’ ένα όνειρο.
Κι όμως, τίποτε δεν ήταν πιο αληθινό από εκείνη την αίσθηση. Δεν θυμόμουν πρόσωπο ούτε λέξεις. Θυμόμουν μόνο πως κάτι είχε αγγίξει εκείνο το κομμάτι του εαυτού μου που η καθημερινότητα αφήνει συχνά να αποκοιμηθεί. Για ώρες ένιωθα πάνω στο σώμα μου τη μνήμη μιας τρυφερότητας που δεν είχε υπάρξει και, όμως, την κουβαλούσα σαν να είχε συμβεί. Τότε κατάλαβα πως η ψυχή μπορεί να χαρίζει στο σώμα αναμνήσεις από πράγματα που δεν έγιναν ποτέ.
Από τότε σκέφτομαι ότι τα όνειρα δεν κατοικούν μόνο στη νύχτα. Μερικές φορές ξυπνούν μαζί μας, κάθονται απέναντί μας στον πρώτο καφέ της ημέρας, περπατούν δίπλα μας στους δρόμους της πόλης και μας ψιθυρίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζουμε. Είναι και ό,τι αισθανόμαστε.
Μεγαλώνοντας, έπαψα να ζητώ από τα όνειρα να προφητεύουν το μέλλον. Μου αρκεί που δεν αφήνουν το μέλλον να στεγνώσει. Που επιμένουν να ανοίγουν μικρές χαραμάδες εκεί όπου η λογική βιάζεται να υψώσει τοίχους.
Κάθε φορά που επιστρέφω στην Κική Δημουλά, σταματώ σε τρεις στίχους. Δεν προσπαθώ να τους ερμηνεύσω. Απλώς τους αφήνω να με συναντήσουν.
«Ένα μόνο δεν μου δίνει το όνειρο.
Το όριο. Ως που να κινδυνέψω.
Γιατί τότε πια δεν θα ήταν όνειρο.»
Το αντίθετο του ονείρου δεν είναι η πραγματικότητα. Είναι η στιγμή που παύουμε να συγκινούμαστε. Που τίποτα δεν μας αναστατώνει, τίποτα δεν μας παρασύρει, τίποτα δεν αφήνει πάνω μας το αποτύπωμά του.
Δεν φοβάμαι τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν. Φοβάμαι τις μέρες που περνούν χωρίς να αφήνουν μέσα μου ούτε μια σπίθα επιθυμίας. Γιατί τότε δεν γερνά μόνο το σώμα. Γερνά η προσμονή.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο των ονείρων. Δεν μας υπόσχονται ότι θα αλλάξουν τη ζωή μας. Μας θυμίζουν, όμως, ότι υπάρχει ακόμη μέσα μας ένας άνθρωπος που μπορεί να συγκινηθεί, να ποθήσει, να ερωτευτεί, να περιμένει. Κι όσο αυτός ο άνθρωπος παραμένει ξύπνιος, δεν φοβάμαι ούτε το ξημέρωμα ούτε τη νύχτα.
Κι όμως, τίποτε δεν ήταν πιο αληθινό από εκείνη την αίσθηση. Δεν θυμόμουν πρόσωπο ούτε λέξεις. Θυμόμουν μόνο πως κάτι είχε αγγίξει εκείνο το κομμάτι του εαυτού μου που η καθημερινότητα αφήνει συχνά να αποκοιμηθεί. Για ώρες ένιωθα πάνω στο σώμα μου τη μνήμη μιας τρυφερότητας που δεν είχε υπάρξει και, όμως, την κουβαλούσα σαν να είχε συμβεί. Τότε κατάλαβα πως η ψυχή μπορεί να χαρίζει στο σώμα αναμνήσεις από πράγματα που δεν έγιναν ποτέ.
Από τότε σκέφτομαι ότι τα όνειρα δεν κατοικούν μόνο στη νύχτα. Μερικές φορές ξυπνούν μαζί μας, κάθονται απέναντί μας στον πρώτο καφέ της ημέρας, περπατούν δίπλα μας στους δρόμους της πόλης και μας ψιθυρίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζουμε. Είναι και ό,τι αισθανόμαστε.
Μεγαλώνοντας, έπαψα να ζητώ από τα όνειρα να προφητεύουν το μέλλον. Μου αρκεί που δεν αφήνουν το μέλλον να στεγνώσει. Που επιμένουν να ανοίγουν μικρές χαραμάδες εκεί όπου η λογική βιάζεται να υψώσει τοίχους.
Κάθε φορά που επιστρέφω στην Κική Δημουλά, σταματώ σε τρεις στίχους. Δεν προσπαθώ να τους ερμηνεύσω. Απλώς τους αφήνω να με συναντήσουν.
«Ένα μόνο δεν μου δίνει το όνειρο.
Το όριο. Ως που να κινδυνέψω.
Γιατί τότε πια δεν θα ήταν όνειρο.»
Το αντίθετο του ονείρου δεν είναι η πραγματικότητα. Είναι η στιγμή που παύουμε να συγκινούμαστε. Που τίποτα δεν μας αναστατώνει, τίποτα δεν μας παρασύρει, τίποτα δεν αφήνει πάνω μας το αποτύπωμά του.
Δεν φοβάμαι τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν. Φοβάμαι τις μέρες που περνούν χωρίς να αφήνουν μέσα μου ούτε μια σπίθα επιθυμίας. Γιατί τότε δεν γερνά μόνο το σώμα. Γερνά η προσμονή.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο των ονείρων. Δεν μας υπόσχονται ότι θα αλλάξουν τη ζωή μας. Μας θυμίζουν, όμως, ότι υπάρχει ακόμη μέσα μας ένας άνθρωπος που μπορεί να συγκινηθεί, να ποθήσει, να ερωτευτεί, να περιμένει. Κι όσο αυτός ο άνθρωπος παραμένει ξύπνιος, δεν φοβάμαι ούτε το ξημέρωμα ούτε τη νύχτα.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου