Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Η εξουσία που δεν θέλουμε να βλέπουμε

Το ιδεώδες θα ήταν να ζει κανείς σε έναν τόπο όπου η εξουσία, τοπική και κεντρική, θα έκανε τόσο καλά τη δουλειά της, ώστε να μην αντιλαμβάνεσαι καν την παρουσία της.


Σαν τον ηλεκτρολόγο που φεύγει από το σπίτι και αφήνει πίσω του το φως.
Σαν τον καλό μουσικό που τελειώνει το τραγούδι και δεν χρειάζεται να μας πει πως έπαιξε καλά.

Εμείς ζούμε στην εποχή της διαρκούς παρουσίας.
Πρόσωπα, μικρόφωνα, κάμερες, δηλώσεις, ανακοινώσεις, φωτογραφίες. Μια ασταμάτητη παρέλαση λόγων, μέσα σε μια πραγματικότητα που περιμένει τις πράξεις.

Κανείς σχεδόν δεν πιστεύει πια ότι οι πολιτικοί του τόπου μπορούν να επωμιστούν το βάρος των προβλημάτων της κοινωνίας. Ότι τα κόμματα ενδιαφέρονται πραγματικά να δώσουν λύσεις. Ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να μπει μέσα στη ζωή και να την αλλάξει.

Θαρρείς πως όλα έχουν οργανωθεί για να υπηρετούν την επικοινωνία.
Το πρόβλημα ανακοινώνεται. Η λύση εξαγγέλλεται. Η φωτογραφία δημοσιεύεται. Και η πραγματικότητα μένει στη θέση της.

Μόνο που η πραγματικότητα έχει μια επίμονη συνήθεια. Επιμένει.
Ο πολίτης τη συναντά κάθε πρωί. Στον δρόμο, στη δουλειά, στην υπηρεσία, στο σχολείο, στο νοσοκομείο. Εκεί δεν υπάρχουν κάμερες. Υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα.

Εκεί τελειώνει η σκηνοθεσία και αρχίζει η πολιτική.
Κι εκεί φαίνεται ποιος εργάστηκε και ποιος απλώς ενημέρωσε ότι εργάστηκε.
Η κοινωνία κουράστηκε από τις μεγάλες εμφανίσεις. Έμαθε να ξεχωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που εργάζεται και σε εκείνον που ανακοινώνει ότι εργάζεται.

Η εξουσία που αξίζει τον κόπο δεν χρειάζεται να βρίσκεται διαρκώς στο κάδρο.
Κάνει τη δουλειά της και φεύγει. Σαν τον ηλεκτρολόγο. Σαν τον μουσικό. Αφήνει πίσω της φως και μουσική.

Και τότε κανείς δεν ψάχνει το όνομά της.
Γιατί η εξουσία που πραγματικά κάνει τη δουλειά της δεν χρειάζεται να φαίνεται. Φαίνεται η δουλειά της

ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ

«Χθες συγκινήθηκα.


Όχι από το προφανές.

Συγκινήθηκα από το πιθανό.

Ότι η Κέρκυρα μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό της.

Και πρέπει».



Το έγραψε η Αλίκη Κατσαρού μετά τη χθεσινή βραδιά στο Νέο Φρούριο.
Και νομίζω πως μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις βρίσκεται όλο το νόημα. Αυτο ένιωσα κι εγώ.

Δεν έχω την πρόθεση να κάνω κριτική στη χθεσινή παράσταση. Έχω όμως το δικαίωμα να πω αυτό που ένιωσα. Και αυτό που ένιωσα ήταν πως παρακολουθήσαμε μια σπουδαία παράσταση.
Μια παράσταση που πήρε τα γεγονότα του 1716 και τα έφερε μπροστά μας με τρόπο ζωντανό, σημερινό, ανθρώπινο.

Στο Νέο Φρούριο, τριακόσια δέκα χρόνια μετά, η ιστορία βγήκε από τις σελίδες των βιβλίων και περπάτησε ανάμεσα στους ανθρώπους.

