Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Το επάγγελμα του θεατή



Κάποτε οι άνθρωποι συμμετείχαν στη ζωή. Έπαιρναν θέση, διαφωνούσαν, διεκδικούσαν, αναλάμβαναν ευθύνες. Σήμερα ανακαλύψαμε μια πολύ πιο ξεκούραστη ιδιότητα. Γίναμε θεατές. Η ζωή περνάει κι εμείς βαθμολογούμε την παράσταση. Παρακολουθούμε τον κόσμο να καίγεται μέσα από μια οθόνη, σχολιάζουμε πολέμους, καταστροφές, πολιτικές αποφάσεις, κοινωνικές αδικίες. Θυμώνουμε, καταδικάζουμε, συγκινούμαστε, κοινοποιούμε. Ύστερα αλλάζουμε θέμα. Η ανθρωπιά απέκτησε κουμπί κοινοποίησης και η συμμετοχή περιορίστηκε συχνά σε ένα πληκτρολόγιο.



Η εποχή μάς προσφέρει απεριόριστη ενημέρωση και την ψευδαίσθηση ότι η γνώση ισοδυναμεί με δράση. Έχουμε άποψη για τα πάντα, κρίνουμε τους πάντες, αναλύουμε τα πάντα. Μόνο που η κριτική δεν απαιτεί προσωπικό κόστος, ενώ η συμμετοχή προϋποθέτει παρουσία, ευθύνη και κάποτε θυσία. Έτσι, η κερκίδα έγινε το ασφαλέστερο σημείο της κοινωνικής μας ζωής. Από εκεί όλα φαίνονται απλά, ιδίως όσα δεν χρειάζεται να κάνουμε εμείς.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η πραγματικότητα έγινε κι αυτή ένα προϊόν προς κατανάλωση. Ο πόλεμος χωράει σε ένα βίντεο, η δυστυχία σε μια φωτογραφία, η ανθρώπινη απώλεια σε μια είδηση που αύριο θα έχει αντικατασταθεί από κάποια άλλη. Δεν προλαβαίνουμε να σταθούμε απέναντι σε όσα συμβαίνουν, γιατί η επόμενη εικόνα μάς περιμένει. Κι έτσι, σιγά σιγά, μαθαίνουμε να βλέπουμε χωρίς να αντικρίζουμε.

Βέβαια, δεν είναι όλοι θεατές. Υπάρχουν εκείνοι που συμμετέχουν, προσφέρουν, δημιουργούν. Εθελοντές, αλληλέγγυοι, άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού, που καταθέτουν χρόνο, σκέψη και ψυχή, συχνά χωρίς αμοιβή ή αναγνώριση. Αυτοί κρατούν ζωντανό το «εμείς». Υπάρχουν όμως και οι απογοητευμένοι, οι εξαντλημένοι, όσοι δεν έχουν πια τη δύναμη να συμμετέχουν. Δεν είναι αδιάφοροι. Άλλο η αδυναμία και άλλο η επιλογή της αδράνειας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μπορείς να είσαι παρών και επιλέγεις να παραμένεις στην κερκίδα, κρίνοντας τους πάντες χωρίς να αναλαμβάνεις τίποτα.

Τελικά το πιο παράξενο επάγγελμα της εποχής είναι αυτό του θεατή. Δεν χρειάζεται προσόντα, δεν έχει ωράριο, δεν απαιτεί ευθύνη. Μόνο μια θέση στην πλατεία και την ψευδαίσθηση ότι όποιος κρίνει την παράσταση έχει δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο από τους πρωταγωνιστές.

Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια που ξεχνάμε. Η ζωή δεν είναι παράσταση που τελειώνει με χειροκρότημα. Είναι η ίδια η σκηνή πάνω στην οποία κρίνεται η παρουσία μας.
Και δυστυχώς, δεν δέχεται θεατές. Μόνο πρωταγωνιστές και απόντες. 

Η εξαφάνιση των περιττών ανθρώπων

Σήμερα ξύπνησα με ειρωνική διάθεση. Μην ανησυχείτε, δεν είναι κάτι μεταδοτικό, ούτε χρειάζεται θεραπεία. Υπάρχουν μέρες που η πραγματικότητα σε προκαλεί τόσο πολύ, ώστε αν δεν επιστρατεύσεις λίγο χιούμορ, κινδυνεύεις να την πάρεις στα σοβαρά.



Κοιτάζοντας γύρω μου, σκέφτηκα πως δεν χρειάζεται πια να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς περιττούς ανθρώπους. Η ταξινόμηση έχει ήδη αρχίσει. Μετράμε την αξία του ανθρώπου με όσα παράγει, όσα καταναλώνει και, κυρίως, με το πόσο κοστίζει. Ένας αλγόριθμος, με άψογο κοστούμι, μεταπτυχιακό στην ανταγωνιστικότητα και ακλόνητη πίστη στην οικονομική αποτελεσματικότητα, θα μπορούσε να αναλάβει την επίσημη καταγραφή.

Στην Ελλάδα, άλλωστε, η δουλειά έχει προχωρήσει. Ο συνταξιούχος επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, ο εργαζόμενος με τα οκτακόσια ευρώ δυσκολεύεται να επιβιώσει, ο άνεργος καλείται να αποδείξει ότι αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία και ο νέος που δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι του ακούει πως πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστικός. Η αγορά, βεβαίως, δεν κάνει λάθη. Οι άνθρωποι κάνουν.

Περιττός είναι κι εκείνος που διαβάζει ποίηση χωρίς οικονομικό αντίκρισμα, που κάθεται στο καφενείο και συζητά χωρίς αποτέλεσμα, που κοιτάζει τη θάλασσα χωρίς να σκέφτεται πώς θα την αξιοποιήσει. Σε λίγο θα χρειάζεται και το ηλιοβασίλεμα πιστοποιητικό χρησιμότητας.

Υπάρχει, όμως, κι ένας λογαριασμός που δεν εμφανίζεται στα οικονομικά δελτία. Όταν διαλύονται οι κοινωνικοί δεσμοί, όταν η φτώχεια βαφτίζεται προσωπική αποτυχία και ο καθένας μένει μόνος να απολογηθεί για τη ζωή του, δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό.

Εκεί βρίσκει χώρο ο φασισμός. Παίρνει την κοινωνική οργή και της αλλάζει κατεύθυνση. Τη στρέφει προς τον μετανάστη, τον ξένο, τον διαφορετικό. Ο άνθρωπος που ψάχνει ένα σπίτι ή μια δουλειά μαθαίνει να βλέπει ως αντίπαλο εκείνον που ψάχνει ακριβώς τα ίδια. Έτσι, ο πιο αδύναμος γίνεται ο βολικός ένοχος και οι πραγματικές αιτίες της ανασφάλειας μένουν στο απυρόβλητο.

Και μέσα σε αυτό το τοπίο, επιστρέφουν οι παλιοί έμποροι του μίσους. Ο φασισμός δεν χτυπά πια μόνο την πόρτα της ιστορίας. Ξαναβρίσκει ακροατήριο. Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η ανακοίνωση της ίδρυσης νέου πολιτικού φορέα δεν είναι απλώς μια είδηση. Είναι μια υπενθύμιση ότι τα τέρατα δεν εξαφανίζονται όταν κλείνουν οι φυλακές. Χρειάζεται να στερεύουν και οι λόγοι που τα κάνουν ελκυστικά.

Σε μια κοινωνία που αφήνει τους νέους χωρίς στέγη, σταθερή δουλειά και προοπτική, οι ακροδεξιές υποσχέσεις δύναμης και υπεροχής μπορούν να βρουν ακροατήριο. Τους προσφέρουν έναν εχθρό εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ένα μέλλον. Κάποιοι τους έστρωσαν το χαλί, αφήνοντας για χρόνια την κοινωνία να πιστεύει πως ο καθένας σώζεται μόνος του.

Το πιο παράξενο είναι πως κανείς δεν είναι ασφαλής. Ο σημερινός χρήσιμος μπορεί αύριο να χάσει τη δουλειά του, να γεράσει, να αρρωστήσει. Και τότε η θέση του στον κατάλογο αλλάζει.

Ο αλγόριθμος δεν χρειάζεται να εξαφανίσει κανέναν. Αρκεί να κάνει όλους να φοβούνται μήπως περισσέψουν.

Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του. 

Στα χρόνια της αθωότητας


Μπήκε κιόλας ο Νοέμβρης. Κι εγώ, αντί να σκέφτομαι όσα αλλάζουν γύρω μας, σκέφτομαι εκείνα που κινδυνεύουμε να χάσουμε μέσα μας.



Ίσως η μεγαλύτερη πολυτέλεια στις μέρες μας, είναι να μπορείς ακόμη να εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο. Να μην ψάχνεις πίσω από κάθε λέξη μια δεύτερη πρόθεση, πίσω από κάθε χαμόγελο έναν υπολογισμό. Να μη μετράς κάθε σου κίνηση με το μέτρο της καχυποψίας, λες και η ζωή είναι μια ατελείωτη εμπορική συναλλαγή.

Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν πολύ καλά πώς παίζεται το παιχνίδι, αλλά δεν έχουν καμία διάθεση να γίνουν καλοί παίκτες. Γνωρίζουν τους κανόνες, έχουν δει τις παγίδες, έχουν πληρώσει το τίμημα. Κι όμως, εξακολουθούν να πλησιάζουν τους άλλους χωρίς να κρατούν λογαριασμό. Δεν είναι πως δεν έμαθαν. Είναι πως δεν θέλησαν να μοιάσουν σε όσα τους πλήγωσαν.

