«Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει / σε μια φωτογραφία της στιγμής…»
Ακούω τη «Μαρκίζα» του Μάνου Ελευθερίου και αυτές τις μέρες οι στίχοι της συναντούν έναν ολόκληρο κόσμο από παλιές φωτογραφίες.
Το διαδίκτυο γέμισε ξαφνικά με τα ’80s.
Πρόσωπα νεότερα, μαλλιά που έχουν πια τη δική τους ιστορία, ρούχα που, με την αλαζονεία της μόδας, ξαναγύρισαν, αυτοκίνητα, παραλίες, εκδρομές, παρέες, καλοκαίρια.
Μια ολόκληρη εποχή ξεπηδά από συρτάρια και παλιά άλμπουμ και ξαναμπαίνει στις οθόνες μας.
Χαίρομαι γι’ αυτό.
Μου αρέσουν οι παλιές φωτογραφίες. Πάντα μου άρεσαν.
Έχουν πάνω τους τη διαδρομή τους.
Το χαρτί έχει χάσει τη φρεσκάδα του, οι άκρες έχουν κιτρινίσει, τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, μικρές γραμμές και τσακίσματα διασχίζουν την επιφάνειά τους.
Κάποιες κρατούν ακόμη εκείνη την παράξενη μυρωδιά των παλιών συρταριών και των άλμπουμ που έμεναν κλειστά για χρόνια και ανοίγουν ξαφνικά ένα απόγευμα.
Τις κοιτάζω και έχω την αίσθηση πως διαβάζω.
Μόνο που εδώ διαβάζω πρόσωπα.
Ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, ένα χέρι στον ώμο, μια παρέα στριμωγμένη μπροστά στον φακό, όπως ακριβώς βρέθηκε εκεί.
Ένα παιδί που κοιτάζει σοβαρά την κάμερα, γιατί τότε τα παιδιά δεν είχαν ακόμη μάθει να ποζάρουν σαν influencers.
Ένας άνθρωπος που ζούσε μια συνηθισμένη μέρα και σήμερα, χωρίς να το ξέρει, έχει γίνει κομμάτι μιας εποχής.
Αυτό κάνουν οι παλιές φωτογραφίες.
Παίρνουν το συνηθισμένο και του δίνουν δεύτερη ζωή.
Και έχουν ακόμη κάτι που αγαπώ πολύ.
Μια μικρή αλητεία.
Τότε τραβούσαμε μία φωτογραφία.
Άντε δύο.
Τρεις αν ήμασταν αποφασισμένοι να εξαντλήσουμε την τεχνολογία.
Η μηχανή είχε φιλμ. Κάθε κλικ μετρούσε.
Δεν υπήρχε delete, ούτε «κάτσε να τη δω», ούτε «βγάλε άλλη μία γιατί σε αυτή είμαι χάλια».
Υπήρχε μόνο η φωτογραφία που θα εμφανιζόταν αργότερα, μαζί με την αγωνία μήπως κάποιος είχε κλείσει τα μάτια.
Και φυσικά, κάποιος είχε.
Κάποιος κοιτούσε αλλού, κάποιος έβγαινε μισός, κάποιος είχε ένα δάχτυλο μπροστά στον φακό.
Κι όμως, αυτές οι φωτογραφίες μοιάζουν περισσότερο με τη ζωή.
Σήμερα φωτογραφίζουμε τα πάντα.
Το φαγητό, τον καφέ, τον δρόμο, τη θάλασσα, το ηλιοβασίλεμα, τον εαυτό μας από δεκαεπτά γωνίες.
Κρατάμε εκατοντάδες εικόνες για να διαλέξουμε εκείνη τη μία που θα μοιάζει τέλεια.
Κι έτσι φτάσαμε στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας.
Έχουμε εικόνες για τα πάντα και όλο και λιγότερες στιγμές που πραγματικά κατοικούμε.
Φωτογραφίζουμε το τραπέζι πριν φάμε,
τη θάλασσα πριν βουτήξουμε,
το ηλιοβασίλεμα πριν σηκώσουμε τα μάτια να το δούμε.