Οι πέτρες απέκτησαν φωνή. Η μνήμη απέκτησε ζωή. Και η Κέρκυρα έδειξε μια άλλη πλευρά της.
Εκείνη που δεν μετριέται με αφίξεις και διανυκτερεύσεις. Την Κέρκυρα των ανθρώπων που δημιουργούν, προσφέρουν, επιμένουν. Την Κέρκυρα του πολιτισμού, που μπορεί να παράγει γεγονότα με δύναμη να ταξιδέψουν πέρα από τα όρια του νησιού.
Να τα γνωρίσει ολόκληρη η Ελλάδα.

Αυτό κρατώ από χθες.Πως η ιστορία ενός τόπου αποκτά αξία όταν γίνεται δημιουργία. Όταν τα τείχη ανοίγουν. Όταν η μνήμη συναντά τη φαντασία. Όταν το παρελθόν γίνεται αφορμή για το αύριο.

Γιατί το μεγάλο στοίχημα μιας πόλης είναι να αποδεικνύει πως έχει ακόμη μέλλον. Χθες, για λίγες ώρες, η Κέρκυρα το απέδειξε.

Ένα μεγάλο εύγε στους συντελεστές.
Στον Στέφανο Κυπριώτη, τον Νίκο Κόκκαλη, τον Ξενοφώντα Ραράκο, τους ερμηνευτές, την Μέλπω Καρδάμη και την χοροθεατρική ομάδα
"Αφενός κινούμαι", τον Γιώργο Ζούμπο, τον Σπύρο Γαούτση και όλους τους καλλιτέχνες, τεχνικούς και συνεργάτες.

Η φράση της Αλίκη, επιστρέφει σε όλους μας:

"Η Κέρκυρα μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό της.

Και πρέπει."

Να είσαι εκεί

Ο Σεπτέμβρης έχει κάτι από Κυριακή. Η μέρα μικραίνει λίγο, το καλοκαίρι απομακρύνεται και τα απογεύματα αποκτούν εκείνο το φθινοπωρινό βελούδο που κάνει τη σιωπή να ακούγεται περισσότερο. Κάποιες Κυριακές έχουν αυτή τη μελαγχολία, μια αίσθηση πως η μέρα τελειώνει πριν προλάβεις να τη χαρείς.



Εγώ έμαθα από μικρός να βρίσκω το αντίδοτο.
Στα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, η Κυριακή ήταν η μοναδική μεγάλη ανάσα μιας εβδομάδας που τότε είχε και Σάββατο σχολείο. Κάποια χρόνια μετά άλλαξε η ζωή. Το Σάββατο μπήκε κι αυτό στην ξεκούραση, το διήμερο έγινε συνήθεια και η Κυριακή έπαψε να είναι μόνη της. Εγώ όμως την είχα ήδη αγαπήσει από τότε που ήταν η μοναδική μεγάλη ανάσα της εβδομάδας.

Και επειδή η Κυριακή τελείωνε πάντα πιο γρήγορα απ’ όσο ήθελα, η Δευτέρα σχεδόν ποτέ δεν με έβρισκε στο σχολείο. Έκανα την κοπάνα μου και κέρδιζα μια ακόμη μέρα. Μεγάλωνα την Κυριακή λίγο ακόμη, πριν ξαναρχίσει η εβδομάδα. Αν δεν έβρισκα αυτό το κόλπο, οι Κυριακές μου θα ήταν δύσκολες.

Αργότερα, όταν μεγάλωσα, ήρθαν τα τραπέζια, οι φίλοι, οι παρέες, το ποδόσφαιρο, οι κουβέντες που τραβούσαν μέχρι αργά. Κι ύστερα τα ξενύχτια, οι δρόμοι, οι μουσικές, οι άνθρωποι. Όπου υπήρχε κάτι που αγαπούσα, ήθελα να είμαι εκεί. Ό,τι αγαπούσα, το αποθέωνα. Ήθελα να το ζήσω ολόκληρο.

