Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

 


Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΔεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα να μη χρειάζομαι καμία από τις δύο λέξεις.

Η ζωή έχει τον δικό της τρόπο να σε προσγειώνει. Σου παίρνει ανθρώπους, σχέδια, βεβαιότητες. Αλλάζει τους δρόμους που είχες χαράξει και σε αφήνει μπροστά σε μια πόρτα που δεν θυμάσαι να είχες ζητήσει.

Κι όμως, την ανοίγεις. Αυτό είναι το παράξενο. Ξέρει πως όλα περνούν και παρ’ όλα αυτά ερωτεύεται. Ξέρει πως ο χρόνος δεν χαρίζεται και επιμένεις να κάνει σχέδια. Ξέρει πως κάθε δρόμος κάποτε τελειώνει και συνεχίζεις να περπατάς.



Δεν περιμένω από τη ζωή να μου υποσχεθεί πως όλα θα πάνε καλά. Μου αρκεί που εξακολουθεί να μου δίνει λόγους να ανοίγω τα μάτια μου.
Ένα πρωινό με καθαρό ουρανό. Ένα τραγούδι που επιστρέφει ύστερα από χρόνια. Ένα βλέμμα. Μια θάλασσα που αλλάζει χρώμα χωρίς να ζητά τη γνώμη μας. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάς και μια κουβέντα που ξεφεύγει μέχρι τα ξημερώματα.
Αυτά είναι τα μεγάλα.

Κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως το φως δεν χρειάζεται να νικήσει το σκοτάδι. Αρκεί να υπάρχει.
Γι’ αυτό μπορώ να κοιτάζω τα κεριά του Επιταφίου και να σκέφτομαι τις αναστάσιμες λαμπάδες. Η ίδια φλόγα είναι. Αλλάζει μόνο η στιγμή που την κοιτάζεις.

Και τότε η αισιοδοξία αποκτά άλλο νόημα. Δεν είναι να πιστεύεις πως όλα θα πάνε καλά. Είναι να βλέπεις καθαρά τι συμβαίνει και να αρνείσαι να γίνεις κυνικός. Να έχεις γνωρίσει τις ήττες από κοντά και να κρατάς μια θέση για το θαύμα. Να έχεις φάει τα μούτρα σου και να σηκώνεσαι χωρίς να ζητάς συγγνώμη .

Γιατί η ζωή δεν χρειάζεται να είναι δίκαιη για να είναι συναρπαστική.
Αρκεί να συμβαίνει.

Αν κάποτε ο κόσμος μας ζητήσει να διαλέξουμε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, θα κρατήσουμε ολόκληρη τη νύχτα και θα ψάξουμε μέσα της τη χαραμάδα. Γιατί εκεί αρχίζει η ελευθερία μας , εκεί που αποφασίζεις μόνος σου τι αξίζει να περιμένεις ακόμη.

Και όσο αναπνέουμε, αγαπάμε, θυμόμαστε, γελάμε, επιμένουμε, ξαναρχίζουμε, κάτι μέσα μας εξακολουθεί να λέει την πιο απλή και πιο δύσκολη λέξη.
Ναι.
Η ζωή.

Ποιος έρχεται;



Μου αρέσει η μοναξιά. Ένα δωμάτιο δικό μου, ένα βιβλίο ανοιχτό στο τραπέζι, λίγη μουσική και η σιωπή να κινείται ελεύθερα μέσα στο σπίτι.
Έμαθα να κατοικώ τις ώρες μου, με τον χρόνο να περνά δίπλα μου.



Υπάρχει μια παράξενη ομορφιά στο να είσαι μόνος. Να περπατάς χωρίς προορισμό, να κάθεσαι απέναντι στη θάλασσα, να αφήνεις μια σκέψη να ολοκληρωθεί χωρίς κανέναν να την διακόψει.

Κι όμως, κάποια βράδια όταν ακούγεται ένα κουδούνι στην πόρτα. Ένα τηλέφωνο αργά. Ένα «πού είσαι;» χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένας άνθρωπος που κάθεται απέναντί σου και κοιτάζει μαζί σου τη βροχή, χωρίς να χρειάζεται να γεμίσει τη σιωπή, τότε η μοναξιά αποκτά απέναντί της μια άλλη πολυτέλεια.

Τον άνθρωπο που έρχεται επειδή θέλει. Σαν εκείνη τη γάτα που δεν χρειάζεται να τη φωνάξεις. Έρχεται όταν θέλει. Κάθεται δίπλα σου. Κι όταν φύγει, μένει στον χώρο η βεβαιότητα πως ο δρόμος της θα την ξαναφέρει.

Έτσι είναι οι αληθινοί άνθρωποι. Έχουν τη δική τους πόρτα, το δικό τους παράθυρο, τη δική τους θάλασσα. Κι όμως, κάποια στιγμή οι δρόμοι τους συναντιούνται.

Ο έρωτας μοιάζει με αυτό. Δύο ελευθερίες που πλησιάζουν χωρίς να μικραίνουν. Δύο κόσμοι που κρατούν το φως τους και μοιράζονται τη νύχτα.
Και η αγάπη θέλει εκείνη τη σπάνια γενναιοδωρία να χαίρεσαι όταν ο άλλος μεγαλώνει, όταν ανοίγει τους δικούς του δρόμους, όταν παραμένει ολόκληρος.

Ένα χέρι που ακουμπά το δικό σου χωρίς να το κρατά φυλακισμένο. Ένα σπίτι όπου η σιωπή έχει τη δική της θέση στο τραπέζι.
Μια ζωή που, όσο περνά ο καιρός, μοιάζει λιγότερο με κλειστό κύκλο και περισσότερο με δρόμο.

Κοιτάζω τον δρόμο.

Δεν ψάχνω την έξοδο.

Ψάχνω ποιος έρχεται...

ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ


Έχω ένα παλιό χαρτί που ταξιδεύει μαζί μου περισσότερα από σαράντα χρόνια. Λίγες λέξεις, γραμμένες βιαστικά από έναν εικοσιτριάχρονο στρατιώτη στον Έβρο. Μια μικρή σελίδα που άντεξε τον χρόνο και κάθε τόσο επιστρέφει μπροστά μου.

Μαζί της επιστρέφει κι εκείνος ο νεαρός.



Ο Έβρος είχε τη σιωπή των τόπων όπου ο χρόνος αποκτά άλλο βάρος. Οι ώρες περνούσαν αργά και εγώ είχα βάλει ένα προσωπικό στοίχημα, να κρατήσω τον εαυτό μου όπως τον είχα φέρει μαζί μου.

Στον στρατό δεν μπήκα στη γλώσσα του στρατοπέδου. Τα αυτιά μου αυτενεργούσαν, άκουγαν επιλεκτικά. Οι βρισιές, οι στρατιωτικές εκφράσεις, εκείνο το «ψάρακας», το «στραβάδι», το «μαλάκα» και όλο το λεξιλόγιο της καθημερινότητας περνούσαν από δίπλα μου χωρίς να με αγγίζουν. Κρατούσα τις δικές μου λέξεις, τον δικό μου τρόπο να κοιτάζω.

Όταν έβγαινα με άδεια, οι φίλοι περίμεναν ιστορίες από τον στρατό. Εγώ είχα άλλα πράγματα να τους πω.
Έγραφα. Κάθε μέρα. Ασταμάτητα.

Εκατοντάδες σελίδες. Πρόσωπα, περιστατικά, κουβέντες, μικρές σκηνές που περνούσαν μπροστά μου και ζητούσαν να μείνουν. Ο δικός μου τρόπος να περνά ο χρόνος ήταν να τον καταγράφω.

Μια μέρα βρέθηκα, για πρώτη και τελευταία φορά, σε έναν οίκο ανοχής της Αλεξανδρούπολης. Ο φίλος μου είχε πληρώσει για να γαμήσει. Η υπόθεση τελείωσε σχεδόν πριν αρχίσει. Εγώ έμεινα στον χώρο αναμονής, από περιέργεια.

Μια γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά μας και ύστερα άρχισε να περνά από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τέσσερις άντρες, τέσσερις μικρές ιστορίες πίσω από κλειστές πόρτες. Παρατηρούσα τα πρόσωπα, τις κινήσεις, την αναμονή. Οι είσοδοι άνοιγαν και έκλειναν, οι άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν, κι εγώ παρακολουθούσα έναν κόσμο άγνωστο σε μένα. Στα είκοσι τρία μου ήθελα να τον γνωρίσω.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις εικόνες, μια άλλη, στον ίδιο χώρο, έμεινε μέσα μου. Ένας βρώμικος, απωθητικός τύπος εμφανίστηκε μπροστά στην πουτάνα. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και του είπε απλά: «Κλείσαμε για απόψε».

Δεν χρειάστηκε άλλη κουβέντα. Είχε κάνει κι εκείνη τη δική της επιλογή. Αυτό με είχε ενθουσιάσει. Ακόμη και σε έναν χώρο όπου όλα έμοιαζαν να έχουν την τιμή τους, υπήρχε ένα «μέχρι εδώ».

Έφυγα από εκεί γεμάτος εικόνες. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα έναν τέτοιο κόσμο από τόσο κοντά και ήθελα να κρατήσω όσα είχα δει. Λίγο αργότερα βρέθηκα σε μια παραλία της Αλεξανδρούπολης. Ξάπλωσα στην άμμο, με τη θάλασσα μπροστά μου και τον αέρα στο πρόσωπο. Οι εικόνες της ημέρας ήταν ακόμη εκεί.

Πήρα ένα χαρτί. Και έγραψα.

«Ανάσκελα προσκέφαλο η άμμος
τα μάτια όπου και να κοιτάξουνε γαλάζιο
χίλια χρώματα ο Ήλιος μέσα από ένα δάκρυ φαίνεται
απαλή μουσική των κυμάτων ήχος
και ένα καράβι χάρτινο μου φαίνεται».

Τότε πίστευα πως έγραφα ένα ποίημα. Σήμερα βλέπω έναν νεαρό να αφήνει στη σελίδα τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο.

Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια. Οι σελίδες πλήθυναν. Οι άνθρωποι άλλαξαν. Οι δρόμοι γέμισαν πρόσωπα. Η ζωή έφερε τις δικές της λέξεις.

Κι εγώ ακόμη ψάχνω εκείνες που έχουν ζήσει πριν μπουν στο χαρτί. Λέξεις που έχουν περπατήσει, αγαπήσει, θυμώσει, χάσει. Λέξεις που μπαίνουν σε μια πρόταση και αλλάζουν τον αέρα.

Από τότε κατάλαβα πως οι λέξεις που αξίζουν έχουν ζωή πίσω τους. Το ίδιο και οι άνθρωποι.
Γι’ αυτό θέλω ο καθένας να χωράει μέσα στη θέση του. Ο άνθρωπος της δίνει βάρος. Της δίνει ευθύνη. Της δίνει λόγο να υπάρχει.

Το προσωπικό μου στοίχημα στα είκοσι τρία, ήταν να φορέσω μια στολή χωρίς να φορέσω μαζί της έναν άλλον εαυτό.

Γ' αυτό επιστρέφω εκεί. Στον Έβρο. Στην άμμο. Στον νεαρό που ξάπλωσε δίπλα στη θάλασσα και πήρε ένα χαρτί για να γράψει.

Τότε δεν ήξερα πως εκείνες οι λίγες γραμμές θα με ακολουθούσαν μια ολόκληρη ζωή. Σήμερα ξέρω πως εκείνο το βράδυ δεν έγραψα απλώς ένα ποίημα.

Κράτησα τον εαυτό μου στα είκοσι τρία.

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

  Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια Δεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα ...