Μια φορά τον μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Στην κεφαλή είναι η θέση του Λάκη. Η θέση μένει δική του. Την κρατάμε ζεστή.
Εκείνη τη μέρα, πάνω από το τραπέζι του μαγαζιού, στη θέση ενός πίνακα, μπαίνει η μεγάλη φωτογραφία του. Για όσο κρατάει το τραπέζι, ο Λάκης είναι εκεί, όπως πάντα. Και η κουβέντα συνεχίζεται γύρω του, με τις ιστορίες, τα πειράγματα και τα γέλια της παρέας.
Έφυγε πριν πέντε χρόνια. Η παρέα έμεινε. Ίδια πρόσωπα, ίδιες φωνές, οι ίδιες διαφωνίες που ανάβουν και σβήνουν μέσα στην κουβέντα. Και ανάμεσά μας μια θέση που έγινε κάτι περισσότερο από καρέκλα. Έγινε μνήμη.
Πέντε χρόνια τώρα, μια φορά τον μήνα, ο Λάκης βρίσκει τον τρόπο να επιστρέφει στην παρέα. Στις ιστορίες που θυμόμαστε, στα γέλια που ξεσπούν, στις κουβέντες που ακόμη τον χωράνε. Και φυσικά, στις ιστορίες μας υπάρχει πάντα και λίγη υπερβολή. Με τα χρόνια μεγαλώνουν, αλλάζουν λεπτομέρειες, αποκτούν καινούργιες εκδοχές. Ο Λάκης, αν μας βλέπει από κάπου, θα έχει μάλλον πολλές ενστάσεις.
Και η παρέα έχει ένα όνομα. «Οι Εντιμότατοι Φίλοι». Έτσι τους αποκαλούσα πριν από είκοσι χρόνια σε κείμενά μου στην εφημερίδα, χωρίς ονόματα, για τα κατορθώματα μιας ολιγομελους παρέας. Ο Λάκης ήταν ένας από αυτούς. Σήμερα ο τίτλος παραμένει. Και μαζί του παραμένει η παρέα.
Εξήντα τραπέζια μέχρι σήμερα. Εξήντα συναντήσεις όπου ο χρόνος κάθισε μαζί μας. Η ζωή προχωρούσε έξω από την πόρτα. Εμείς συνεχίζαμε να ανοίγουμε την ίδια πόρτα και να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον.
Κοιτάζω γύρω μου τους ίδιους ανθρώπους και σκέφτομαι πόσα άλλαξαν μέσα σε αυτά τα χρόνια. Η κοινωνία, οι συνήθειες, οι λέξεις, η πολιτική. Άλλαξε ο τρόπος που μιλάμε, που ακούμε, που διαφωνούμε. Η πολιτική μετακινήθηκε από τις πλατείες στις οθόνες και από την κουβέντα στην εικόνα. Οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί, ποσοστά, ακροατήρια.
Κι όμως, αυτό το τραπέζι άντεξε.
Εδώ ο καθένας παραμένει άνθρωπος. Με τη γνώμη του, τη ζωή του, τις απογοητεύσεις του, τις μικρές του χαρές. Εδώ η διαφωνία χωράει δίπλα στη φιλία. Μπορείς να θυμώσεις με τον άλλον και σε λίγο να του γεμίσεις το ποτήρι.
Κάποια στιγμή το βλέμμα θα πάει στην κεφαλή του τραπεζιού.
Εκεί είναι η θέση του.
Πέντε χρόνια τώρα. Εξήντα τραπέζια.
Μια θέση άδεια και γεμάτη μαζί.
Κι όμως, η θέση του δεν έμεινε ποτέ άδεια.
Έγινε η θέση που κρατάμε για έναν άνθρωπο που λείπει και συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσά μας.
Ο Οκτώβρης προχωρά. Πέντε χρόνια πέρασαν. Η θέση του Λάκη παραμένει στην κεφαλή.
Σήμερα θα καθίσουμε πάλι γύρω της.
Θα γελάσουμε, θα θυμηθούμε, θα διαφωνήσουμε, θα σηκώσουμε τα ποτήρια. Και θα συνεχίσουμε.
Γιατί τελικά οι άνθρωποι που έφυγαν αφήνουν πίσω τους μια θέση. Οι ζωντανοί αποφασίζουν τι θα την κάνουν.
Εμείς δεν την αφήσαμε.