Γιατί η Κυριακή είναι διαφορετική όταν η πόλη αδειάζει. Οι άλλες μέρες κρύβουν πολλά μέσα στην κίνηση και στον θόρυβό τους. Την Κυριακή η σιωπή αφήνει περισσότερο χώρο στις σκέψεις. Για κάποιους είναι μια όμορφη ανάσα, για άλλους μια δύσκολη ώρα. Είναι εκείνο το απόγευμα που, αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο, η σιωπή μπορεί να γίνει φυλακή.

Κάποτε ένα τηλεφώνημα μπορούσε να αλλάξει ολόκληρο το απόγευμα. Μια φωνή στην άλλη άκρη, ένας άνθρωπος που θυμήθηκε να πάρει, μια κουβέντα που έδινε ξανά ζωή στη σιωπή.

Κι έτσι, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως το αντίδοτο στη μελαγχολία είναι η παρουσία.

Να είσαι στο τραπέζι με τους ανθρώπους σου. Να περπατάς έναν δρόμο και να τον κοιτάς. Να ακούς μια μουσική που αγαπάς. Να βρίσκεσαι εκεί όπου συμβαίνει κάτι που σε αφορά.

Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα μικρό εργαστήρι. Εκεί φτιάχνει τα αισθήματά του, τις αγάπες του, τις φιλίες του, τα όνειρά του. Εκεί φτιάχνει και τον δικό του τρόπο να υπάρχει.

Η ζωή δεν είναι μια Κυριακή. Είναι όλες οι στιγμές στις οποίες αποφασίζεις να είσαι παρών.

Να είσαι εκεί. Εκεί όπου αγαπάς, εκεί όπου κάποιος σε περιμένει, εκεί όπου μια κουβέντα μπορεί να αλλάξει το απόγευμα, εκεί ακόμη όπου μένεις μόνος με μια λευκή σελίδα και προσπαθείς να δημιουργήσεις.

Κι έτσι η Κυριακή παύει να είναι η μέρα της μελαγχολίας. Γίνεται η μέρα που σου θυμίζει πως η ζωή θέλει παρουσία. Κι αντί για τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», που μοιάζει με την καρδιά εκείνου που έμεινε μόνος, προτιμώ εκείνες τις Κυριακές που φωτίζουν το πρόσωπο του ανθρώπου που είναι εκεί, μέσα στη ζωή του.

Όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου

Δεν ξεχνάμε

Κάθε 18η Σεπτεμβρίου γυρίζουμε στο Κερατσίνι.

Εκεί όπου πριν από δεκατρία χρόνια ένας νέος άνθρωπος έπεσε νεκρός από το μαχαίρι ενός φασίστα. Ο Παύλος Φύσσας ήταν 34 χρόνων. Μουσικός, άνθρωπος της γειτονιάς του, με τη δική του φωνή και τα δικά του τραγούδια.



Εκείνο το βράδυ σώπασε η φωνή του. Δεν σώπασε όμως η ιστορία.
Η Χρυσή Αυγή χαρακτηριστικε εγκληματική οργάνωση και η ηγεσία της καταδικάστηκε. Τον Μάρτιο του 2026 το Εφετείο έκρινε εκ νέου ένοχους και τους 42 κατηγορούμενους που δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό.

Τελειώσαμε; Όχι.
Δεν τελειώνεις εύκολα με τον φασισμό.

Τρεις ημέρες πριν από τη σημερινή επέτειο, ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε, έχοντας ολοκληρώσει την ποινή που του επιβλήθηκε για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Έξω από τις φυλακές τον περίμεναν υποστηρικτές του. Ο ίδιος δήλωσε ότι επιστρέφει στην «πρώτη γραμμή».

Και μαζί επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο ενός νέου πολιτικού φορέα.
Η Δημοκρατία έχει τους θεσμούς της. Έχει τη Δικαιοσύνη της. Έχει τους νόμους της.
Η κοινωνία όμως έχει και τη μνήμη της.

Δεν ξεχνάμε.
Δεν ξεχνάμε τον Παύλο. Δεν ξεχνάμε πού οδηγεί ο φασισμός όταν του ανοίγεται δρόμος.
Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο μια οργάνωση. Δεν είναι μόνο μια σημαία, μια μαύρη μπλούζα, ένας ναζιστικός χαιρετισμός.

Είναι η φλέβα του μίσους που μπορεί να διαπεράσει μια κοινωνία. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να βλέπει άνθρωπο απέναντί του. Είναι η στιγμή που ο φόβος γίνεται πολιτικό εργαλείο και η βία εμφανίζεται σαν λύση.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε μιλήσει για το κτήνος που υπάρχει μέσα μας και περιμένει τις συνθήκες για να μεγαλώσει.

Γι’ αυτό η μάχη αρχίζει πολύ πριν από το μαχαίρι.
Αρχίζει στο σχολείο. Στην οικογένεια. Στη γλώσσα. Στην Παιδεία. Στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε το σκοτάδι πριν γίνει πράξη.

Ο Παύλος Φύσσας δεν χρειάζεται εκδίκηση.
Χρειάζεται μνήμη.
Και η μνήμη έχει μόνο μία δουλειά.
Να μην αφήνει το σκοτάδι να παρουσιάζεται ξανά σαν αυγή

Τι άλλαξε; Και τίποτα δεν άλλαξε

Κάθε εποχή φτιάχνει την ψευδαίσθηση πως ξεκινά από την αρχή. Καινούργιες λέξεις, καινούργιες τεχνολογίες, καινούργιες συνήθειες. Η οθόνη έγινε παράθυρο, η επικοινωνία απέκτησε ταχύτητα και ο καθένας απέκτησε μια μικρή δημόσια πλατεία στην τσέπη του.



Κοιτάζω γύρω μου και αναρωτιέμαι τι ακριβώς άλλαξε. Γιατί η αλλαγή προχώρησε παντού, εκτός από τον τρόπο που στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον.

Στην πολιτική, η παλιά αντιπαράθεση φόρεσε ψηφιακά ρούχα. Η διαφωνία έγινε επίθεση, η κριτική ξεσκόνισμα του παρελθόντος και η πολιτική συζήτηση προσωπικός φάκελος. Μια ανάρτηση αρκεί για να ανοίξει το αρχείο του άλλου. Ποιος ήταν, τι είπε, πότε το είπε, με ποιον μίλησε. Η ουσία παραμερίζει και στη θέση της εμφανίζεται η ανάγκη να μικρύνει ο απέναντι.

Και μετά μιλάμε για αλλαγή. Εδώ βρίσκεται το παράδοξο Θέλουμε έναν καινούργιο κόσμο και συχνά τον διεκδικούμε με τα ίδια παλιά αντανακλαστικά. Ζητάμε διάλογο και προσφέρουμε επίθεση. Μιλάμε για πολιτισμό και χαμηλώνουμε τη συζήτηση μέχρι το πεζοδρόμιο.

Δεν είναι μόνο ιδεολογικό το θέμα. Είναι αισθητικό.
Υπάρχει αισθητική στον τρόπο που διαφωνείς. Στον τρόπο που μιλάς για εκείνον που βρίσκεται απέναντί σου. Στην ικανότητα να υπερασπίζεσαι τη δική σου άποψη χωρίς να χρειάζεται να λερώσεις τον άνθρωπο.

Εκεί μετριέται η αλλαγή. Όχι στα εργαλεία που αποκτήσαμε. Στον άνθρωπο που τα χρησιμοποιεί.
Κάθε μέρα φτιάχνουμε το καινούργιο μας παλιό. Με καινούργιες λέξεις, καινούργιες οθόνες, καινούργια προφίλ και τις ίδιες παλιές συμπεριφορές.