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον έρωτα ως μια υπόθεση ασφαλών επενδύσεων. Μπορεί να αρχίσει από ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια φωνή, από εκείνη τη χημεία που δεν συμβουλεύεται τη λογική. Αλλά αυτό που σε κάνει να μείνεις είναι άλλο. Να γελάς με έναν άνθρωπο και να μη σκέφτεσαι πώς φαίνεσαι, να μπορείς να πεις μια ανοησία, να σωπάσεις, να είσαι ο εαυτός σου. Αυτή η οικειότητα έχει έναν ερωτισμό που δεν χωράει εύκολα σε περιγραφές.

Μόνο που στις μέρες μας ακόμη και ο έρωτας περνάει από το λογιστήριο. Έχω συναντήσει ανθρώπους που πριν ακόμη αφεθούν στο συναίσθημα έχουν κάνει τους υπολογισμούς τους. Τι εξασφαλίζει μια σχέση, τι προσφέρει ένας γάμος, ποια κοινωνική ή οικονομική πόρτα ανοίγει. Κάπως έτσι, το συναίσθημα περνά σε δεύτερη μοίρα και η αγάπη αποκτά όρους συμβολαίου. Δεν μιλώ για την ανάγκη της ασφάλειας, που είναι ανθρώπινη. Μιλώ για τη στιγμή που το συμφέρον παίρνει τη θέση του αισθήματος. Τότε ο έρωτας έχει ήδη χάσει κάτι από την ψυχή του.

Δεν τα λέω από κάποια ασφαλή απόσταση. Στη δική μου διαδρομή δεν έμαθα ποτέ να υποψιάζομαι τους πάντες. Δεν είχα ποτέ υπομονή για τη συνωμοσιολογία, τις δεύτερες σκέψεις και την αδιάκοπη αναζήτηση κρυφών προθέσεων.
Αν έκανα τον απολογισμό της ζωής μου με την αριθμητική, μάλλον θα έβγαινα χαμένος, εντός εισαγωγικών. Δεν το λέω για να καμαρώσω. Μπορεί κάποιες φορές να υπήρξα απρόσεκτος, ίσως και αφελής. Ακόμη και στους χωρισμούς μου προτίμησα συνήθως να φεύγω χωρίς διεκδικήσεις και λογαριασμούς. Κι έβγαινα, παρά τον πόνο, λίγο πιο ελαφρύς. Ίσως γιατί δεν ήθελα να παίρνω μαζί μου όσα είχαν πια τελειώσει.

Στην πορεία μου γνώρισα ανθρώπους που έκαναν πολύ θόρυβο για όσα ήταν και άλλους που δεν χρειάστηκε να πουν σχεδόν τίποτε. Με τους δεύτερους αισθανόμουν πιο άνετα. Δεν είχαν ανάγκη να κερδίζουν κάθε κουβέντα, να επιδεικνύουν τις γνώσεις τους, να αποδεικνύουν πως είναι οι σημαντικότεροι στο δωμάτιο.
Μπορούσαν να πουν «δεν ξέρω», να παραδεχτούν ένα λάθος, να γελάσουν με τον εαυτό τους. Και μαζί τους καταλάβαινες πως δεν χρειάζεται να κάνεις θόρυβο για να έχεις βάρος.

Έχω γνωρίσει και ανθρώπους με άψογους τρόπους, με εκείνη την ευγένεια που ξέρει να κινείται στα σαλόνια. Μόνο που άλλο η ευγένεια κι άλλο η αθωότητα. Το σαβουάρ βιβρ μπορεί να σου μάθει πώς να κρατάς το πιρούνι. Δεν μπορεί να σου μάθει τι να κάνεις με την καρδιά σου. Μερικές φορές η αλήθεια ενός ανθρώπου αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχει κανείς να τον χειροκροτήσει.

Είναι δύσκολο να μη σε παρασύρει η πίκρα όταν κάποιος σε αδικεί. Υπήρξαν φορές που θα μπορούσα να ανταποδώσω, να πω την τελευταία κουβέντα, να αφήσω πίσω μου συντρίμμια. Δεν ισχυρίζομαι πως πάντα τα κατάφερα. Δεν είμαι φτιαγμένος από καλύτερο υλικό από τους άλλους. Αλλά με τα χρόνια κατάλαβα πως δεν αξίζει κάθε μάχη να την κερδίσεις. Μερικές φορές το πιο γενναίο πράγμα είναι να βάλεις τα όριά σου και να φύγεις, χωρίς να κουβαλήσεις την εκδίκηση σαν δεύτερη αποσκευή.

Ίσως γι' αυτό επιστρέφω συχνά στα χρόνια που ονομάζουμε χρόνια της αθωότητας. Όχι επειδή τότε δεν υπήρχαν ψέματα και προδοσίες. Υπήρχαν και τότε, ας μην εξωραΐζουμε το παρελθόν. Αλλά ένα τηλεφώνημα μπορούσε να σου φτιάξει τη μέρα, μια συνάντηση να γίνει ολόκληρο γεγονός, ένας έρωτας να αρχίσει χωρίς εγγυήσεις και πιστοποιητικά φερεγγυότητας.

Δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι αθωότητα ή ένας τρόπος να αντιστέκεσαι στον κόσμο. Ξέρω πως δεν θέλω να χάσω τη χαρά μιας συνάντησης, τη συγκίνηση ενός βλέμματος, την εμπιστοσύνη μιας αγκαλιάς. Δεν θέλω να αφήσω την καχυποψία να αποφασίζει για λογαριασμό μου.

Κι αν κάποιες φορές βγήκα χαμένος, ας είναι. Δεν διεκδικώ το αλάθητο. Μου αρκεί να μπορώ ακόμη να κοιτάζω έναν άνθρωπο χωρίς να αναρωτιέμαι πρώτα τι κρύβει στην τσέπη του.

Γιατί, διάολε, η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη ζούμε με το χέρι στην τσέπη, μετρώντας τι μπορεί να χάσουμε. Κάποια στιγμή πρέπει να τολμήσουμε και να αφεθούμε. Να εμπιστευτούμε, να αγαπήσουμε, να συναντηθούμε. Όχι επειδή δεν ξέρουμε τι μπορεί να μας συμβεί, αλλά επειδή ξέρουμε τι χάνουμε όταν δεν τολμάμε.

Υ.Γ. Η φωτογραφία μου, που συνοδεύει κάθε κυριακάτικο κείμενο, δεν διεκδικεί την προσοχή που συχνά απαιτεί η εικόνα. Είναι απλώς ένας τρόπος να συνομιλώ μαζί σας πιο άμεσα, χωρίς να υπηρετώ τη λογική που τόσο συχνά επικρίνουμε. Τα προσωπικά, άλλωστε, πολλές φορές αφορούν όλους μας. 

Οι άνθρωποι που έγιναν το βιογραφικό τους



Ο άνθρωπος απέκτησε βιογραφικό. Και το βιογραφικό απέκτησε άνθρωπο.
Σήμερα, πριν γνωρίσουμε κάποιον, θέλουμε να μάθουμε τι πέτυχε, ποιους γνώρισε, πού φωτογραφήθηκε και πόσο ψηλά ανέβηκε. Για το ποιος είναι, δεν υπάρχει σχετική πληροφορία.



Το βιογραφικό, βέβαια, έχει τους δικούς του κανόνες. Οι αποτυχίες αποσιωπώνται, οι αμφιβολίες διαγράφονται και τα λάθη μεταμφιέζονται σε πολύτιμες εμπειρίες. Ακόμη και οι στραβοτιμονιές αποκτούν εκ των υστέρων στρατηγική σημασία. Κανείς δεν πήρε λάθος δρόμο, όλοι αναζητούσαν εναλλακτικές διαδρομές.

Κάποτε, για να προβάλεις τον εαυτό σου, χρειαζόσουν μια καλή συστατική επιστολή. Σήμερα αρκεί ένα κινητό. Οι διακοπές γίνονται αποδεικτικά ευτυχίας, οι παρέες τεκμήρια κοινωνικής επιτυχίας, τα γεύματα φωτογραφικές εκθέσεις. Κάθε συνάντηση μπορεί να γίνει μια ευκαιρία να πιστοποιήσεις ότι βρίσκεσαι στο σωστό μέρος, με τους σωστούς ανθρώπους.

Δεν ζούμε μόνο τη ζωή μας. Φροντίζουμε να αφήνουμε και τις κατάλληλες εντυπώσεις γι’ αυτήν. Δεν αρκεί να περνάς καλά, πρέπει να φαίνεται. Δεν αρκεί να πετυχαίνεις, πρέπει να το γνωρίζουν οι άλλοι. Ακόμη και η ευτυχία μοιάζει να χρειάζεται μάρτυρες.

Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία της εποχής μας. Όλοι πασχίζουν να γίνουν κάποιος. Να αποκτήσουν όνομα, θέση, αναγνωρισιμότητα, ένα κομμάτι δημόσιας αποδοχής. Ελάχιστοι ανακαλύπτουν την πολυτέλεια να μη χρειάζεται να είναι κανείς. Να μην πρωταγωνιστούν σε κάθε σκηνή, να μην καταθέτουν διαρκώς αποδεικτικά της αξίας τους, να μην εξαρτούν την ύπαρξή τους από το βλέμμα των άλλων. Γιατί το να μη χρειάζεται να αποδείξεις ποιος είσαι μπορεί να είναι η πιο ακριβή μορφή ελευθερίας.

Κι αυτή η ελευθερία δεν είναι προνόμιο των επιτυχημένων. Αντίθετα, συχνά τη συναντάς σε ανθρώπους που δεν θα αποκτήσουν ποτέ εντυπωσιακό βιογραφικό. Χωρίς τίτλους και περγαμηνές, χωρίς φωτογραφίες δίπλα στους ισχυρούς, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να διαφημίσουν τον εαυτό τους. Κι όμως, όταν κάποιος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, ήταν εκεί. Όταν χρειάστηκε μια κουβέντα, την είπαν. Όταν έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στο συμφέρον και στη συνείδησή τους, δεν αναζήτησαν επικοινωνιακή στρατηγική.

Αυτά, βέβαια, δεν προσμετρώνται στα προσόντα. Δεν ανεβάζουν το κοινωνικό κύρος, δεν εντυπωσιάζουν στις συστάσεις, δεν εξασφαλίζουν προσκλήσεις. Δεν υπάρχει πιστοποιητικό για την αξιοπρέπεια, ούτε τίτλος σπουδών για την εντιμότητα.

Κι έτσι φτάσαμε να γνωρίζουμε τα πάντα για τα επιτεύγματα των ανθρώπων και ελάχιστα για την αξία τους.

Τελικά, το πραγματικό βιογραφικό αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη να το επιδεικνύεις. Εκεί όπου δεν έχεις τίποτα να αποδείξεις και κανέναν να εντυπωσιάσεις.

Γιατί υπάρχει μια ερώτηση που δεν θα μας την κάνουν σε καμία συνέντευξη, δεν θα τη γράψουμε σε καμία αίτηση και δεν θα την απαντήσει κανένας τίτλος.

Όταν φύγεις από ένα δωμάτιο, τι μένει από σένα; 

Η εθνική παράσταση αρχίζει

Βγάλτε τις σημαίες, στήστε τις εξέδρες, καλέστε τους επισήμους. Η μπάντα κουρδίζεται, οι πανηγυρικοί ετοιμάζονται, οι φωτογράφοι παίρνουν θέσεις. Η εθνική παράσταση αρχίζει. Κι όταν τελειώσει, ο καθένας στη θέση του. Οι κυβερνώντες στην εξουσία, οι πολίτες στα προβλήματά τους και η Ιστορία στο ράφι, μέχρι την επόμενη επέτειο.



Δεν έχω τίποτα με τις παρελάσεις. Έχω με την υποκρισία που συχνά τις συνοδεύει. Με εκείνους που επικαλούνται τους αγώνες για ελευθερία, ενώ αντιμετωπίζουν τη δημοκρατία σαν κυβερνητικό προνόμιο. Που μιλούν για εθνική αξιοπρέπεια την ώρα που άνθρωποι μετρούν το ευρώ πριν φτάσουν στο ταμείο, νέοι εγκαταλείπουν τον τόπο τους και η δημόσια υγεία και παιδεία δοκιμάζονται.

Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα να μονοπωλούν τον πατριωτισμό; Ποιος αποφάσισε ότι η αγάπη για την πατρίδα μετριέται με τον αριθμό των σημαιών και όχι με το επίπεδο ζωής των ανθρώπων της; Και πόσο ακόμη θα χειροκροτούμε το ένδοξο παρελθόν, ενώ αφήνουμε το παρόν να κατρακυλά;

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, τα μεγάλα λόγια μένουν. Κάθε εξουσία ανακαλύπτει τους ήρωες όταν χρειάζεται το κύρος τους. Τους τιμά στις εξέδρες, τους επικαλείται στους λόγους της, αλλά αποφεύγει την πιο ενοχλητική ερώτηση: τι σημαίνει σήμερα να αγωνίζεσαι για ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα;

Η Ιστορία δεν είναι σκηνικό για τις πολιτικές εξουσίες ούτε εθνικό κειμήλιο για να το ξεσκονίζουμε με εμβατήρια. Είναι γνώση, μνήμη και κυρίως ευθύνη. Αν δεν μας βοηθά να καταλάβουμε το παρόν και να διεκδικήσουμε ένα διαφορετικό μέλλον, την έχουμε απογυμνώσει από το νόημά της.

Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη Ιστορία. Χρειαζόμαστε λιγότερη εκμετάλλευσή της. Λιγότερους δεκάρικους και περισσότερη δημοκρατία. Λιγότερες εξέδρες και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Λιγότερα χειροκροτήματα και περισσότερη δημιουργία.

Γιατί γνώρισμα ενός ζωντανού λαού δεν είναι πως έχει Ιστορία, αλλά πως φτιάχνει Ιστορία. Κι αυτό δεν γίνεται με βήμα σημειωτόν, ούτε με παραγγέλματα.

Γίνεται όταν σταματάμε να μνημονεύουμε και αρχίζουμε να δημιουργούμε. 

Το «Όχι» δεν είναι για παρέλαση



Το «Όχι» δεν είναι για παρέλαση. Δεν είναι για να το κουβαλάμε μια φορά τον χρόνο, γυαλισμένο, σιδερωμένο και ακίνδυνο. Δεν ειπώθηκε για να γίνει εθνικό ντεκόρ. Ειπώθηκε για να μην περάσει ο φασισμός.



Κάθε 28η Οκτωβρίου, η Ελλάδα ντύνεται στα μπλε. Σημαίες, εμβατήρια, επίσημοι, φωτογραφίες, εθνική υπερηφάνεια σε κοινή θέα. Κι από κάτω, η πραγματική χώρα, με την ακρίβεια, τις ανισότητες, την αδικία, τη λεηλασία του δημόσιου συμφέροντος.

Γιατί πίσω από το μπλε δεν κρύβονται μόνο εθνικά αισθήματα. Κρύβονται και οι σκιές των ημερών μας, οι υποθέσεις που γεννούν ερωτήματα για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, οι αποκαλύψεις που ταράζουν τον αθλητισμό, οι αγώνες που καταγγέλλεται ότι δεν παίζονται πάντα στα γήπεδα. Κι ύστερα, οι ίδιοι άνθρωποι που ζητούν από εμάς πιστοποιητικά πατριωτισμού, εμφανίζονται με τη σημαία στο χέρι.

Η σημαία δεν είναι πλυντήριο. Η πατρίδα δεν είναι άλλοθι κανενός.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ο φασισμός ξαναβρίσκει χώρο στην Ευρώπη. Φουσκώνει πάνω στον φόβο, στην ανασφάλεια, στην οργή που κάποιοι στρέφουν απέναντι στους αδύναμους. Σηκώνει κεφάλι και στη χώρα μας, με εθνικές κορώνες, μίσος για τον διαφορετικό και περιφρόνηση της δημοκρατίας. Η ιστορία δεν επιστρέφει πάντα με τις ίδιες στολές. Μερικές φορές φορά κοστούμι, κρατά σημαία και βρίσκει μικρόφωνο.

Κι εμείς, που δεν κρεμάμε σημαίες στο μπαλκόνι, που δεν παρελαύνουμε και δεν διαφημίζουμε την περηφάνια μας, αγαπάμε αυτόν τον τόπο. Μέσα από τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, τους ανθρώπους που επιμένουν να κρατούν όρθια την αξιοπρέπειά τους. Χωρίς ντουντούκες και πιστοποιητικά ελληνικότητας.

Το 1940 το «Όχι» δεν ειπώθηκε για να αποκτήσουν άλλοθι οι επίγονοι. Ειπώθηκε απέναντι στην υποταγή. Σήμερα, πατριωτισμός είναι να πολεμάς τη διαφθορά, να απαιτείς δικαιοσύνη, να μην ανέχεσαι τη λεηλασία της χώρας. Όχι να κρύβεσαι πίσω από τη σημαία για να βγεις λάδι.

Γιατί το «Όχι» δεν είναι κειμήλιο για το μουσείο των εθνικών επετείων. Είναι στάση ζωής. Είναι η άρνηση να συνηθίσουμε την αδικία, να συμφιλιωθούμε με τον αυταρχισμό, να παραδώσουμε τη δημοκρατία σε εκείνους που ονειρεύονται μια κοινωνία φοβισμένη και πειθαρχημένη.

Το «Όχι» δεν είναι για παρέλαση. Είναι για σύγκρουση.

Και η πατρίδα δεν ανήκει στους σημαιοφόρους της εθνικοφροσύνης. Ανήκει σε όσους αρνούνται να την παραδώσουν. 

Τα πράγματα που δεν αφήνουν ίχνος



Δεν έχουν όλα όσα αξίζουν τη συνήθεια να διαφημίζονται. Μερικά συμβαίνουν αθόρυβα, χωρίς φωτογραφίες, χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς την αγωνία να μάθουν οι άλλοι ότι συνέβησαν.



Ένας άνθρωπος που στέκεται δίπλα σε κάποιον που δυσκολεύεται. Ένα τηλεφώνημα χωρίς ιδιαίτερο λόγο, εκτός από εκείνον που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, να ακούσεις μια φωνή. Μια μικρή εξυπηρέτηση, μια συγγνώμη, ένα χέρι που απλώνεται χωρίς να ζητά απόδειξη παραλαβής.

Η ζωή, ευτυχώς, εξακολουθεί να συμβαίνει κι έξω από το κάδρο.
Έχουμε αρχίσει να μπερδεύουμε την πράξη με την προβολή της. Δεν αρκεί να κάνεις το καλό, πρέπει να υπάρχει και κοινό. Η ευαισθησία χρειάζεται λεζάντα, η προσφορά φωτογραφία, η αλληλεγγύη την κατάλληλη γωνία λήψης. Ένας ολόκληρος κόσμος παλεύει να αποδείξει ότι είναι καλός, την ώρα που θα μπορούσε απλώς να είναι.

Δεν φταίει η τεχνολογία. Φταίει εκείνη η μικρή ματαιοδοξία που καταφέρνει να μεταμφιέζεται σε ανθρωπιά. Όταν η ανάγκη να φανείς προηγείται από την ανάγκη του άλλου, κάτι έχει στραβώσει.

Ο φαρισαϊσμός κυκλοφορεί ανάμεσά μας με πολλές μορφές και ακόμη περισσότερες βεβαιότητες. Δεν χρειάζεται πια τον ναό για να διακηρύξει την αρετή του. Έχει οθόνες, φωτογραφίες, λεζάντες και κοινό χωρίς περιορισμούς. Παρουσιάζει τα κατορθώματά του, επιδεικνύει την ευαισθησία του και βρίσκει την ευκαιρία να μετρήσει τους άλλους με το δικό του ηθικό μέτρο.

Μόνο που ο φαρισαϊσμός δεν αποκαλύπτεται τόσο από όσα διακηρύσσουμε όσο από την ανάγκη μας να αισθανόμαστε ανώτεροι. Είναι εύκολο να τον αναγνωρίζεις απέναντί σου, δυσκολότερο να υποψιάζεσαι πως μπορεί να κατοικεί και μέσα σου.

Στις γειτονιές της Κέρκυρας, εκεί όπου η ζωή δεν ποζάρει για τους επισκέπτες, υπάρχουν ακόμη μικρές χειρονομίες που δεν καταγράφονται πουθενά. Ένας καφές, μια έγνοια, μια πόρτα που ανοίγει. Πράξεις χωρίς χορηγούς και χωρίς χειροκρότημα, που μπορεί να αλλάξουν τη μέρα ενός ανθρώπου.

Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν. Οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ άγγελοι. Μόνο που η καλοσύνη δεν χρειαζόταν πάντοτε να αποδεικνύει ότι υπάρχει.
Γιατί δεν είναι όλα όσα φαίνονται σημαντικά. Ούτε όλα όσα αξίζουν αφήνουν ίχνος.
Μερικά αφήνουν απλώς έναν άνθρωπο λιγότερο μόνο. 

Όσα δεν έγραψα ποτέ




Πατέρα, σ’ αγαπάω.
Μάνα, σ’ αγαπάω.
Νίκο και Δημήτρη, σας αγαπάω.

Φθινόπωρο. Κυριακή και βρέχει. Είναι κάποια πρωινά που η σιωπή μεγαλώνει και μαζί της επιστρέφουν όσα αφήνουμε συνήθως για αργότερα.

Δεν ξέρω γιατί είναι τόσο δύσκολο να πούμε αυτές τις λέξεις στους πιο δικούς μας ανθρώπους. Εκεί όπου η αγάπη έχει ρίζες, συχνά δυσκολεύεται να βρει φωνή. Σαν να θεωρούμε πως οι δικοί μας άνθρωποι γνωρίζουν, πως δεν χρειάζεται να τους το πούμε, πως υπάρχει πάντα καιρός.
Κι όμως, ο καιρός δεν μας χρωστάει τίποτα. Εμείς του χρωστάμε όσα αναβάλλουμε.

Γράφω από το 1993. Πέρασαν χρόνια, άνθρωποι, γεγονότα, άλλαξαν οι εποχές και μαζί τους άλλαξα κι εγώ, άλλοτε συνειδητά, άλλοτε χωρίς να το καταλάβω. Κάποιες φορές οι λέξεις βρήκαν τον δρόμο τους, άλλες έμειναν στο χαρτί. Δεν ξέρω πάντα τι φτάνει στον άλλον και τι χάνεται στη διαδρομή. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να γράφω, επειδή ακόμη με απασχολούν όσα δεν κατάφερα να πω.

Δεν μετριέται η ζωή σε σελίδες, ούτε η γραφή σε κείμενα. Το ζητούμενο είναι αν οι λέξεις κατάφεραν να περάσουν από το χαρτί στον άνθρωπο. Να αφήσουν κάτι που δεν θα σβήσει με την επόμενη είδηση, την επόμενη εικόνα, την επόμενη μέρα.

Αναζητώ ακόμη το κείμενο των κειμένων. Όχι εκείνο που θα συγκεντρώνει τις ωραιότερες λέξεις μου, ούτε εκείνο που θα με κάνει να αισθανθώ πως επιτέλους τα κατάφερα. Αναζητώ το κείμενο που θα με ξεπεράσει. Που θα βγει από τα χέρια μου και θα πάψει να μου ανήκει, γιατί θα έχει συναντήσει κάτι μέσα στον άλλον. Που δεν θα του χαϊδεύει τις βεβαιότητες, δεν θα του προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά θα τον αναγκάζει να σταθεί για λίγο απέναντι σε όσα θεωρούσε αυτονόητα.