Η ζωή περνάει μπροστά από την οθόνη μας
και εμείς κρατάμε το αρχείο της.
Οι παλιές φωτογραφίες είχαν άλλη τύχη.
Είχαν θέση.
Στο άλμπουμ, στο συρτάρι, στην κορνίζα, πάνω σε ένα έπιπλο.
Τις συναντούσες.
Σε περίμεναν.
Σήμερα οι εικόνες πολλαπλασιάζονται με τέτοια ταχύτητα, ώστε η μία σκεπάζει την άλλη.
Χιλιάδες κλικ στοιβάζονται μέσα στα κινητά μας και χάνονται ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα.
Έχουμε περισσότερες εικόνες από ποτέ και όλο και πιο δύσκολα κρατάμε μια στιγμή.
Βλέπω αυτές τις μέρες ανθρώπους να ανεβάζουν φωτογραφίες από τα ’80s και κάτω από την εικόνα αρχίζει αμέσως η αναγνώριση.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Πού τραβήχτηκε;»
«Θυμάσαι εκείνο το καλοκαίρι;»
«Κοίτα πώς ήμασταν τότε!»
Και ξαφνικά εμφανίζονται ονόματα, φίλοι, έρωτες, ταξίδια, σπίτια, γειτονιές, άνθρωποι που έφυγαν.
Μια φωτογραφία ανοίγει μια ολόκληρη συζήτηση.
Η μνήμη κρατάει λεπτομέρειες.
Ένα πουκάμισο, ένα αυτοκίνητο, το χτένισμα μιας γυναίκας, το βλέμμα ενός φίλου, τη θέση που καθόσουν στο τραπέζι, το χρώμα ενός τοίχου, τον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα σου και τότε πίστευες πως θα είναι εκεί για πάντα.
Κοιτάζω σήμερα τα παιδιά μου στις παλιές φωτογραφίες, μικρά.
Σήμερα είναι άνδρες.
Οι δυο φωτογραφίες τους βρίσκονται ακόμη πάνω σε ένα έπιπλο του σπιτιού μου, μέσα στις κορνίζες τους.
Τις βλέπω περνώντας.
Κάποιες φορές στέκομαι λίγο περισσότερο.
Εκείνες οι δυο φωτογραφίες έχουν μείνει στη θέση τους όλα αυτά τα χρόνια.
Μια φωτογραφία πάνω σε ένα έπιπλο δεν χρειάζεται να την αναζητήσεις.
Σε περιμένει.
Κοιτάζω τα παιδιά μου όπως ήταν τότε και για λίγα δευτερόλεπτα βρίσκομαι ξανά εκεί.
Εγώ είμαι πάλι εκεί.
Εκείνα είναι πάλι μικρά.
Η φωτογραφία κάνει κάτι που η ζωή αδυνατεί να κάνει.
Κρατάει τους ανθρώπους στη στιγμή που τους αγάπησες.
Γι’ αυτό μου αρέσει που το διαδίκτυο γέμισε ξανά με τα ’80s.
Ας ανεβαίνουν οι παλιές φωτογραφίες.
Ας γράφουν από κάτω τα ονόματα.
Ας γελούν με τα μαλλιά, τα ρούχα και όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε υπέροχα.
Ας ψάχνουν μέσα σε μια εικόνα έναν άνθρωπο που τους λείπει.
Ας ξανανοίγουν οι παλιές ιστορίες.
Γιατί κάθε παλιά φωτογραφία είναι μια μικρή εξέγερση.
Στέκεται απέναντι στον χρόνο και του λέει:
Προχώρα όσο θέλεις. Εγώ αυτή τη στιγμή δεν στη δίνω.
Το χαρτί παλιώνει.
Η φωτογραφία μένει.
Και ο χρόνος, όσο κι αν προχωράει, έχει ακόμη ένα αδύναμο σημείο.
Μια φωτογραφία στην κορνίζα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου