Πάντα περιμένω, να κρυώσει το συναίσθημα, πόνος, αλλά και χαρά, για να γράψω. Ακόμα και εκείνα τα «θυμωμένα κείμενα», αφού εξατμίστηκε ολοκληρωτικά ο θυμός, αποτυπώθηκαν. Διατηρώ με αυτόν τον τρόπο μια απόσταση ασφαλείας από τα συναισθήματα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων με οδηγούν σε λάθος μονοπάτια.
Θα μπορούσα να γράψω το παρακάτω λίγο μετά το χωρισμό;
«Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης και έρωτα χαμένα. Τίποτα δεν χάσαμε, μπορεί να υποφέραμε, αλλά κερδίσαμε. Ότι αγαπήσαμε κυκλοφορεί στο αίμα μας, ανεβοκατεβαίνει στις αρτηρίες, περνάει από τα καρδιά μας. Διεισδύει στα νέα μας συναισθήματα και μας παγιδεύει στο λάθος των συγκρίσεων. Ότι αγαπήσαμε ζει πάντα μαζί μας».
Όχι. Και αν το έγραφα δεν θα το πίστευα, ο εγωισμός που κυριαρχεί αυτές τις ώρες σε συνδυασμό με το παράπονο την αγανάκτηση, την «προδοσία», δεν θα με άφηναν να δω και να πιστέψω την αλήθεια. «Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης και έρωτα χαμένα». Όλα κερδισμένα και με ένσημα βαρέα. Για σύνταξη βέβαια δεν γίνεται λόγος, υπάρχει και η γεροντική απασχόληση, που μπορεί να σε εξευτελίζει στα μάτια των παιδιών, η χαρά όμως εκεί στην άκρη της ζωής είναι μεγάλη.
Την ώρα του πόνου, ανασύρω πάντα από το παρελθόν τις εικόνες που αποτυπώθηκαν για τον πόνο χωρίς τον πόνο. Ξάστερες εικόνες καθαρές, με αισθήσεις και μυαλό σε θέση μάχης. Τις άλλες τις οδυνηρές τις θάμπωσε η αγάπη.
Τρίτη 3 Μαρτίου 2009
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009
Καρναβάλια... ο χρόνος και οι βροχές θα τα σβήσουν
Είναι μια ευκαιρία αυτές τις ημέρες με τις μάσκες, να πούμε τις αλήθειες που φοβόμαστε. Και πέρασαν οι μέρες παρασέρνοντας σελίδες απ’ τα ημερολόγια. Πέρασαν και ξεχαστήκανε, μαζί με κάτι υπόλοιπα μπογιάς στον αριστερό κρόταφο της μνήμης και κάτι αλκοολικούς λεκέδες στη σκιά της κολομπίνας, ένα όπως έγινε με τον ασβέστη στον τοίχο. Όπως - όπως τα μαζέψανε, ρετάλια πόθων που τέλειωσαν πια ή πάλι δεν εκφράστηκαν και πήγαν στράφι. Ήρθαν μετά επηρμένοι χαρταετοί, ψηλά, όλο και πιο ψηλά και μακριά, δήθεν δεν είχαν σπάγκους αυτοί να τους τραβάνε πίσω, δήθεν δεν ήταν η ζωή τους διαπραγμάτευση, τόση όσο το κέφι εκείνου που κρατάει την καλούμπα. Κρέμονται τώρα οι μονομάχοι των νεφών, κουρέλια χρωματιστά στα ηλεκτρικά καλώδια, υπόλοιπα λογαριασμών που όλοι βαριούνται να διαγράψουν – άσε, ο χρόνος και οι βροχές θα κάνουν τη δουλειά τους...
Μια εξομολόγηση της Ο.Α όπως Ολυμπιακή Αεροπορία από το αγέρι που φύσηξε αλήθειες και ας υποστηρίζει το αντίθετο. Μετατρέπω το γένος, άλλωστε καρναβάλι έχουμε.
Στο καρφί κρέμεται η φετινή μου μάσκα. Ευσυνείδητα την είδα, τη λιμπίστηκα, την αγόρασα. Ωραίο με έκανε, απόμακρα αξιέραστο - πλεονασμός, θα μου πεις, η απόσταση γεννάει τους έρωτες και η εγγύτητα τους πνίγει σα νεογέννητα γατιά στη στέρνα.
Διορθώνω: αξιέραστο καθ’ ότι απόμακρο.
Όπως και νάχει, η μάσκα βρήκε πλέον άλλη θέση κι εγώ το πρόσωπο που ξέρω να με περιμένει κάθε πρωί στον καθρέφτη του μπάνιου. Γράφω: το πρόσωπο που ξέρω - δε γράφω το πρόσωπό μου. Γιατί αν είμαι σίγουρος πως μασκαρεμένος γίνομαι ο άλλος, τότε θα πρέπει να είμαι το ίδιο σίγουρος πως χωρίς μασκάρεμα είμαι ο ένας , ο γνήσιος και αληθινός. Και σίγουρος δεν είμαι! Στην κυριαρχία της ,η αθωότητα το δέχεται αυτό και το χαίρεται ως το μεδούλι κι ίσως το τραύμα της απώλειάς της απ’ αυτήν ακριβώς την αβεβαιότητα ν’ αρχίζει, κερκόπορτα για όλες τις άλλες, τις αμφιβολίες και τις αβεβαιότητες που ακολουθούν.
Ωραίες που ήταν οι παιδικές μεταμφιέσεις μας! Η λαχτάρα να καμωθούμε ότι δεν ήμασταν, σίγουροι για το τι είμαστε στ΄ αλήθεια, σίγουροι για το ήταν ο διπλανός, σίγουροι πως μπορούσαμε να γίνουμε ότι λαχταρήσουμε. Φτάνει να λαχταρούσαμε μονάχα! Τι έφταιξε μετά; Τι μας φταίει; Ότι δεν ξέρουμε τι είμαστε για να το αλλάξουμε, ότι δεν ξέρουμε πώς να το αλλάξουμε ή ότι δε λαχταράμε πια; Και τι πονάει περισσότερο; Η ομορφιά της ελαφρότητας μιας μάσκας είναι η ίδια που δίνει φτερά αιώνια στο χαρταετό της επομένης. Κι όταν δεν ξέρεις πια ποιο πρόσωπο έκρυψες και ποιο θα δείξεις, έχεις ήδη ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας και την παγίδα του σπάγκου. Ένα πρόσωπο χωρίς ταυτότητα, η αναμενόμενη διαδοχική πλαστογράφηση άλλων πολλών ως προσπάθεια άπελπι αντικατάστασης. Κατακόρυφη η πτώση, μάνες, ζύγια και ουρά.
Τη φετινή μου μάσκα ευσυνείδητα την είδα, τη λιμπίστηκα, την αγόρασα. Από τότε εντέχνως κρύβει ένα άχρηστο καρφί πάνω από την κάσα της πόρτας. Ωραίο θα με έκανε, απόμακρα αξιέραστο - αξιέραστο καθ’ ότι απόμακρο. Δε την φόρεσα ποτέ. Ψέματα σας είπα!
Μια εξομολόγηση της Ο.Α όπως Ολυμπιακή Αεροπορία από το αγέρι που φύσηξε αλήθειες και ας υποστηρίζει το αντίθετο. Μετατρέπω το γένος, άλλωστε καρναβάλι έχουμε.
Στο καρφί κρέμεται η φετινή μου μάσκα. Ευσυνείδητα την είδα, τη λιμπίστηκα, την αγόρασα. Ωραίο με έκανε, απόμακρα αξιέραστο - πλεονασμός, θα μου πεις, η απόσταση γεννάει τους έρωτες και η εγγύτητα τους πνίγει σα νεογέννητα γατιά στη στέρνα.
Διορθώνω: αξιέραστο καθ’ ότι απόμακρο.
Όπως και νάχει, η μάσκα βρήκε πλέον άλλη θέση κι εγώ το πρόσωπο που ξέρω να με περιμένει κάθε πρωί στον καθρέφτη του μπάνιου. Γράφω: το πρόσωπο που ξέρω - δε γράφω το πρόσωπό μου. Γιατί αν είμαι σίγουρος πως μασκαρεμένος γίνομαι ο άλλος, τότε θα πρέπει να είμαι το ίδιο σίγουρος πως χωρίς μασκάρεμα είμαι ο ένας , ο γνήσιος και αληθινός. Και σίγουρος δεν είμαι! Στην κυριαρχία της ,η αθωότητα το δέχεται αυτό και το χαίρεται ως το μεδούλι κι ίσως το τραύμα της απώλειάς της απ’ αυτήν ακριβώς την αβεβαιότητα ν’ αρχίζει, κερκόπορτα για όλες τις άλλες, τις αμφιβολίες και τις αβεβαιότητες που ακολουθούν.
Ωραίες που ήταν οι παιδικές μεταμφιέσεις μας! Η λαχτάρα να καμωθούμε ότι δεν ήμασταν, σίγουροι για το τι είμαστε στ΄ αλήθεια, σίγουροι για το ήταν ο διπλανός, σίγουροι πως μπορούσαμε να γίνουμε ότι λαχταρήσουμε. Φτάνει να λαχταρούσαμε μονάχα! Τι έφταιξε μετά; Τι μας φταίει; Ότι δεν ξέρουμε τι είμαστε για να το αλλάξουμε, ότι δεν ξέρουμε πώς να το αλλάξουμε ή ότι δε λαχταράμε πια; Και τι πονάει περισσότερο; Η ομορφιά της ελαφρότητας μιας μάσκας είναι η ίδια που δίνει φτερά αιώνια στο χαρταετό της επομένης. Κι όταν δεν ξέρεις πια ποιο πρόσωπο έκρυψες και ποιο θα δείξεις, έχεις ήδη ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας και την παγίδα του σπάγκου. Ένα πρόσωπο χωρίς ταυτότητα, η αναμενόμενη διαδοχική πλαστογράφηση άλλων πολλών ως προσπάθεια άπελπι αντικατάστασης. Κατακόρυφη η πτώση, μάνες, ζύγια και ουρά.
Τη φετινή μου μάσκα ευσυνείδητα την είδα, τη λιμπίστηκα, την αγόρασα. Από τότε εντέχνως κρύβει ένα άχρηστο καρφί πάνω από την κάσα της πόρτας. Ωραίο θα με έκανε, απόμακρα αξιέραστο - αξιέραστο καθ’ ότι απόμακρο. Δε την φόρεσα ποτέ. Ψέματα σας είπα!
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009
Για να μην θρέψουν οι πληγές,θρηνούμε ζώντες
Τελικά πρέπει να μεγαλώσουμε για ξεφύγουμε από τους φοιτητικούς έρωτες, εκείνους που τραγουδούσε ο Σαββόπουλος, αλλά όσες καταγγελίες και να έκανε το πάθος έκλεινε τα μάτια. Χαθήκανε οι γυναίκες, όμως αυτός εκεί, ερωτευμένος με την Παπαρήγα. Είναι τα μάτια τα δίχως δόλο που κοιτάζουν ευθύβολα και χάνουν τα πέριξ. Και τα αυτιά που δεν ακούν στα χρόνια της νεότητας. Έπρεπε να περάσει ο καιρός για αντιληφθούμε το λάθος των επιλογών μας. Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα ο ξεπεσμός δεν αντέχεται. Έχουν γραφτεί κάποια κείμενα σ’ αυτήν εδώ την στήλη, που έξυσαν πληγές, τα επαναλαμβάνουμε για να μη θρέψουν.
«Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους, που με τη ζωή ή το έργο τους ανέθρεψαν τη ψυχή και το μυαλό μας και μας οδήγησαν σε μια επιλογή ζωής που αλλιώς μπορεί να μην είχαμε κάνει, να μην ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Τους βλέπουμε στα δυσμάς του βίου τους να βγάζουνε στο σφυρί ο,τι μας δίδαξαν, να ρίχνουν τις τιμές στα πολύτιμα των πολυτίμων που με τόση ευγένεια κάποτε μας πρόσφεραν για να έχουμε ένα μέτρο αξιών, να λερώνουν με τα βήματα του τέλους τους, τις λεωφόρους που άνοιξαν στην ακμή τους»
Σας έρχεται στο μυαλό τίποτα με όλα τα παραπάνω; Μιλάμε για τους πνευματικούς μας πατέρες και μητέρες, αυτούς που η νεότητα μας, τους είχε δώσει παραπανίσιο μπόι και τώρα κόντυναν και μας στεναχωρεί.
Δεν αναφέρομαι, σ’ εκείνους, που τα παιγνίδια της ζωής, τους στρίμωξαν στο περιθώριο, που οι ανάγκες της επιβίωσης, τους οδήγησαν σε συμβιβασμούς, αλλά σ’ αυτούς που, ξεπουλούν την ιστορία τους προκειμένου να μείνουν στο παιγνίδι, μαζεύοντας τα αποφάγια της εξουσίας.
Είναι αυτοί που ξέρω και ξέρετε αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες. Είναι αυτοί οι ξεπεσμένοι της πολιτικής. Τα καμένα χαρτιά που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την αλλεπάλληλη απόρριψη. Αυτοί που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την λαϊκή ετυμηγορία. Οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές που εκλιπαρούν για ένα ρόλο κομπάρσου.
Είναι αυτοί που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν και μας αναγκάζουν να θρηνούμε ζώντες.
Αυτό ισχύει για όλες τις γενιές και αυτοί είναι τελικά που έχουν την ευθύνη για τα όνειρα που γκρεμίζονται.
Λίγοι έχουν την γενναιότητα να ορίσουν το θάνατο τους και αυτοί είναι που δεν πεθαίνουνε ποτέ, γιατί ούτε δόξα, ούτε το χρήμα ήταν στις προτεραιότητες τους. Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι με τους νέους και τους κοιτούν στα μάτια, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος για τη συνέχεια.
«Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους, που με τη ζωή ή το έργο τους ανέθρεψαν τη ψυχή και το μυαλό μας και μας οδήγησαν σε μια επιλογή ζωής που αλλιώς μπορεί να μην είχαμε κάνει, να μην ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Τους βλέπουμε στα δυσμάς του βίου τους να βγάζουνε στο σφυρί ο,τι μας δίδαξαν, να ρίχνουν τις τιμές στα πολύτιμα των πολυτίμων που με τόση ευγένεια κάποτε μας πρόσφεραν για να έχουμε ένα μέτρο αξιών, να λερώνουν με τα βήματα του τέλους τους, τις λεωφόρους που άνοιξαν στην ακμή τους»
Σας έρχεται στο μυαλό τίποτα με όλα τα παραπάνω; Μιλάμε για τους πνευματικούς μας πατέρες και μητέρες, αυτούς που η νεότητα μας, τους είχε δώσει παραπανίσιο μπόι και τώρα κόντυναν και μας στεναχωρεί.