Δεν γράφω για να συμφωνούν μαζί μου όσοι ήδη συμφωνούν. Γράφω με την ελπίδα πως κάπου, σε κάποιον, μια λέξη θα ανοίξει ένα παράθυρο εκεί όπου όλα μοιάζουν κλειστά. Ιδίως στους νέους, που καλούνται να χτίσουν τη ζωή τους μέσα σε έναν κόσμο για τον οποίο δεν ευθύνονται, αλλά τις συνέπειές του θα τις πληρώσουν οι ίδιοι.

Δεν με φοβίζει ένας νέος που θυμώνει. Με φοβίζει ένας νέος που έμαθε να μη θυμώνει για τίποτα. Που βλέπει το μέλλον του να στενεύει και ακούει πως πρέπει να συμβιβαστεί με τις δυνατότητες που του προσφέρονται. Που συναντά την αδικία και μαθαίνει να την αντιμετωπίζει σαν φυσικό νόμο. Που διεκδικεί και αμέσως καλείται να σκεφτεί τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει η σύγκρουση, σπάνια όμως τη ζημιά που προκαλεί η υποχώρηση.

Οι νέοι δεν μας χρωστούν την ησυχία τους. Δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν τον κόσμο όπως τον βρήκαν, ούτε να θεωρήσουν τις δικές μας αποτυχίες όρια της δικής τους ζωής. Έχουν δικαίωμα να τον αμφισβητήσουν, να τον αναστατώσουν, να απαιτήσουν έναν άλλο. Το ερώτημα δεν είναι αν η οργή τους μάς βολεύει. Είναι αν έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε κατάματα όσα την προκαλούν.

Δεν χρειάζονται την άδειά μας για να διεκδικήσουν το μέλλον τους. Χρειάζεται εμείς να αναρωτηθούμε πότε μάθαμε να ονομάζουμε ωριμότητα την υπακοή και να αντιμετωπίζουμε την εξέγερση σαν απειλή.

Εδώ αρχίζει και η δική μου ευθύνη. Δεν θέλω οι λέξεις μου να γίνουν το άλλοθί μου. Να γράφω για την ελευθερία και να βολεύομαι, για την αδικία και να προσπερνώ, για την εξέγερση και να μένω θεατής. Είναι εύκολο να καταγγέλλεις τον κόσμο από την ασφαλή πλευρά της σελίδας. Δυσκολότερο να αναγνωρίζεις πότε η αδράνεια που καταγγέλλεις στους άλλους βρίσκει καταφύγιο και μέσα σου.

Δεν εμπιστεύομαι τα κείμενα που δεν δοκιμάζουν ούτε τον δημιουργό τους. Αν γράφω μόνο για να επιβεβαιώνω όσα ήδη πιστεύω, τότε οι λέξεις μου δεν ανοίγουν δρόμο, περιφράζουν τον δικό μου. Κι εγώ δεν θέλω να περιφράξω τίποτα. Θέλω να εξακολουθώ να αμφιβάλλω, να αναθεωρώ, να αναμετριέμαι με όσα κάποτε θεωρούσα λυμένα.

Ίσως τελικά το κείμενο που αναζητώ να μην είναι εκείνο που θα τα πει όλα. Να είναι εκείνο που θα ξεφύγει από τα χέρια μου και θα αρχίσει τη δική του ζωή. Που δεν θα πει στον άλλον τι να πιστέψει, αλλά θα τον κάνει να κοιτάξει αλλιώς όσα είχε μάθει να δέχεται χωρίς ερώτηση. Γιατί γράφουμε για να φτάσουμε στον άλλον, να συναντήσουμε κάτι δικό του, να του πούμε όσα μας δυσκολεύει να πούμε από κοντά.
Και η αγάπη, επίσης.

Δεν ξέρω αν θα γράψω ποτέ το κείμενο των κειμένων. Ξέρω μόνο πως δεν θέλω να πιστέψω ότι όσα είχα να πω έχουν ήδη ειπωθεί. Όσο υπάρχει κάτι που με αναστατώνει, κάτι που αρνούμαι να δεχτώ ως αναπόφευκτο, κάτι που αξίζει να ειπωθεί αλλιώς, η λευκή σελίδα παραμένει πρόκληση.

Αύριο θα καθίσω πάλι να γράψω. Όχι επειδή πιστεύω πως έχω βρει τις απαντήσεις, αλλά επειδή υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν θέλω να αφήσω στη σιωπή.
Πατέρα, σ’ αγαπάω.
Μάνα, σ’ αγαπάω.
Νίκο και Δημήτρη, σας αγαπάω.

Κάποιες λέξεις αργούν μια ζωή. Αλλά δεν είναι αργά να ειπωθούν. 

Το επάγγελμα του θεατή

Κάποτε οι άνθρωποι συμμετείχαν στη ζωή. Έπαιρναν θέση, διαφωνούσαν, διεκδικούσαν, αναλάμβαναν ευθύνες. Σήμερα ανακαλύψαμε μια πολύ πιο ξεκού...