Την κρατάμε ζεστή.
Εκείνη τη μέρα, πάνω από το τραπέζι του μαγαζιού, στη θέση ενός πίνακα, μπαίνει η μεγάλη φωτογραφία του. Για όσο κρατάει το τραπέζι, ο Λάκης είναι εκεί, όπως πάντα. Και η κουβέντα συνεχίζεται γύρω του, με τις ιστορίες, τα πειράγματα και τα γέλια της παρέας.
Έφυγε πριν πέντε χρόνια. Η παρέα έμεινε. Ίδια πρόσωπα, ίδιες φωνές, οι ίδιες διαφωνίες που ανάβουν και σβήνουν μέσα στην κουβέντα. Και ανάμεσά μας μια θέση που έγινε κάτι περισσότερο από καρέκλα. Έγινε μνήμη.
Πέντε χρόνια τώρα, μια φορά τον μήνα, ο Λάκης βρίσκει τον τρόπο να επιστρέφει στην παρέα. Στις ιστορίες που θυμόμαστε, στα γέλια που ξεσπούν, στις κουβέντες που ακόμη τον χωράνε. Και φυσικά, στις ιστορίες μας υπάρχει πάντα και λίγη υπερβολή. Με τα χρόνια μεγαλώνουν, αλλάζουν λεπτομέρειες, αποκτούν καινούργιες εκδοχές. Ο Λάκης, αν μας βλέπει από κάπου, θα έχει μάλλον πολλές ενστάσεις.
Και η παρέα έχει ένα όνομα. «Οι Εντιμότατοι Φίλοι». Έτσι τους αποκαλούσα πριν από είκοσι χρόνια σε κείμενά μου στην εφημερίδα, χωρίς ονόματα, για τα κατορθώματα μιας ολιγομελους παρέας. Ο Λάκης ήταν ένας από αυτούς. Σήμερα ο τίτλος παραμένει. Και μαζί του παραμένει η παρέα.
Εξήντα τραπέζια μέχρι σήμερα. Εξήντα συναντήσεις όπου ο χρόνος κάθισε μαζί μας. Η ζωή προχωρούσε έξω από την πόρτα. Εμείς συνεχίζαμε να ανοίγουμε την ίδια πόρτα και να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον.
Κοιτάζω γύρω μου τους ίδιους ανθρώπους και σκέφτομαι πόσα άλλαξαν μέσα σε αυτά τα χρόνια. Η κοινωνία, οι συνήθειες, οι λέξεις, η πολιτική. Άλλαξε ο τρόπος που μιλάμε, που ακούμε, που διαφωνούμε. Η πολιτική μετακινήθηκε από τις πλατείες στις οθόνες και από την κουβέντα στην εικόνα. Οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί, ποσοστά, ακροατήρια.
Κι όμως, αυτό το τραπέζι άντεξε.
Εδώ ο καθένας παραμένει άνθρωπος. Με τη γνώμη του, τη ζωή του, τις απογοητεύσεις του, τις μικρές του χαρές. Εδώ η διαφωνία χωράει δίπλα στη φιλία. Μπορείς να θυμώσεις με τον άλλον και σε λίγο να του γεμίσεις το ποτήρι.
Κάποια στιγμή το βλέμμα θα πάει στην κεφαλή του τραπεζιού.
Εκεί είναι η θέση του.
Πέντε χρόνια τώρα. Εξήντα τραπέζια.
Μια θέση άδεια και γεμάτη μαζί.
Κι όμως, η θέση του δεν έμεινε ποτέ άδεια.
Έγινε η θέση που κρατάμε για έναν άνθρωπο που λείπει και συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσά μας.
Ο Οκτώβρης προχωρά. Πέντε χρόνια πέρασαν. Η θέση του Λάκη παραμένει στην κεφαλή.
Σήμερα θα καθίσουμε πάλι γύρω της.
Θα γελάσουμε, θα θυμηθούμε, θα διαφωνήσουμε, θα σηκώσουμε τα ποτήρια. Και θα συνεχίσουμε.
Γιατί τελικά οι άνθρωποι που έφυγαν αφήνουν πίσω τους μια θέση. Οι ζωντανοί αποφασίζουν τι θα την κάνουν.
Εμείς δεν την αφήσαμε.
Την κρατάμε ζεστή.
Λιγότερα
.jpeg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου