Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Η αξιοπρέπεια του να μην αρέσεις...


Χθες βράδυ βρέθηκα ανάμεσα σε φίλους που δεν ήταν δήθεν. Ανθρώπους αληθινούς, με τις συμφωνίες τις διαφωνίες τους, το γέλιο τους, την άνεση να μιλούν χωρίς να ζυγίζουν κάθε λέξη. Ακόμη και το μαγαζί όπου καθίσαμε είχε κάτι από εμάς, τίμιο, κανονικό, εξωστρεφές, χωρίς ίχνος προσποίησης. Μια παρέα που μπορούσε να χαρεί, να συζητήσει, να διαφωνήσει και να παραμείνει παρέα.


Φεύγοντας, το είδα στα χαμόγελά τους. Η χαρά ήταν αμοιβαία. Σκέφτομαι πόσες φορές, στην προσπάθειά μας να αρέσουμε, απομακρυνόμαστε από αυτό που πραγματικά είμαστε.

Κάπου ανάμεσα σε μια λέξη που δεν είπα και σε μια αλήθεια που κατάπια, άρχισα να γίνομαι λιγότερο εγώ. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς συνέβη. Οι μεγάλες απώλειες δεν κάνουν πάντα θόρυβο. Μερικές μεταμφιέζονται σε ευγένεια, καλή ανατροφή, διάθεση συνεννόησης.

Υπάρχει μια ολόκληρη τέχνη στο να γίνεσαι αρεστός. Να μαλακώνεις τις λέξεις, να κρύβεις τη διαφωνία, να προσαρμόζεσαι τόσο επιδέξια, ώστε στο τέλος όλοι να είναι ευχαριστημένοι μαζί σου. Όλοι, εκτός από εκείνον που έχει απομείνει μέσα σου.

Με τον καιρό άρχισα να υποψιάζομαι πως αυτή η ανάγκη έχει ένα ακριβό τίμημα. Για να αρέσεις σε όλους, πρέπει να γίνεις λίγο διαφορετικός για τον καθένα. Να προσαρμόζεις τη φωνή σου, να κρύβεις τις γωνίες σου, να παραχωρείς μικρά κομμάτια από εκείνα που σε ορίζουν. Κι ύστερα, κάποια στιγμή, να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και να μην αναγνωρίζεις πια το πρόσωπό σου.

Κάπως έτσι μαθαίνουμε να αυτολογοκρινόμαστε, χωρίς να χρειάζεται κανείς να μας το ζητήσει. Ονομάζουμε ωριμότητα την υποχώρηση, σύνεση τη σιωπή και αρμονία την απουσία διαφωνίας. Ο πιο αποτελεσματικός περιορισμός είναι εκείνος που τελικά επιβάλλουμε μόνοι μας.

Η εποχή μας αγαπά τη διαφορετικότητα, αρκεί να μην της χαλάει την ομοιομορφία.

Άλλο η αξιοπρέπεια κι άλλο η αγένεια, άλλο η ελευθερία κι άλλο η επιβολή. Άλλο να αλλάζεις γνώμη επειδή πείστηκες κι άλλο να υποχωρείς επειδή φοβήθηκες πως δεν θα αρέσεις. Το πρώτο είναι επιλογή. Το δεύτερο, φόβος μεταμφιεσμένος σε ευγένεια.

Δεν έχω ανάγκη να με χειροκροτούν όλοι. Προτιμώ να περισσεύω κάπου παρά να μικραίνω για να χωρέσω. Θέλω να μπορώ να πλησιάζω τους ανθρώπους χωρίς να εγκαταλείπω κάθε φορά κάτι από τον εαυτό μου.

Ίσως μεγαλώνεις όταν αποδέχεσαι πως δεν θα σε καταλάβουν όλοι. Όταν μπορείς να χάσεις μια θέση σε κάποιο τραπέζι, χωρίς να χάσεις τη θέση σου απέναντι στον καθρέφτη. Η ελευθερία αρχίζει όταν παύεις να παραχωρείς στους άλλους το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα είσαι.

Σε όποιον αρέσουμε, λοιπόν. Για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε.

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περάσουμε σε διαρκή οντισιόν, περιμένοντας από τους άλλους να εγκρίνουν τον ρόλο μας.

Στο τέλος, το τίμημα της αποδοχής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από την απώλειά της. Γιατί το πιο οδυνηρό δεν είναι να μη σε θέλουν οι άλλοι, αλλά να έχεις γίνει κάποιος άλλος για να σε θέλουν.

Η ζωή θα αρχίσει αύριο




Υπάρχουν βράδια που όλα έχουν τελειώσει. Οι δουλειές, τα τηλεφωνήματα, οι μικρές φωτιές της ημέρας. Το σπίτι ησυχάζει κι εσύ κάθεσαι για λίγο, χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου. Σαν να σου έδωσαν ελεύθερο χρόνο κι εσύ να ψάχνεις σε ποια υπηρεσία να τον καταθέσεις.

