Το ιδεώδες θα ήταν να ζει κανείς σε έναν τόπο όπου η εξουσία, τοπική και κεντρική, θα έκανε τόσο καλά τη δουλειά της, ώστε να μην αντιλαμβάνεσαι καν την παρουσία της.
Σαν τον ηλεκτρολόγο που φεύγει από το σπίτι και αφήνει πίσω του το φως.
Σαν τον καλό μουσικό που τελειώνει το τραγούδι και δεν χρειάζεται να μας πει πως έπαιξε καλά.
Εμείς ζούμε στην εποχή της διαρκούς παρουσίας.
Πρόσωπα, μικρόφωνα, κάμερες, δηλώσεις, ανακοινώσεις, φωτογραφίες. Μια ασταμάτητη παρέλαση λόγων, μέσα σε μια πραγματικότητα που περιμένει τις πράξεις.
Κανείς σχεδόν δεν πιστεύει πια ότι οι πολιτικοί του τόπου μπορούν να επωμιστούν το βάρος των προβλημάτων της κοινωνίας. Ότι τα κόμματα ενδιαφέρονται πραγματικά να δώσουν λύσεις. Ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να μπει μέσα στη ζωή και να την αλλάξει.
Θαρρείς πως όλα έχουν οργανωθεί για να υπηρετούν την επικοινωνία.
Το πρόβλημα ανακοινώνεται. Η λύση εξαγγέλλεται. Η φωτογραφία δημοσιεύεται. Και η πραγματικότητα μένει στη θέση της.
Μόνο που η πραγματικότητα έχει μια επίμονη συνήθεια. Επιμένει.
Ο πολίτης τη συναντά κάθε πρωί. Στον δρόμο, στη δουλειά, στην υπηρεσία, στο σχολείο, στο νοσοκομείο. Εκεί δεν υπάρχουν κάμερες. Υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα.
Εκεί τελειώνει η σκηνοθεσία και αρχίζει η πολιτική.
Κι εκεί φαίνεται ποιος εργάστηκε και ποιος απλώς ενημέρωσε ότι εργάστηκε.
Η κοινωνία κουράστηκε από τις μεγάλες εμφανίσεις. Έμαθε να ξεχωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που εργάζεται και σε εκείνον που ανακοινώνει ότι εργάζεται.
Η εξουσία που αξίζει τον κόπο δεν χρειάζεται να βρίσκεται διαρκώς στο κάδρο.
Κάνει τη δουλειά της και φεύγει. Σαν τον ηλεκτρολόγο. Σαν τον μουσικό. Αφήνει πίσω της φως και μουσική.
Και τότε κανείς δεν ψάχνει το όνομά της.
Γιατί η εξουσία που πραγματικά κάνει τη δουλειά της δεν χρειάζεται να φαίνεται. Φαίνεται η δουλειά της