Κι ύστερα απορούμε γιατί τίποτα δεν αλλάζει.
Μπορεί να αλλάξαμε εποχή. Το δύσκολο είναι να αλλάξουμε άνθρωπο.
Γιατί το καινούργιο, όταν κουβαλά μέσα του το ίδιο παλιό, δεν είναι αλλαγή.
Είναι το παλιό μας, με καλύτερο σήμα 

Αύριο πάλι

«Αύριο πάλι θα ’ρθω να σε βρω. Κρίμα που δε με πιστεύεις. Κρίμα που μ’ αφήνεις μόνο μου να ζω».


Ο Νίκος Γκάτσος έγραψε έναν στίχο για τον έρωτα, για την απόσταση, για εκείνη την παράξενη δύναμη που σε κάνει να θέλεις να ξαναβρείς τον άνθρωπο που αγαπάς. Κι όμως, μέσα στις λέξεις του υπάρχει κάτι που ξεπερνάει τον έρωτα και ακουμπάει κατευθείαν στη ζωή.



Γιατί ο άνθρωπος ζει με τα ξανά του. Γυρίζει αργά στο σπίτι. Αφήνει τα κλειδιά στο τραπέζι, βγάζει το μπουφάν, κάθεται λίγο και παίρνει ανάσα. Η μέρα ήταν μεγάλη. Η δουλειά, οι λογαριασμοί, οι έγνοιες, όλα έχουν βρει τη θέση τους μέσα στην καθημερινότητα.

Το πρωί θα σηκωθεί. Θα φτιάξει τον καφέ του, θα ανοίξει την πόρτα και θα βγει πάλι στον δρόμο.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη μικρή ιστορία των ανθρώπων. Στα καθημερινά τους ξανά. Ένα σπίτι για να γυρίσουν, ένα παιδί για να μεγαλώσουν, έναν φίλο για να πάρουν τηλέφωνο, έναν τόπο για να ξέρουν πως κάπου ανήκουν. Μικρές βεβαιότητες μέσα στην αβεβαιότητα της ζωής.

Άνθρωποι που κουράστηκαν πολύ, πέρασαν κρίσεις, μέτρησαν μισθούς, έκαναν οικονομίες, έστειλαν παιδιά μακριά, έμαθαν να προχωρούν με λιγότερα. Κάθε εποχή τους ζήτησε κι ένα κομμάτι. Κι εκείνοι κράτησαν κάτι για τον εαυτό τους, την επόμενη μέρα.

Αυτό είναι το παράξενο μεγαλείο του ανθρώπου. Συνεχίζει χωρίς τυμπανοκρουσίες. Ξανά και ξανά. Σαν παλιό τραγούδι που ξέρει τον δρόμο και παίζει μόνο του στο βάθος.

Το «Αύριο πάλι» λοιπόν μπορεί να είναι μια ερωτική επιστροφή, όπως το έγραψε ο Γκάτσος. Μπορεί να είναι και κάτι ακόμη, η καθημερινή μας συμφωνία με τη ζωή.

Να ξαναβρούμε εκείνα που αγαπάμε. Έναν άνθρωπο, έναν φίλο, έναν δρόμο, μια θάλασσα, ένα τραπέζι.

Και μέσα σε όλα αυτά, μια μικρή αντίσταση στην κούραση. Ένα πείσμα σχεδόν αθόρυβο, που κρατάει το βλέμμα καθαρό, τα χέρια απασχολημένα και την καρδιά στραμμένη προς την επόμενη μέρα.

Κι αυτό, τελικά, είναι η πιο ακριβή μορφή ελπίδας που διαθέτουμε.

Γιατί το αύριο θέλει παρουσία. Έναν άνθρωπο που θα σηκωθεί το πρωί, θα ανοίξει την πόρτα και θα πει, σχεδόν αδιάφορα, σαν να έχει ακόμη μια παρτίδα να παίξει:

Αύριο πά

Μας εκπαίδευσαν

Μας εκπαίδευσαν. Χρόνια ολόκληρα.

Μας έμαθαν να θέλουμε περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε, να αγοράζουμε πριν χρειαστούμε, να πετάμε πριν τελειώσει, να αλλάζουμε πριν παλιώσει.

Μας έμαθαν πως η ευτυχία έχει συσκευασία.
Πως η άνεση είναι δικαίωμα.
Πως η κατανάλωση είναι ανάπτυξη.
Πως κάθε επιθυμία μπορεί να γίνει ανάγκη.
Και εμείς στο σχολείο τους γίναμε, άριστοι μαθητές.



Μάθαμε να κοιτάμε τη βιτρίνα και να ξεχνάμε το εργαστήριο.
Να κοιτάμε την τιμή και να ξεχνάμε την αξία.
Να ζητάμε το φθηνότερο και να ξεχνάμε ποιος πληρώνει τη διαφορά.

Διάβασα κάποτε ότι ένας παραγωγός χρειάζεται 300 κιλά πορτοκάλια, για να εισπράξει 4,5 ευρώ, όσο δηλαδή κοστίζει ένας χυμός.
Το ξεφτιλίσαμε. Το μεσοδιάστημα από το πορτοκάλι στο ποτήρι, ο αέρας δηλαδή ο κοπανιστός, καθορίζει τη ζωή μας και εγγυάται την καταστροφή μας.

Γιατί κάθε πράγμα έχει κόστος. Το πληρώνει κάποιος.
Ο εργαζόμενος που δουλεύει για ένα κομμάτι ψωμί.
Ο άνθρωπος στην άλλη άκρη του κόσμου που κατασκευάζει αυτό που εμείς αλλάζουμε κάθε χρόνο.
Η φύση που δίνει όσα θεωρήσαμε ανεξάντλητα.
Τα παιδιά που θα κληρονομήσουν τον λογαριασμό.

Οι ισχυροί έχουν τεράστια ευθύνη. Οι κυβερνήσεις έχουν τεράστια ευθύνη. Οι εταιρείες έχουν τεράστια ευθύνη.
Κι εμείς έχουμε τη δική μας.
Για κάθε άχρηστο που αγοράσαμε. Για κάθε φαγητό που πετάξαμε. Για κάθε φορά που χειροκροτήσαμε την υπερβολή επειδή φορούσε ωραίο περιτύλιγμα. Για κάθε φορά που βαφτίσαμε την απληστία «ποιότητα ζωής».

Εδώ βρίσκεται η δύσκολη αλήθεια. Το σύστημα μας εκπαίδευσε.
Κι εμείς εκπαιδευτήκαμε πρόθυμα.
Μας έμαθε να κυνηγάμε το καινούργιο και εμείς ξεχάσαμε το αρκετό. Μας έμαθε να θαυμάζουμε το μεγάλο και εμείς μικρύναμε το ουσιαστικό. Μας έμαθε να καταναλώνουμε τον κόσμο σαν να μας ανήκει.

Κάπου εδώ αρχίζει η ευθύνη.
Συλλογική.
Και ατομική.
Γιατί η κοινωνία είμαστε εμείς.
Και κάθε φορά που δείχνουμε τον απέναντι, ο καθρέφτης μένει απέναντί μας.

Το σύστημα θα συνεχίσει να μας πουλάει.
Το ερώτημα είναι τι θα συνεχίσουμε να αγοράζουμε.
Γιατί ο μεγαλύτερος λογαριασμός δεν βρίσκεται στο ταμείο. Βρίσκεται στη συνείδησή μας.

Η εξουσία που δεν θέλουμε να βλέπουμε

Το ιδεώδες θα ήταν να ζει κανείς σε έναν τόπο όπου η εξουσία, τοπική και κεντρική, θα έκανε τόσο καλά τη δουλειά της, ώστε να μην αντιλαμβάν...