Μου αρέσει η μοναξιά. Ένα δωμάτιο δικό μου, ένα βιβλίο ανοιχτό στο τραπέζι, λίγη μουσική και η σιωπή να κινείται ελεύθερα μέσα στο σπίτι.
Έμαθα να κατοικώ τις ώρες μου, με τον χρόνο να περνά δίπλα μου.
Υπάρχει μια παράξενη ομορφιά στο να είσαι μόνος. Να περπατάς χωρίς προορισμό, να κάθεσαι απέναντι στη θάλασσα, να αφήνεις μια σκέψη να ολοκληρωθεί χωρίς κανέναν να την διακόψει.
Κι όμως, κάποια βράδια όταν ακούγεται ένα κουδούνι στην πόρτα. Ένα τηλέφωνο αργά. Ένα «πού είσαι;» χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένας άνθρωπος που κάθεται απέναντί σου και κοιτάζει μαζί σου τη βροχή, χωρίς να χρειάζεται να γεμίσει τη σιωπή, τότε η μοναξιά αποκτά απέναντί της μια άλλη πολυτέλεια.
Τον άνθρωπο που έρχεται επειδή θέλει. Σαν εκείνη τη γάτα που δεν χρειάζεται να τη φωνάξεις. Έρχεται όταν θέλει. Κάθεται δίπλα σου. Κι όταν φύγει, μένει στον χώρο η βεβαιότητα πως ο δρόμος της θα την ξαναφέρει.
Έτσι είναι οι αληθινοί άνθρωποι. Έχουν τη δική τους πόρτα, το δικό τους παράθυρο, τη δική τους θάλασσα. Κι όμως, κάποια στιγμή οι δρόμοι τους συναντιούνται.
Ο έρωτας μοιάζει με αυτό. Δύο ελευθερίες που πλησιάζουν χωρίς να μικραίνουν. Δύο κόσμοι που κρατούν το φως τους και μοιράζονται τη νύχτα.
Και η αγάπη θέλει εκείνη τη σπάνια γενναιοδωρία να χαίρεσαι όταν ο άλλος μεγαλώνει, όταν ανοίγει τους δικούς του δρόμους, όταν παραμένει ολόκληρος.
Ένα χέρι που ακουμπά το δικό σου χωρίς να το κρατά φυλακισμένο. Ένα σπίτι όπου η σιωπή έχει τη δική της θέση στο τραπέζι.
Μια ζωή που, όσο περνά ο καιρός, μοιάζει λιγότερο με κλειστό κύκλο και περισσότερο με δρόμο.
Κοιτάζω τον δρόμο.
Δεν ψάχνω την έξοδο.
Ψάχνω ποιος έρχεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου