Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Γιατί «είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών;»



Πάντα έχω διάθεση όταν ξεκινάω ένα κείμενο, είναι ο ενθουσιασμός της αρχής και κυρίως της προσδοκίας, η απογοήτευση έρχεται αργότερα.  Το είχα γράψει πέρυσι, το θυμήθηκα φέτος, ακόμα δεν κατάφερα να το αναπτύξω,  τίτλος έμεινε και τον ξαναγράφω για να φρεσκάρω τη μνήμη, αυτή τη φορά με  ερωτηματικό. «Ξεκινώντας, η πρώτη φράση, που δεν έχει σχέση με το παρακάτω, έμεινε να περιμένει τη συνέχεια… τη γράφω  και την κάνω τίτλο,  γιατί φοβάμαι, μην τη ξεχάσω: «είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών». Γιατί ζήτησα την βοήθεια των αριθμών, που ποτέ μου δεν χώνεψα; Είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Όταν καταφέρει το μυαλό μου να μπει στην ψυχή μου, τα ξανάλεμε…»  Είναι βέβαιο ότι κάποια  στιγμή   θα συμβεί, πρέπει να διώξω τους εφιάλτες των μαθηματικών που με κυνηγούν από το γυμνάσιο.  
Είναι κάποια παλαιότερα  κείμενα που με επαναφέρουν στην τάξη.  Μόνο αν γυρίζαμε πίσω,  όλα όσα αυτά τα χρόνια έχουμε μάθει, θα ήταν χρήσιμα.
 

Αν μπορούσες να ακούσεις αυτά που έμαθες  μέσα στο χρόνο, είμαι βέβαιος πως, στη συνέχεια οι συγγνώμες σου θα λιγόστευαν. Λιγότερα λάθη,  για τα οποία θα κληθείς να μετανοιώσεις. Τι το θέλεις, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, μόνο για τον εαυτό μου μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτά που ξέρω και επειδή δυστυχώς δεν γυρίζουμε πίσω και για μένα άχρηστα είναι.
Πάμε παρακάτω που δυστυχώς είναι πίσω. «Βήμα βήμα,  όλο και πιο πίσω. Σιγά σιγά τον συνηθίσαμε τον πόνο. Σπασμωδικές αντιδράσεις χωρίς συνέχεια. Ο καθένας περιμένει τους άλλους.  «Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;», έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, και ήταν αποτέλεσμα της αγίας απάθειας, και της αδιαφορίας μπροστά στα καυτά προβλήματα που μας μαστίζουν.
Και επειδή ξεκινήσαμε πάλι να κόβουμε τις πίτες. «Εδώ  και κάποια χρόνια,  μπορεί και να με διασκέδαζαν, στην χειρότερη περίπτωση με άφηναν αδιάφορο, σήμερα με αηδιάζουν.  Ίσως και  να μη φταίει αυτό καθ’ εαυτό  το τελετουργικό, αλλά η ψευτιά και η υποκρισία, που διαχέεται σε όλο το μήκος και  το πλάτος του  σκηνικού, που έχει στηθεί   για την κάθε είδους τελετή.
Και ύστερα, όλες αυτές οι χιλιοπαιγμένες παραστάσεις, δεν μου προκαλούν πλέον κανένα ερέθισμα. Ούτε να κλάψω ούτε να γελάσω. Και είναι τέτοια η αποστροφή, που φτάνει από την «τελετή έναρξης των ολυμπιακών αγώνων», μέχρι την κοπή πίττας του συλλόγου των απανταχού της κάθε κωλοπετινίτσας.
Για να είμαστε ειλικρινείς, από την αδιαφορία μέχρι την αηδία, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Αντιδράει κάποια στιγμή  ο οργανισμός από την επανάληψη της επανάληψης.  Ανακατεύεται το στομάχι.  Φτάνει πια σου λέει.



Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Το αποτέλεσμα ενός βιασμού, δεν μπορεί να είναι η γνώμη σου

«Ήταν ακριβό το χαρτί και το μελανί» έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, το θυμήθηκα, με τις πρόσφατες δηλώσεις Τσατσόπουλου, για την 17 Νοέμβρη. Αν δεν υπήρχε η ευκολία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που ο καθένας ό,τι θυμάται χαίρεται, θα μειώνονταν οι κίνδυνοι  σοβαρών ατοπημάτων, όχι μόνο στην πολιτική ζωή, αλλά και στην καθημερινότητα μας.  Θα μιλούσαμε λιγότερο και θα σκεπτόμαστε περισσότερο.        
«Ανέξοδες ηλεκτρονικές μαλακίες, στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου, μας αδειάζουν το κεφάλι. Όπως και να το κάνουμε κάποτε υπήρχε ένα κόστος,  που μας ανάγκαζε να επιλέγουμε με ιδιαίτερη προσοχή, αυτά που θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Ήταν ακριβό το χαρτί και το μελάνι.   Στην εικόνα τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σοβαρά. Μπορεί να έχει εξαλειφθεί  ο κίνδυνος να καεί το φιλμ, η υπερέκθεση όμως…   εκθέτει πολλούς επίδοξους  επιδειξίες. Όχι δεν έχω τίποτα με την τεχνολογία, απεναντίας, η κακή χρήση με βρίσκει απέναντι.


Αλλάζουν οι εποχές μαζί και άνθρωποι, έτσι όπως  τα περιγράφει με την απόλυτη ειλικρίνεια των πρώτων πρωινών ωρών,  η φίλη του ραδιοφώνου…   
«Ποιος μας χρειάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο, ποιος θέλει δίπλα του, κοντά του, ανθρώπους με ίσκιο και δροσιά; Όλα είναι μιας χρήσεως, και τα αισθήματα. Πληκτρολογείς το ΡΙΝ και μια εικονική πραγματικότητα σε απαλλάσσει από τον κόπο του σχετίζεσαι. Γίναμε παλιοσειρές, άλλη εποχή μας ανέθρεψε αυτή μας φτύνει, μας διαψεύδει, μας εκτροχιάζει, Τι κι αν σκαλίζουμε την πέτρα; Το τελικό άγαλμα θα είναι από πλαστικό και θα φλέγεται φωτίζοντας τους νέους γκρεμούς των τοπίων που αγαπήσαμε. Επί της ουσίας δεν είμαστε καν παρόντες μια ανάμνηση είμαστε. Και μια ρωγμή. Στον καθρέπτη του χρόνου»
Όλα είναι μιας χρήσεως και το κακό είναι που χρειάζονται πολλά χρόνια για να λιώσουν».
Φυσικά και δεν διαφωνούμε με το δικαίωμα του καθενός να εκφράζει  τη γνώμη του. Διαφωνούμε με την επιπολαιότητα, την προχειρότητα και την βιασύνη,  να γράψεις κάτι  για να υποστηρίξεις ένα μοντέλο επικοινωνίας, που στην ουσία βιάζει την ίδια σου την γνώμη. Αν ψάξεις λίγο πιο βαθιά μπορεί και να διαφωνήσει ή και να αρνηθείς την υπογραφή σου.  Το αποτέλεσμα ενός βιασμού, δεν μπορεί να είναι η γνώμη σου…



Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Στον κόσμο της εργασιακής ψευδαίσθησης



Γεμίσαμε πεντάμηνες! Νέοι άνθρωποι πτυχιούχοι, στην ουρά για ένα κομμάτι ψωμί.   Άνεργοι και με την βούλα, στην υπηρεσία  ενός άθλιου συστήματος, που  τους χρησιμοποιεί  για να μειώσουν τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας.   Κατοχική εικόνα συσσιτίου. Στην ουρά για μια μικρή μερίδα εργασίας, όπως ένα πιάτο φαΐ.
Όσο όμως και να αλλοιωθούν  τα νούμερα, το βλέμμα,  η αγωνία, η απελπισία, η αγανάκτηση, ο πόνος, ο φόβος πώς να κρυφτεί;
Οι προσλήψεις αυτού του τύπου,  δυστυχώς   δεν αποτελούν μέρος εκτάκτων αναγκών, τείνουν να παγιωθούν, προετοιμάζοντας  το έδαφος για την επόμενη μέρα.
Προετοιμάζουν όλα αυτά τα παιδιά  ψυχολογικά, ύστερα από μια  μακρά περίοδο ανεργίας,  να νοιώθουν και  ικανοποιημένοι, που εργάζονται έστω και προσωρινά. Τώρα αν  πληρώνουν αυτό το βρώμικο ψωμί  από την τσέπη τους,  λίγη σημασία έχει.
Ο Άνεργος δεν είναι ένα άτομο που έχει χάσει τη δουλειά του. Είναι ένα άτομο που έχει χάσει την ταυτότητά του. Έχει χάσει το χρόνο και τον τόπο, την οικογένειά του, τη ζωή, τον εαυτό του. Έχει χάσει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά του.
 

 Ένας άνεργος δεν είναι κάποιος που ψάχνει για δουλειά, είναι κάποιος που ψάχνει για στηρίγματα επιβίωσης. Γι αυτό λοιπόν αυτές τις ώρες που γινόμαστε μάρτυρες τραγικών καταστάσεων, ας δείξουμε το δέοντα σεβασμό απέναντι σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, βοηθώντας με όποιο τρόπο μπορούμε, σε μια προσπάθεια να απαλύνουμε τον πόνο, που δημιουργεί ο εκφυλισμός του καπιταλιστικού συστήματος. Το πάλαι ποτέ πελατειακό κράτος, το κατάργησε η ανάγκη, δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια συναλλαγής.
Πρώτη φορά έν καιρώ ειρήνης οι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν τέτοια αντιμετώπιση. Πρώτη φορά τέτοια απαξίωση. Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες. Και αυτή η άχαρη Κυβέρνηση που δεν ξέρω αν είναι της Ελλάδας, πως μπορεί και μάλιστα χωρίς κουκούλα να μας δίνει. Πως μπορεί με τόσο κυνισμό να υποθηκεύει τον μέλλον και να δημιουργεί κάθε μέρα οικογενειακές τραγωδίες.
Οι συμβάσεις των λίγων μηνών, πεντάμηνες τρίμηνες οκτάμηνες, προκαλούν θλίψη.     Και προκαλούν θλίψη  για όλα αυτά τα παιδιά που είναι άνεργα και εχουν την  ψευδαίσθηση,  πως  δουλεύουν. Στην επόμενη στροφή  θα το συνειδητοποιήσουν. Και πάλι  άνεργοι.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Υπάρχει θέμα



Ένα διαχρονικό κείμενο για τη τηλεόραση. Δυστυχώς  όσο το επαναφέρω, υπάρχει θέμα .   Χθες δεν άνοιξα τηλεόραση.  Είμαι καλύτερα σήμερα. Μπορεί η χώρα να βουλιάζει, οι πολίτες, να υποφέρουν, η τηλεόραση όμως και η πλειοψηφία των πολιτικών που παρελαύνουν μέσα απ’ αυτήν, επιδεικνύουν την ίδια αήθη συμπεριφορά. Μια συμπεριφορά που ουκ ολίγες φορές έχω στηλιτεύσει απ’ αυτήν εδώ την στήλη.
Το να συγκρουστούμε κάποια στιγμή με το παρελθόν μας, είναι μια επώδυνη διαδικασία. Όταν έρθει η στιγμή να παραδεχτούμε λάθη, οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, βασανιστικά θα έλεγα. Πάντα στο τέλος υπάρχει μια μικρή δικαιολογία για να αμβλύνει τις εντυπώσεις. Σε καμία περίπτωση βέβαια, η εξομολόγηση δεν διαγράφει τις πράξεις μας, που αδίκησαν, που πόνεσαν που προκάλεσαν ζημιά στους γύρω μας, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Δεν γράφω τίποτα καινούργιο προσπαθώ ξεκινώντας από τα αυτονόητα, να καταλάβω, τι είναι εκείνο που δίνει ασυλία στην τηλεόραση να λειτουργεί με τόση αναξιοπιστία απέναντι στους τηλεθεατές, χωρίς να νοιώθει ποτέ κανείς την ανάγκη να απολογηθεί για εκείνα που μας έλεγε χθες και για τα αλλά που μας λέει σήμερα. Βεβαίως η τηλεόραση δεν παίζει μονή της, ο καθένας για τον δικό του λόγο, συνωμοτεί, και συμφωνεί για το μεγάλο ψέμα που θα ξεγελάσει το τηλεθεατή.
Ιδιοκτήτες δημοσιογράφοι, παράπλευρα συμφέροντα και κυρίως πολιτικοί, έχουν συστήσει μια Ομερτά πίσω από το γυαλί, με σκοπό να εισπράξει ο καθένας το μερίδιο του. Άλλος την δόξα, άλλος το χρήμα και κάποιοι και τα δυο μαζί .
Οι κατ’ εξακολούθησην παλινδρομήσεις απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα, όταν δεν υπάρχουν παράπλευρα συμφέροντα, συνήθως εξαρτώνται από την ανανέωση χρόνου ομιλίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν στερεί στον ενδιαφερόμενο μόνο την δυνατότητα να προβληθεί, αλλά μέχρι τη στιγμή της επόμενης κατάθεσης, εισπράττει τόνους λάσπη, που θα ξεπλυθεί μόνο όταν θα τακτοποιηθεί οικονομικώς.

Βεβαίως και δεν ανακάλυψα την Αμερική, όμως απορώ πως αυτή η παρωδία αντέχει στο χρόνο όταν είναι πρόδηλο και στον πιο ανυποψίαστο τηλεθεατή, ότι δεν μπορεί αυτός που μέχρι χθες ήταν ανίκανος επικίνδυνος διαπλεκόμενος, μέσα σε μια μέρα να μεταμορφώνεται σε άξιο ηγέτη. Δεν μπορεί αυτός που μέχρι χθες έλεγε όλα αυτά, ο ίδιος χωρίς να κοκκινίζει με την άνεση που του δίνει η σιωπηρή αποδοχή, να λέει σήμερα ακριβώς τα αντίθετα.
Πάμε παρακάτω. Ποιος έχει σειρά. Ο άλλος πλήρωσε ότι είχε να πληρώσει τελείωσε.
Η τηλεόραση λειτουργεί λες και έχει πάρει απαλλαγή από την ιστορία. Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει παρελθόν, γινόμαστε συνένοχοι σε μια διαδικασία που νομιμοποιεί τη λήθη για ότι εγκληματικό έχει διαπραχθεί.
Για να μην υπάρχει δικαιολογία απώλειας μνήμης θυμίζουμε: «εδώ και ένα χρόνο, δεν λιβανίζατε αυτόν που σήμερα προσπαθείτε να κρεμάσετε;»
«Εδώ και ένα χρόνο…» μακρόσυρτη απάντηση, λες και ανατρέχουμε στα βάθη των αιώνων». Η τηλεόραση δεν έχει παρελθόν. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο.
Ούτε και σήμερα θ’ ανοίξω τηλεόραση…

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Προσπαθώ να θυμηθώ και επαναλαμβάνω



Κείμενα της ίδιας εποχής πέρυσι έχουν μια φρεσκάδα, λες και έχουν γραφτεί αύριο, Πολλές φορές, αναρωτιέμαι διαβάζοντας πρόσφατα περασμένα,  αν ήμουν εκεί.   Πέρα από την ημερομηνία, που μπαίνει χωρίς τη θέληση μου, ουδέν. Τελικά κάθε δευτερόλεπτο ζωής είναι μοναδικό.  Δεν είναι αποτέλεσμα έμπνευσης  αυτό που αποτυπώνεται στο χαρτί,  είναι η στιγμή που το κάνει μοναδικό. «Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο, όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα. Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή. 
Τώρα που το σκέφτομαι, η ζωή μου, έχει να διηγηθεί ένα «πριν» και ένα «μετά». Τα μεσοδιαστήματα, ο περισσότερος χρόνος, κύλησαν χωρίς να το αντιληφθώ. Στο πριν και στο μετά των γεγονότων έζησα. Στην προσπάθεια και στο αποτέλεσμα, στο όποιο αποτέλεσμα. Στη χαρά της νίκης και στην πίκρα της ήττας. Στην πραγματική ζωή δηλαδή.
Καταστρέφω κύκλους και κάθε πλαίσιο που στάθηκε εμπόδιο στην ανάσα μου. Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της Β..Δ Κέρκυρας, ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Σερίφη».
Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. «Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Και οι Έλληνες κρυώνουν

Για να μην ενσωματωθώ  με τη λογική του στρατού, κατά τη διάρκεια της θητείας μου,  έγραφα συνεχώς. Για την ακρίβεια,  περιέγραφα όλα εκείνα τα παράλογα που συνέβαιναν στην καθημερινότητα μου.  Είναι γνωστή άλλωστε η ατάκα, «εκεί που σταματάει  η λογική αρχίζει ο Στρατός».  
Στο 316 τάγμα μηχανικού στα «Βρυσικά»  του Έβρου, με τοποθέτησαν στον ανεφοδιασμό καυσίμων. Παρέλαβα θυμάμαι  ένα τεράστιο έλλειμμα, «μην ανησυχείς» μου είπε ο υπεύθυνος αξιωματικός,  «ελλείμματα διαχειριζόμαστε». Φεύγοντας άφησα το μείον,  στον επόμενο και αυτό  υποθέτω συμβαίνει μέχρι σήμερα.
«Εκεί που σταματάει  η λογική αρχίζει ο στρατός»   και  ο στρατός, με το  τρελόχαρτο στο χέρι, πάντα στο απυρόβλητο.


Δεν είναι τυχαίο ότι πρωτοκλασάτοι υπουργοί, προτιμούσαν την ασφάλεια του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, για να μην φθαρούν κατά την διάρκεια της θητείας τους.   Φωτογραφίες με τη στρατιωτική ηγεσία, στολή παραλλαγής στις  ασκήσεις, βόλτες με τα πολεμικά αεροπλάνα και μεγάλα λόγια στις τελετές και στις παρελάσεις. Θα περάσουν χρόνια για να ξεχάσουμε την εμβληματική μορφή  του Άκη Τσοχατζόπουλου, όταν κρατούσε στα «στιβαρά του χέρια» το Αμύνης.  
Έτσι αναίμακτα, πέρασαν σαράντα και πλέον χρόνια,  για να  περιοριστούμε στο διάστημα της μεταπολίτευσης.  Οι φύλακες άγγελοι της πατρίδας  μας  -  και αναφερόμαστε στην πολική και στρατιωτική  ηγεσία  -   δρούσαν ανενόχλητοι, με δικούς τους νόμους,  με δικές τους λογικές,  πέρα και πάνω από το κράτος. Εντελώς έξω από την κοινωνία και απέναντι  από το  λαό, που υποτίθεται υπερασπίζουν.
Γιατί τα γράφω  όλα αυτά; Γιατί οι Έλληνες κρυώνουν και τα μηδενικά στα νούμερα από τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων δεν έχουν τελειωμό.  
Η απολογία του  συμπατριώτη μας,  πρώην αναπληρωτή γενικού διευθυντή Εξοπλισμών,  ήρθε να επιβεβαιώσει ότι η μίζα, που συνόδευε το ξέφρενο εξοπλιστικό πάρτι, δεν έχει να κάνει τόσο με τα πρόσωπα,  όσο με ένα σάπιο σύστημα που δυστυχώς υπάρχει μέχρι τις μέρες μας.
Οι μεγάλες σπατάλες σε τρόφιμα  και καύσιμα,  που μου  προκαλούσαν εντύπωση εκείνη την περίοδο, φαντάζουν αστείες,  μπροστά   στα  τεράστια  ποσά  που γνωρίζουμε   και στα τρομακτικά που δεν γνωρίζουμε, για μίζες  στα εξοπλιστικά προγράμματα.
Οι Έλληνες κρυώνουν, και δεν χρειάζονται υποβρύχια που να γέρνουν, αλλά φτηνό πετρέλαιο θέρμανσης.
Οι Έλληνες δεν κινδυνεύουν  από τους γείτονες, κινδυνεύουν από τη φτώχεια από την ανεργία,  και απ’ όλους αυτούς, που το παίζουν προστάτες, για τη τσέπη τους.  
        


        

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....