Δεν αναφέρομαι, σ’ εκείνους, που τα παιγνίδια της ζωής, τους στρίμωξαν στο περιθώριο, που οι ανάγκες της επιβίωσης, τους οδήγησαν σε συμβιβασμούς, αλλά σ’ αυτούς που, ξεπουλούν την ιστορία τους προκειμένου να μείνουν στο παιγνίδι, μαζεύοντας τα αποφάγια της εξουσίας.
Είναι αυτοί που ξέρω και ξέρετε αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες. Είναι αυτοί οι ξεπεσμένοι της πολιτικής. Τα καμένα χαρτιά που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την αλλεπάλληλη απόρριψη. Αυτοί που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την λαϊκή ετυμηγορία. Οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές που εκλιπαρούν για ένα ρόλο κομπάρσου.
Είναι αυτοί που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν και μας αναγκάζουν να θρηνούμε ζώντες.
Αυτό ισχύει για όλες τις γενιές και αυτοί είναι τελικά που έχουν την ευθύνη για τα όνειρα που γκρεμίζονται.
Λίγοι έχουν την γενναιότητα να ορίσουν το θάνατο τους και αυτοί είναι που δεν πεθαίνουνε ποτέ, γιατί ούτε δόξα, ούτε το χρήμα ήταν στις προτεραιότητες τους. Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι με τους νέους και τους κοιτούν στα μάτια, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος για τη συνέχεια.
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009
Ανηλεής υποτίμηση
Μήπως έχει ξεκινήσει η λειτουργία του Νέου Νοσοκομείου και εγώ δεν το έχω αντιληφθεί; Γιατί αυτό που σήμερα φέρει το τίτλο « Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κερκύρας», το έχουν περικυκλώσει οι αράχνες.
Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψω την κατάσταση. Όλα αυτά που διάβαζα και άκουγα κατά καιρούς από τους εργαζομένους και από τους ίδιους τους ασθενείς, ήταν ελάχιστα μπροστά σ’ αυτά που είδαν τα μάτια μου. Τριτοκοσμική κατάσταση και του πάει πολύ. Έξω καλλίτερα από τον κόσμο, έξω από την πραγματικότητα πέρα από τη φαντασία.
Ένα μικρό παράδειγμα γιατί οι λέξεις είναι αδύνατες για την περιγραφή.
Παιδιατρική Κλινική, στην νέα πτέρυγα, εκεί που επιβάλλεται να είναι τα πράγματα κάπως καλύτερα. Όλο το δάπεδο είναι μαύρο. Σκόνη παντού, σιφώνια που μυρίζουν τοίχοι άβαφοι και γδαρμένοι, πλήρης εγκατάλειψη. Κάτι σαν την πρόχειρη λαϊκή αγορά που περιμένει να τελειώσει η καινούργια για να ξηλωθεί, η διαφορά είναι ότι τα μικρά παιδιά δεν είναι ντομάτες και καρπούζια, για τα στοιβάξουμε στα καφάσια της αναλγησίας μας.
Ήμουν παιδί όταν εγκαινιάστηκε το νέο Νοσοκομείο, γέρασα και ακόμα, τρώγω υποσχέσεις για την ολοκλήρωση του. Περιμένοντας το καινούργιο - ο λόγος το λέει μέχρι να ολoκληρωθεί θα έχει ξεπεραστεί – είναι εγκληματικό, να αντιμετωπίζεται απαξιωτικά με μια αποδόμηση διαρκείας το υπάρχον, όταν μάλιστα έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ζωές. Ποτέ κατά το παρελθόν το Νοσοκομείο δεν παρουσίαζε τέτοια εικόνα, γιατί είναι άλλο πράγμα μα μην διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό, και άλλο να είναι τίγκα στη σκόνη και στη βρώμα.
Θα μπορούσαμε να γράφουμε ώρες, συνδέοντας τα παραπάνω με την τουριστική κρίση με την ποιότητα ζωής με τον πολιτισμό που, ανάθεμα μας, επιμένουμε να προβάλλουμε. Με την ίδια μας τη ζωή που την δοκιμάζουμε σε ένα τέτοιο ανασφαλές περιβάλλον. Να ζει κάποιος σε αυτό το νησί είναι θέμα τύχης τελικά.
Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψω την κατάσταση. Όλα αυτά που διάβαζα και άκουγα κατά καιρούς από τους εργαζομένους και από τους ίδιους τους ασθενείς, ήταν ελάχιστα μπροστά σ’ αυτά που είδαν τα μάτια μου. Τριτοκοσμική κατάσταση και του πάει πολύ. Έξω καλλίτερα από τον κόσμο, έξω από την πραγματικότητα πέρα από τη φαντασία.
Ένα μικρό παράδειγμα γιατί οι λέξεις είναι αδύνατες για την περιγραφή.
Παιδιατρική Κλινική, στην νέα πτέρυγα, εκεί που επιβάλλεται να είναι τα πράγματα κάπως καλύτερα. Όλο το δάπεδο είναι μαύρο. Σκόνη παντού, σιφώνια που μυρίζουν τοίχοι άβαφοι και γδαρμένοι, πλήρης εγκατάλειψη. Κάτι σαν την πρόχειρη λαϊκή αγορά που περιμένει να τελειώσει η καινούργια για να ξηλωθεί, η διαφορά είναι ότι τα μικρά παιδιά δεν είναι ντομάτες και καρπούζια, για τα στοιβάξουμε στα καφάσια της αναλγησίας μας.
Ήμουν παιδί όταν εγκαινιάστηκε το νέο Νοσοκομείο, γέρασα και ακόμα, τρώγω υποσχέσεις για την ολοκλήρωση του. Περιμένοντας το καινούργιο - ο λόγος το λέει μέχρι να ολoκληρωθεί θα έχει ξεπεραστεί – είναι εγκληματικό, να αντιμετωπίζεται απαξιωτικά με μια αποδόμηση διαρκείας το υπάρχον, όταν μάλιστα έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ζωές. Ποτέ κατά το παρελθόν το Νοσοκομείο δεν παρουσίαζε τέτοια εικόνα, γιατί είναι άλλο πράγμα μα μην διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό, και άλλο να είναι τίγκα στη σκόνη και στη βρώμα.
Θα μπορούσαμε να γράφουμε ώρες, συνδέοντας τα παραπάνω με την τουριστική κρίση με την ποιότητα ζωής με τον πολιτισμό που, ανάθεμα μας, επιμένουμε να προβάλλουμε. Με την ίδια μας τη ζωή που την δοκιμάζουμε σε ένα τέτοιο ανασφαλές περιβάλλον. Να ζει κάποιος σε αυτό το νησί είναι θέμα τύχης τελικά.
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
Μην τους ξυπνάτε
Καμιά ανησυχία. Οι Έλληνες, πάνω απ’ όλα ξέρουν να εκτιμούν. Και στην περίπτωση της «αναπαράστασης» της πρώτης απόδρασης του Βασίλη Παλαιοκώστα, απ’ άκρου εις άκρον στην επικράτειας, εξέφρασαν το θαυμασμό τους.
Οι αδελφοί Παλαιοκώστα εγκαινίασαν ένα νέο στυλ εγκληματικής δραστηριότητας, με λιγότερη βία και περισσότερη ευφυΐα. Δεν διέπραξαν ούτε ένα φόνο, ευαίσθητοι και πονόψυχοι που διαθέτουν μέρος των κλοπιμαίων τους σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, τι άλλο πρέπει να έχουν, για να γίνουν σύγχρονοι ήρωες;
Καμία διάθεση σαρκασμού για το γεγονός. Η είδηση της απόδρασης δια ελικοπτέρου, ήταν μια καλή είδηση, που έδωσε τροφή, στους γελοιογράφους, στους σατυρικούς, συγγραφείς, άνοιξε πόρτες, ακόμα και στο Χόλυγουντ, για να εμπλουτίσει την αστυνομική του ταινιοθήκη, με πρωταγωνιστές όχι τους αστυνομικούς όπως συνηθίζεται αλλά τους ευφυείς ληστές.
Μόνο η κυβέρνηση δεν χάρηκε, και ο δικός μας αρμόδιος Υπουργός, που είχε την ατυχία πριν ζεστάνει την υπουργική του καρεκλά, να βρεθεί απέναντι σε ένα επεισόδιο που καταγράφηκε διεθνώς σαν «ρεζιλίκι»
Αν με ρωτήσετε να απαντήσω σε τι φταίει κ. Δένδιας δεν έχω τι να πω. Δεν τίθεται ζήτημα πολιτικών ευθυνών υποστηρίζει η Κυβέρνηση. Αυτό το ξέραμε από καιρό γράφει σήμερα ο Παντελής Μπουκάλας. «Και μπορεί εκείνος ο καημένος ο Ιάπωνας Υπουργός να παραιτήθηκε επειδή συνελήφθη από το φακό ημικοιμώμενος, αλλά μια κοιμωμένη πολιτεία πώς να παραιτηθεί και από τι;»
Η κυβέρνηση και οι υπουργοί ευθύνονται πολιτικά για ότι συμβαίνει επί των ημερών τους, μικρό ή μεγάλο. Και όταν είναι μεγάλο όπως η κινηματογραφική δεύτερη πανομοιότυπη απόδραση Παλαιοκώστα, κάποιος αρμόδιος παραιτείται για λόγους ευθιξίας, αλλά ποιος την έχασε για την βρούνε αυτοί;
Τώρα γι’ αυτά που υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ εκμεταλλευόμενο το γεγονός, δείχνει, το «μία από τα ίδια», είναι νωπές οι μνήμες από την κατάσταση που επικρατούσε στο σωφρονιστικό σύστημα επί των ημερών του.
Για να επανέλθουμε στην αρχή. Το σύστημα δυσλειτουργεί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεύτερη δραπέτευση καρμπόν γραφεί ο Στάθης. Σε αυτή τη χώρα η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά η φάρσα έχει γίνει ιστορία. Δεν δουλεύει το μαγαζί. Δεν δουλεύει η Ελλάδα. Μας δουλεύει.
Γιατί δεν κάνει τον κ. Παλαιοκώστα Υπουργό ο κ. Καραμανλής; Ένας τομέας τουλάχιστον, αυτός που θα αναλάβει ο επιτυχημένος δραπέτης, θα δουλέψει!...
.
.
Οι αδελφοί Παλαιοκώστα εγκαινίασαν ένα νέο στυλ εγκληματικής δραστηριότητας, με λιγότερη βία και περισσότερη ευφυΐα. Δεν διέπραξαν ούτε ένα φόνο, ευαίσθητοι και πονόψυχοι που διαθέτουν μέρος των κλοπιμαίων τους σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, τι άλλο πρέπει να έχουν, για να γίνουν σύγχρονοι ήρωες;
Καμία διάθεση σαρκασμού για το γεγονός. Η είδηση της απόδρασης δια ελικοπτέρου, ήταν μια καλή είδηση, που έδωσε τροφή, στους γελοιογράφους, στους σατυρικούς, συγγραφείς, άνοιξε πόρτες, ακόμα και στο Χόλυγουντ, για να εμπλουτίσει την αστυνομική του ταινιοθήκη, με πρωταγωνιστές όχι τους αστυνομικούς όπως συνηθίζεται αλλά τους ευφυείς ληστές.
Μόνο η κυβέρνηση δεν χάρηκε, και ο δικός μας αρμόδιος Υπουργός, που είχε την ατυχία πριν ζεστάνει την υπουργική του καρεκλά, να βρεθεί απέναντι σε ένα επεισόδιο που καταγράφηκε διεθνώς σαν «ρεζιλίκι»
Αν με ρωτήσετε να απαντήσω σε τι φταίει κ. Δένδιας δεν έχω τι να πω. Δεν τίθεται ζήτημα πολιτικών ευθυνών υποστηρίζει η Κυβέρνηση. Αυτό το ξέραμε από καιρό γράφει σήμερα ο Παντελής Μπουκάλας. «Και μπορεί εκείνος ο καημένος ο Ιάπωνας Υπουργός να παραιτήθηκε επειδή συνελήφθη από το φακό ημικοιμώμενος, αλλά μια κοιμωμένη πολιτεία πώς να παραιτηθεί και από τι;»
Η κυβέρνηση και οι υπουργοί ευθύνονται πολιτικά για ότι συμβαίνει επί των ημερών τους, μικρό ή μεγάλο. Και όταν είναι μεγάλο όπως η κινηματογραφική δεύτερη πανομοιότυπη απόδραση Παλαιοκώστα, κάποιος αρμόδιος παραιτείται για λόγους ευθιξίας, αλλά ποιος την έχασε για την βρούνε αυτοί;
Τώρα γι’ αυτά που υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ εκμεταλλευόμενο το γεγονός, δείχνει, το «μία από τα ίδια», είναι νωπές οι μνήμες από την κατάσταση που επικρατούσε στο σωφρονιστικό σύστημα επί των ημερών του.
Για να επανέλθουμε στην αρχή. Το σύστημα δυσλειτουργεί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεύτερη δραπέτευση καρμπόν γραφεί ο Στάθης. Σε αυτή τη χώρα η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά η φάρσα έχει γίνει ιστορία. Δεν δουλεύει το μαγαζί. Δεν δουλεύει η Ελλάδα. Μας δουλεύει.
Γιατί δεν κάνει τον κ. Παλαιοκώστα Υπουργό ο κ. Καραμανλής; Ένας τομέας τουλάχιστον, αυτός που θα αναλάβει ο επιτυχημένος δραπέτης, θα δουλέψει!...
.
.
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Το παραμιλητό της σιωπής
Μετά το χθεσινό, δεν έχω τι να γράψω και τι να πω. Η αντίσταση στον πόνο κτίζεται με πέτρες σιωπής, όχι για να περάσει, αλλά για να μη δραπετεύσει το μυαλό και το κλάμα το κάνει γέλιο. Έτσι η ζωή συνεχίζεται και κτίζει πάνω στα χαλάσματα, σε μια αέναη διαδικασία, που η ιστορία επαναλαμβάνει.
Δεν γραφώ σήμερα, για να διαβάσετε, δεν γραφώ για να καταλάβετε, σαν άσκηση παραμιλητού, παυσίπονο για τα κακά παιγνίδια που η ζωή σκαρώνει να το εκλάβετε. Είναι το παραμιλητό της σιωπής, σας ορκίζομαι δεν έχω ανοίξει το στόμα μου. Αποτυπωμένη αμηχανία το αποτέλεσμα, όπως η μουτζούρα με εκείνα τα ακανόνιστα σχήματα όταν παιδεύουμε το χαρτί και το μολύβι. Όταν χαμηλώνουμε τα μάτια για να δούμε το αποτέλεσμα, βλέπουμε ένα κόσμο μπερδεμένο, οι γραμμές γίνονται σχήματα κανονικά, παίρνουν μορφές ανθρώπινες γίνονται θάλασσες και στεριές. Γίνονται ιχνογραφίες παιδικές στους διαδρόμους της παιδιατρικής. Αν υπάρχει Θεός, κάπου είναι κρυμμένος. Για να κλάψει. Ή για να ντραπεί. Συγχωρήστε με οι πιστοί αλλά τι άλλο θα μπορούσε να γράψει ο Ρίτσος όταν η μάνα κλαίει πάνω από το σκοτωμένο της παιδί στην απεργία των καπνεργατών Θεσσαλονίκης;
Ω Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τoν Άγγελο από πέρα.
Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν ήσουν Θεός κι αν ήμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν ήσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Γιέ μου, καλά μού τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά πού ορμήνευε, κάθε φορά πού εμίλει:
Εμείς ταγίζουμε ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κι εμείς ούτ' ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ' αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.
Αχ, γιέ μου, πια δε μούμεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.
Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου να τα ζεστάνω λίγο;
Όταν σηκώσεις τα μάτια ψηλά, είναι ο θυμός που σου τα βγάζει, είναι ο Θεός που κρύβεται και σε κάνει να φωνάζεις. Σε ποιο Θεό να το πεις…
Δεν γραφώ σήμερα, για να διαβάσετε, δεν γραφώ για να καταλάβετε, σαν άσκηση παραμιλητού, παυσίπονο για τα κακά παιγνίδια που η ζωή σκαρώνει να το εκλάβετε. Είναι το παραμιλητό της σιωπής, σας ορκίζομαι δεν έχω ανοίξει το στόμα μου. Αποτυπωμένη αμηχανία το αποτέλεσμα, όπως η μουτζούρα με εκείνα τα ακανόνιστα σχήματα όταν παιδεύουμε το χαρτί και το μολύβι. Όταν χαμηλώνουμε τα μάτια για να δούμε το αποτέλεσμα, βλέπουμε ένα κόσμο μπερδεμένο, οι γραμμές γίνονται σχήματα κανονικά, παίρνουν μορφές ανθρώπινες γίνονται θάλασσες και στεριές. Γίνονται ιχνογραφίες παιδικές στους διαδρόμους της παιδιατρικής. Αν υπάρχει Θεός, κάπου είναι κρυμμένος. Για να κλάψει. Ή για να ντραπεί. Συγχωρήστε με οι πιστοί αλλά τι άλλο θα μπορούσε να γράψει ο Ρίτσος όταν η μάνα κλαίει πάνω από το σκοτωμένο της παιδί στην απεργία των καπνεργατών Θεσσαλονίκης;
Ω Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τoν Άγγελο από πέρα.
Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν ήσουν Θεός κι αν ήμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν ήσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Γιέ μου, καλά μού τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά πού ορμήνευε, κάθε φορά πού εμίλει:
Εμείς ταγίζουμε ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κι εμείς ούτ' ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ' αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.
Αχ, γιέ μου, πια δε μούμεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.
Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου να τα ζεστάνω λίγο;
Όταν σηκώσεις τα μάτια ψηλά, είναι ο θυμός που σου τα βγάζει, είναι ο Θεός που κρύβεται και σε κάνει να φωνάζεις. Σε ποιο Θεό να το πεις…
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Γιατί;
Όταν η πουτάνα η ζωή τα φέρνει έτσι, και δεν υπάρχει και Θεός να του τα πεις, πας σε χρόνους ανώδυνους προσπαθώντας να σβήσεις ότι αγάπησες εκ των υστερών. Πριν πέντε χρόνια δεν την ήξερα, πριν πέντε χρόνια δεν είχε γεννηθεί. Η προσπάθεια να σβήσεις κάποια χρόνια και να συνεχίσεις από κει που έμεινες, δεν είναι εύκολη, αναγκαία όμως πριν την τρέλα.
Ύστερα και να ζήσει; Σιγά το πράγμα. Στοιβάζεις το ένα πρόβλημα πάνω στο άλλο, αναιρείς τη χαρά ζωής, γιατί δεν σε συμφέρει και λυπάσαι για τη ζωή.
Και αν δεν σου φτάνει λύπη δανείζεσαι για να κτιστεί η λήθη στέρεα και να αντέξεις.
«Παιδί παιδάκι αλλιώτικο, σε λυπάμαι. Θα μεγαλώσεις σε κενό αέρος, θα καείς σαν ίκαρος και θα γεράσεις πολύ γρήγορα. Θα μετράς τα χρόνια με απουσίες, τις απουσίες με κομμάτια από την σάρκα σου, τη σάρκα σου με βαθμούς εγκαυμάτων. Παιδί παιδάκι, αλλιώτικο, μοίρα σου είναι να διασχίζεις τις λεωφόρους του κόσμου αγέρωχο, μιλώντας μόνο σου, ακούγοντας τις λέξεις των άλλων που δεν έχουν μέσα, θα ντύνεσαι τη λύπη τους και θα πίνεις νερό από λίμνες σφαλμάτων. Παιδί παιδάκι αλλιώτικο απ’ τα παιδιά του κόσμου, δεν θα γίνεις πελάτης των Τζάμπο και του Ζαχαριά, δεν θα πιεις καπουτσίνο στα Στάρμπακς και στα Φλοκαφέ, δεν θα οδηγήσεις το 4Χ114 των ονείρων των άλλων. Θα χαθείς μέσα σε σελίδες βιβλίων και σε λέξεις που θα σε προδώσουν. Ο έρωτας σου θα είναι κόκκινος σαν αίμα και σαν φωτιά, η ζωή σου κίτρινη σαν πυρετός και η καρδιά σου τεράστια σαν απορία.»
Γιατί;
Όταν η πουτάνα η ζωή τα φέρνει έτσι, ποιος Θεός και ποιος Διάολος μπορεί ν’ έχει βάλει το χέρι του. Κανένας δεν μπορεί. Γιατί κανένας δεν θα άφηνε τον άλλο. Είναι αυτό που λέμε «δεν το θέλει ούτε ο Θεός ούτε Διάολος», μόνο που δεν είναι τόσο ισχυροί για να το αποτρέψουν.
Όταν η πουτάνα η ζωή τα φέρνει έτσι, τι να πιστέψεις…
Ύστερα και να ζήσει; Σιγά το πράγμα. Στοιβάζεις το ένα πρόβλημα πάνω στο άλλο, αναιρείς τη χαρά ζωής, γιατί δεν σε συμφέρει και λυπάσαι για τη ζωή.
Και αν δεν σου φτάνει λύπη δανείζεσαι για να κτιστεί η λήθη στέρεα και να αντέξεις.
«Παιδί παιδάκι αλλιώτικο, σε λυπάμαι. Θα μεγαλώσεις σε κενό αέρος, θα καείς σαν ίκαρος και θα γεράσεις πολύ γρήγορα. Θα μετράς τα χρόνια με απουσίες, τις απουσίες με κομμάτια από την σάρκα σου, τη σάρκα σου με βαθμούς εγκαυμάτων. Παιδί παιδάκι, αλλιώτικο, μοίρα σου είναι να διασχίζεις τις λεωφόρους του κόσμου αγέρωχο, μιλώντας μόνο σου, ακούγοντας τις λέξεις των άλλων που δεν έχουν μέσα, θα ντύνεσαι τη λύπη τους και θα πίνεις νερό από λίμνες σφαλμάτων. Παιδί παιδάκι αλλιώτικο απ’ τα παιδιά του κόσμου, δεν θα γίνεις πελάτης των Τζάμπο και του Ζαχαριά, δεν θα πιεις καπουτσίνο στα Στάρμπακς και στα Φλοκαφέ, δεν θα οδηγήσεις το 4Χ114 των ονείρων των άλλων. Θα χαθείς μέσα σε σελίδες βιβλίων και σε λέξεις που θα σε προδώσουν. Ο έρωτας σου θα είναι κόκκινος σαν αίμα και σαν φωτιά, η ζωή σου κίτρινη σαν πυρετός και η καρδιά σου τεράστια σαν απορία.»
Γιατί;
Όταν η πουτάνα η ζωή τα φέρνει έτσι, ποιος Θεός και ποιος Διάολος μπορεί ν’ έχει βάλει το χέρι του. Κανένας δεν μπορεί. Γιατί κανένας δεν θα άφηνε τον άλλο. Είναι αυτό που λέμε «δεν το θέλει ούτε ο Θεός ούτε Διάολος», μόνο που δεν είναι τόσο ισχυροί για να το αποτρέψουν.
Όταν η πουτάνα η ζωή τα φέρνει έτσι, τι να πιστέψεις…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Θα σας παρηγορήσω και πάλι
Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....
-
Το έγραψα πέρυσι «κατόπιν εορτής», το θυμίζω σήμερα λίγες μέρες πριν το Πάσχα, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα αλλάξει κάτι. Τ...
-
Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ό,τι πέρ...
-
Για να μη γράψω «γαμώ την αριστερά μου», που αυθόρμητα μου ήρθε στα χείλη, αγανακτώντας για την πολιτική πτώχευση, που είναι περισσότερο...