Δεν συνέβη τίποτε κακό. Η μέρα κύλησε κανονικά. Έτρεξες, πρόλαβες, απάντησες, τακτοποίησες. Υπήρξες απαραίτητος σε όλους. Μόνο που, κάπου ανάμεσα στις υποχρεώσεις, εσύ ο ίδιος έμεινες λίγο πίσω.

Δεν πειράζει, σκέφτεσαι. Αύριο.

Αύριο είναι μια βολική λέξη. Χωράει τον φίλο που δεν πήρες τηλέφωνο, τη βόλτα που ανέβαλες, το βιβλίο που έμεινε ανοιχτό στην ίδια σελίδα. Όλα όσα θέλησες να κάνεις και δεν πρόλαβες, επειδή προέκυψε κάτι πιο επείγον. Το αύριο τα δέχεται όλα. Δεν διαμαρτύρεται ποτέ.

Έτσι μαθαίνεις να φροντίζεις τις εκκρεμότητες των άλλων και να αφήνεις τις δικές σου να περιμένουν. Από αγάπη, από ευθύνη, από εκείνη τη συνήθεια να είσαι πάντα ο άνθρωπος που θα βρεθεί όταν χρειαστεί. Μόνο που κανείς δεν σου λέει πότε τελειώνει αυτή η βάρδια.

Κι ύστερα ανακαλύπτεις πως έχεις γίνει εξαιρετικός στη διεκπεραίωση της ζωής σου. Ξέρεις τι πρέπει να γίνει, πότε και για ποιον. Μπορείς να οργανώσεις ακόμη και την ξεκούρασή σου, αρκεί να μη χαλάσει το πρόγραμμα.

Μόνο που η ζωή δεν είναι δημόσια υπηρεσία. Δεν έχει αριθμό προτεραιότητας ούτε γκισέ απ’ όπου θα παραλάβεις, όταν έρθει η σειρά σου, το δικαίωμα να χαρείς.

Κι όμως, περιμένεις. Να λιγοστέψουν οι δουλειές, να ησυχάσουν τα πράγματα, να περάσει η δύσκολη περίοδος. Στο μεταξύ, οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι μεγαλώνουν, τα πρόσωπα που αγαπάς αποκτούν ρυτίδες που κάποτε δεν υπήρχαν.

Κι εσύ ακόμη τακτοποιείς.

Ο άδειος χρόνος, όμως, δεν είναι χαμένος χρόνος. Είναι ένας περίπατος χωρίς προορισμό, ένας καφές που τραβάει σε μάκρος, μια κουβέντα που δεν κοιτάζει το ρολόι. Είναι ακόμη κι εκείνη η γλυκιά αμηχανία του να μην κάνεις τίποτε. Να αφήνεις τις σκέψεις να περιπλανηθούν, χωρίς να απαιτείς απ’ αυτές κάποιο συμπέρασμα.

Ίσως εκεί, μέσα σ’ αυτές τις ώρες που δεν αποδίδουν τίποτε, να ξανακούς τη δική σου φωνή. Γιατί έχουμε μάθει να δικαιολογούμε τον κόπο μας, όχι την ύπαρξή μας. Να νιώθουμε χρήσιμοι, όχι απλώς ζωντανοί. Σαν να χρειάζεται ακόμη κι η χαρά μας να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να εγκριθεί.

Δεν χρειάζεται να αλλάξεις τη ζωή σου από την αρχή. Άφησε μονάχα ένα κομμάτι της ημέρας αδέσμευτο. Μια ώρα χωρίς πρόγραμμα, ένα απόγευμα χωρίς υποχρεώσεις. Κι ας μη βγει τίποτε από αυτό. Δεν είναι όλα υποχρεωμένα να αποδώσουν καρπούς.

Άλλωστε, δεν είμαστε εδώ για πάντα.

Το ξέρουμε, αλλά συνεχίζουμε να αναβάλλουμε τις μικρές χαρές για το επόμενο Σαββατοκύριακο, τις συναντήσεις για όταν θα έχουμε περισσότερο χρόνο, τη ζωή για όταν θα έχουν τακτοποιηθεί όλα. Σαν να περιμένουμε να τελειώσει η πρόβα για να αρχίσει η παράσταση.

Μόνο που η παράσταση έχει ήδη αρχίσει.

Η αξιοπρέπεια του να μην αρέσεις...

Χθες βράδυ βρέθηκα ανάμεσα σε φίλους που δεν ήταν δήθεν. Ανθρώπους αληθινούς, με τις συμφωνίες τις διαφωνίες τους, το γέλιο τους, την άνεση ...