Ο Σεπτέμβρης έχει κάτι από Κυριακή. Η μέρα μικραίνει λίγο, το καλοκαίρι απομακρύνεται και τα απογεύματα αποκτούν εκείνο το φθινοπωρινό βελούδο που κάνει τη σιωπή να ακούγεται περισσότερο. Κάποιες Κυριακές έχουν αυτή τη μελαγχολία, μια αίσθηση πως η μέρα τελειώνει πριν προλάβεις να τη χαρείς.
Εγώ έμαθα από μικρός να βρίσκω το αντίδοτο.
Στα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, η Κυριακή ήταν η μοναδική μεγάλη ανάσα μιας εβδομάδας που τότε είχε και Σάββατο σχολείο. Κάποια χρόνια μετά άλλαξε η ζωή. Το Σάββατο μπήκε κι αυτό στην ξεκούραση, το διήμερο έγινε συνήθεια και η Κυριακή έπαψε να είναι μόνη της. Εγώ όμως την είχα ήδη αγαπήσει από τότε που ήταν η μοναδική μεγάλη ανάσα της εβδομάδας.
Και επειδή η Κυριακή τελείωνε πάντα πιο γρήγορα απ’ όσο ήθελα, η Δευτέρα σχεδόν ποτέ δεν με έβρισκε στο σχολείο. Έκανα την κοπάνα μου και κέρδιζα μια ακόμη μέρα. Μεγάλωνα την Κυριακή λίγο ακόμη, πριν ξαναρχίσει η εβδομάδα. Αν δεν έβρισκα αυτό το κόλπο, οι Κυριακές μου θα ήταν δύσκολες.
Αργότερα, όταν μεγάλωσα, ήρθαν τα τραπέζια, οι φίλοι, οι παρέες, το ποδόσφαιρο, οι κουβέντες που τραβούσαν μέχρι αργά. Κι ύστερα τα ξενύχτια, οι δρόμοι, οι μουσικές, οι άνθρωποι. Όπου υπήρχε κάτι που αγαπούσα, ήθελα να είμαι εκεί. Ό,τι αγαπούσα, το αποθέωνα. Ήθελα να το ζήσω ολόκληρο.
Γιατί η Κυριακή είναι διαφορετική όταν η πόλη αδειάζει. Οι άλλες μέρες κρύβουν πολλά μέσα στην κίνηση και στον θόρυβό τους. Την Κυριακή η σιωπή αφήνει περισσότερο χώρο στις σκέψεις. Για κάποιους είναι μια όμορφη ανάσα, για άλλους μια δύσκολη ώρα. Είναι εκείνο το απόγευμα που, αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο, η σιωπή μπορεί να γίνει φυλακή.
Κάποτε ένα τηλεφώνημα μπορούσε να αλλάξει ολόκληρο το απόγευμα. Μια φωνή στην άλλη άκρη, ένας άνθρωπος που θυμήθηκε να πάρει, μια κουβέντα που έδινε ξανά ζωή στη σιωπή.
Κι έτσι, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως το αντίδοτο στη μελαγχολία είναι η παρουσία.
Να είσαι στο τραπέζι με τους ανθρώπους σου. Να περπατάς έναν δρόμο και να τον κοιτάς. Να ακούς μια μουσική που αγαπάς. Να βρίσκεσαι εκεί όπου συμβαίνει κάτι που σε αφορά.
Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα μικρό εργαστήρι. Εκεί φτιάχνει τα αισθήματά του, τις αγάπες του, τις φιλίες του, τα όνειρά του. Εκεί φτιάχνει και τον δικό του τρόπο να υπάρχει.
Η ζωή δεν είναι μια Κυριακή. Είναι όλες οι στιγμές στις οποίες αποφασίζεις να είσαι παρών.
Να είσαι εκεί. Εκεί όπου αγαπάς, εκεί όπου κάποιος σε περιμένει, εκεί όπου μια κουβέντα μπορεί να αλλάξει το απόγευμα, εκεί ακόμη όπου μένεις μόνος με μια λευκή σελίδα και προσπαθείς να δημιουργήσεις.
Κι έτσι η Κυριακή παύει να είναι η μέρα της μελαγχολίας. Γίνεται η μέρα που σου θυμίζει πως η ζωή θέλει παρουσία. Κι αντί για τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», που μοιάζει με την καρδιά εκείνου που έμεινε μόνος, προτιμώ εκείνες τις Κυριακές που φωτίζουν το πρόσωπο του ανθρώπου που είναι εκεί, μέσα στη ζωή του.
Όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου