Ο Αύγουστος έχει έναν δικό του τρόπο να μπερδεύει τον χρόνο.
Κάθε απόγευμα, όταν το φως της δύσης αρχίζει να σβήνει, μοιάζει να κλέβει κάτι από την ανατολή και να το κρατά λίγο ακόμη. Σαν να μας δίνει μια τελευταία ευκαιρία να ξαναδούμε όσα νομίζαμε πως χάθηκαν.
Σήμερα ξαναδιάβασα ένα κείμενο που έγραψα πριν από έξι χρόνια. Με ξάφνιασε.
Όχι επειδή άλλαξαν όλα. Αλλά επειδή κάποια πράγματα έμειναν ακριβώς εκεί, στη θέση τους.
Τότε έγραφα για τους ανθρώπους που αγαπιούνται και δεν καταφέρνουν πάντα να συναντηθούν. Για τις αποστάσεις που μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή. Για όσα δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε.
Είχα ανοίξει τις επιστολές του Σεφέρη στη Μαρώ. Είχα σταθεί στον Λειβαδίτη. Είχα αφήσει το ραδιόφωνο να ψιθυρίζει μέσα στο πρωινό.
Σήμερα δεν χρειάστηκε τίποτα από όλα αυτά.
Οι λέξεις είχαν μείνει μέσα μου.
Με τα χρόνια κατάλαβα πως οι άνθρωποι δεν απομακρύνονται ξαφνικά. Φεύγουν λίγο λίγο. Από ένα βλέμμα που δεν συναντήθηκε. Από μια κουβέντα που αναβλήθηκε. Από ένα άγγιγμα που δεν έγινε.
Και κυρίως από την ψευδαίσθηση πως υπάρχει πάντα χρόνος.
Δεν υπάρχει πάντα χρόνος. Υπάρχει η στιγμή.
Και η αγάπη δεν είναι ποτέ ίση. Ο ένας δίνει περισσότερο, ο άλλος λιγότερο. Ο ένας περιμένει, ο άλλος φοβάται. Ο ένας μένει, ο άλλος έχει ήδη αρχίσει να φεύγει. Κι όμως, συνεχίζουμε να αγαπάμε.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράλογο και το πιο ανθρώπινο πράγμα πάνω μας.
Ξαναδιάβασα λοιπόν σήμερα εκείνο το παλιό κείμενο και δεν θέλησα να αλλάξω ούτε λέξη.
Το άφησα να σταθεί απέναντί μου.
Σαν έναν άνθρωπο που γνώρισα κάποτε πολύ καλά και σήμερα μπορώ επιτέλους να τον κοιτάζω χωρίς θυμό.
Ο χρόνος δεν διορθώνει τα πάντα. Μερικά πράγματα απλώς τα φωτίζει διαφορετικά. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν είναι απλώς αργά. Είναι πια χθες.
Κάθε απόγευμα, όταν το φως της δύσης αρχίζει να σβήνει, μοιάζει να κλέβει κάτι από την ανατολή και να το κρατά λίγο ακόμη. Σαν να μας δίνει μια τελευταία ευκαιρία να ξαναδούμε όσα νομίζαμε πως χάθηκαν.
Σήμερα ξαναδιάβασα ένα κείμενο που έγραψα πριν από έξι χρόνια. Με ξάφνιασε.
Όχι επειδή άλλαξαν όλα. Αλλά επειδή κάποια πράγματα έμειναν ακριβώς εκεί, στη θέση τους.
Τότε έγραφα για τους ανθρώπους που αγαπιούνται και δεν καταφέρνουν πάντα να συναντηθούν. Για τις αποστάσεις που μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή. Για όσα δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε.
Είχα ανοίξει τις επιστολές του Σεφέρη στη Μαρώ. Είχα σταθεί στον Λειβαδίτη. Είχα αφήσει το ραδιόφωνο να ψιθυρίζει μέσα στο πρωινό.
Σήμερα δεν χρειάστηκε τίποτα από όλα αυτά.
Οι λέξεις είχαν μείνει μέσα μου.
Με τα χρόνια κατάλαβα πως οι άνθρωποι δεν απομακρύνονται ξαφνικά. Φεύγουν λίγο λίγο. Από ένα βλέμμα που δεν συναντήθηκε. Από μια κουβέντα που αναβλήθηκε. Από ένα άγγιγμα που δεν έγινε.
Και κυρίως από την ψευδαίσθηση πως υπάρχει πάντα χρόνος.
Δεν υπάρχει πάντα χρόνος. Υπάρχει η στιγμή.
Και η αγάπη δεν είναι ποτέ ίση. Ο ένας δίνει περισσότερο, ο άλλος λιγότερο. Ο ένας περιμένει, ο άλλος φοβάται. Ο ένας μένει, ο άλλος έχει ήδη αρχίσει να φεύγει. Κι όμως, συνεχίζουμε να αγαπάμε.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράλογο και το πιο ανθρώπινο πράγμα πάνω μας.
Ξαναδιάβασα λοιπόν σήμερα εκείνο το παλιό κείμενο και δεν θέλησα να αλλάξω ούτε λέξη.
Το άφησα να σταθεί απέναντί μου.
Σαν έναν άνθρωπο που γνώρισα κάποτε πολύ καλά και σήμερα μπορώ επιτέλους να τον κοιτάζω χωρίς θυμό.
Ο χρόνος δεν διορθώνει τα πάντα. Μερικά πράγματα απλώς τα φωτίζει διαφορετικά. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν είναι απλώς αργά. Είναι πια χθες.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου