Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Και όμως ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο



Τι καλύτερο από μια σιωπή μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;  Και είναι μέρες, που με  ακολουθεί. Ίσως  να θέλει να με προστατεύσει.  Ίσως και να μην έχουν μπει στη σειρά,  οι λέξεις που θα ήθελα. Μπορεί να υπολογίστηκαν στο «Πριν», στο «Μετά» όμως στριμώχνονται βιαστικές σε ένα στόμα και αν τις  αφήσεις, μπορεί να βγάλουνε κραυγές.
Και όμως  ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο.  Όμως και πάλι πλήγωσε.  Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι.  Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις… 
Σε αυτό το διάστημα της προθέρμανσης λοιπόν, λίγο πριν δοθεί το σήμα του αφέτη, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Παλεύω   με τις λέξεις,  με τις φωνές τους,  με την εφηβεία τους, που βιάζεται να αποδώσει δικαιοσύνη.  Διαδικασία επώδυνη. 
Ό,τι γυρίζω στα ίδια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο. Όμως αλλιώς τα κοιτάω κάθε φορά.  Σαν παιγνίδι του μυαλού να το εκλάβετε. Ψυχοφθόρο όμως. Και μη νομίζετε ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Ποτέ άλλωστε δεν περιμέναμε να μιλήσουμε με το δικηγόρο μας. Το «σίγουρο»  δεν υπήρξε για εμάς γοητευτικό, γι’ αυτό άλλωστε  και μια  ζωή κομμάτια. Τίποτα ολόκληρο. Μόνο εμείς μείναμε ολόκληροι, με τα «θέλω» να μας βασανίζουν. Τη στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζουμε. Άηχη. Για τα μικρά μιας ζωής, αλλά και τα μεγάλα. 


«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε».  Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή.  Θα σου γράψω... Που πάει κανείς όταν φεύγει;
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι  ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει  ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος  έχει μια μικρή ελπίδα  να σε δει, τότε,  θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ  - αυτά τα γράμματα  είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του  Β. Μαγιακόφσι  στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια» 
Αλλά όπως λενε «το επεισόδιο επερατώθη. Ποιος ο λόγος να απαριθμούμε  αμοιβαίες πίκρες, πόνους και  προσβολές;»
Έγραψε  και έφυγε, όπως πάντα  τεράστιος και πανταχού παρών. Αγαπημένος και αλησμόνητος. Για τούτο ακριβώς   κι ανίκητος.   αλώβητος και αθάνατος.
Τι καλύτερο από μια σιωπή, μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;
 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Η όχθη μου



H στήλη σήμερα φιλοξενεί ένα κείμενο της Αλίκης Κατσαρού.  Είναι  απ’  αυτά τα κείμενα που νοιώθεις να συναντάς τη σκέψη σου, που σκόρπισες αποσπασματικά, στην προσπάθεια να οριοθετήσεις τον τόπο σου.   Κείμενο, παράδειγμα σε πολλά που έχω γράψει. Επίλογος σ’ αυτά που ήθελα να πω.   Ένα ποτάμι, κόκκινη γραμμή, που την τραβάς για να ορίσεις τον κόσμο σου. Κόκκινη γραμμή   όμως,  για να δείξεις και τον άλλο κόσμο, αυτόν που δεν σε αφορά,  με αλήθεια  βέβαιη και ξεκάθαρη.  «Η όχθη μου», ο τίτλος.
«Το λατρεμένο Παρίσι, ως γνωστό χωρίζεται από το Σηκουάνα σε δυο όχθες, την αριστερή και τη δεξιά. Η ίδια η ζωή, χωρίζεται κι εκείνη σε όχθες, κι εμείς επιλέγουμε σε ποιαν ανήκουμε. 
Το ποτάμι ανάμεσα μπορεί να μην είναι τόσο όμορφο όπως ο Σηκουάνας, στολισμένος από περίφημες γέφυρες, διατρεχόμενος από bateaux mouches και πλαισιωμένος από μνημειώδη κτήρια και σοφιστικέ μπιστρό. Το ποτάμι μπορεί να είναι ταραχώδες, λασπωμένο, μανιασμένο ή ξερό, μα όπως κι αν είναι, η σοφία της ζωής λέει ότι διαλέγεις σε ποιαν όχθη θες να ζεις και στέκεσαι συνεπής στην επιλογή σου. 
Καμιά φορά σου γνέφουν άνθρωποι από την απέναντι όχθη, στέλνουν μηνύματα δικά τους, συχνά θολά, αρνητικά, ενίοτε συκοφαντικά. Εσύ αντιδράς. Φυσικά, θες να περάσεις απέναντι. Η ανθρώπινη φύση σου, σε σπρώχνει να διασχίσεις το ποτάμι, με μια βάρκα, ή έστω κολυμπώντας και να βγεις μπροστά τους, να εξηγήσεις, να πολεμήσεις, να διαλύσεις τη συκοφαντία. Λες και θα καταλάβουν ποτέ τη γλώσσα σου… χαζέ.
Το μοιραίο λάθος σου θα είναι να βουτήξεις ακόμη και το δαχτυλάκι σου στο ποτάμι για να πλησιάσεις στην απέναντι όχθη. Για κοίτα το, μόλις λασπώθηκε. Οι φωνές από απέναντι σε καλούν. Σε νιώθουν αδύναμο γιατί διαπιστώνουν ότι βάλλεσαι. Και συνεχίζουν. Πιο δυνατά. 


Σε κάνουν να βάλεις στο ποτάμι το πόδι ως το γόνατο. Έχεις ήδη γεμίσει λάσπες το ένα σου όμορφο ποδαράκι. Το βάζεις δίπλα στ’ άλλο και καταλαβαίνεις το λάθος. Ξέρεις κατά βάθος πως αν βουτήξεις τελικά στο ποτάμι για να βγεις στη άλλη όχθη, να αντιμετωπίσεις τους ξένους, τους άγνωστους με τη δική σου ζωή και τη δική σου σκέψη, το μόνο σου αποτέλεσμα θα είναι να βγεις λασπωμένος, λερωμένος και τελικά νικημένος.
Γιατί, είναι τόσο απλό, οι απέναντι, απλά δεν ενδιαφέρονται για καμιά αλήθεια. Οι απέναντι ενδιαφέρονται μόνον να σε λασπώσουν. Σήμερα εσένα, αύριο τον άλλο. Αν βγεις στη όχθη τους κι αρχίσεις να εξηγείς, τα δόντια και η γλώσσα σου, θα μαυρίσουν από χώμα, σκουπίδια και ανούσιες, κουβέντες… υπεδάφους. Όπως μιλάς, θα φτύνεις φύκια και πετραδάκια, δε θα καταλαβαίνεις ούτε εσύ τι λες, και τελικά δε θα καθαρίσεις ποτέ εντελώς. 
Την όχθη που διάλεξες να ζεις, το βλέπεις, την προστατεύει πάντα ένα ποτάμι. Σεβάσου το ως σύνορο ζωής. Και μην κάνεις το λάθος να βουτήξεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Ήττες θα μετράς, αν απομακρύνεσαι έστω και ένα εκατοστό από τη δική σου όχθη, τη δική σου επιλογή ζωής. 
Γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Γιατί δεν είναι οι όχθες της ζωής Παρίσι.
Ούτε τα διαχωριστικά Σηκουάνας.
Τώρα, που το σκέφτομαι, ένα καλοκαίρι που δούλεψα στο Παρίσι, την αριστερή όχθη είχα επιλέξει για τη διαμονή μου. Για τους ανθρώπους που γνωρίζουν το Παρίσι αλλά και για εκείνους που αντιλαμβάνονται τη σημειολογική διαφορά της αριστερής (όχι απαραίτητα πολιτικής) στάσης ζωής, είμαι όλη δική τους, στην δική μας όχθη ζωής.
Και το ξέρετε,
Je vous aime.»

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Είναι μέρες που μετράμε νίκες




Δεν είναι στις προθέσεις μου να προσθέσω και άλλο βάρος. Δεν είναι μελαγχολία. Είναι λύπη, είναι θλίψη, είναι πόνος και οργή.
Μέχρι εδώ, άλλωστε η παραμονή στις σκιές της τραγικής  πραγματικότητας, που βιώνουν οι έλληνες,  εκτός από επιδείνωση των βαριών συναισθημάτων, μας οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση, εκεί που αδύνατοι να αντιδράσουμε, περιμένουμε, συνεπικουρούμενοι από την αγία απάθεια, με στωικότητα τη μοίρα μας.
Κυνηγός ο χρόνος, μας παίρνει και μας φέρνει.
Ιούνιος και πάλι στη γέννηση του, ο μήνας μου, έτοιμος να μας γεμίσει φως.
Από το σκοτάδι στο φως του Ιουνίου και του Ιονίου.
Σκέφτομαι ότι τον έχω παραμελήσει αυτόν το μήνα. Έχω γράψει για το Μάη, τον κόκκινο, για το χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μου, για το ζεστό μήνα Αύγουστο, για το ξανθό Απρίλη. Έχω προκαλέσει τον Οκτώβρη, έχω σταματήσει στο Δεκέμβρη τον τελευταίο και έχω ξεκινήσει από το Γενάρη, για τον Ιούνιο ούτε μια αναφορά. Άδικο.
Αυτές οι πρώτες μέρες του Ιουνίου, είναι οι πιο κρίσιμες. Ακόμα και τις σκιές, του πολιτικού μας βίου τις εξαφανίζει, δεν αντέχει το σκοτάδι. Είναι οι μέρες που μετράμε νίκες στον προαιώνιο αγώνα του φωτός και του σκότους.
«Και γλυκύ το φως και αγαθόν τοις οφθαλμοίς του βλέπειν τον ήλιον», γράφει  επικούρειος, ο Εκκλησιαστής. Ο ηλιομανής. Κάθε δεύτερη λέξη του, είναι ήλιος ή φως. Τρέμει, το σκοτάδι: «και εάν έτη πολλά ζήσεται ο άνθρωπος...μνησθήσεται τας ημέρας του σκότους, ότι πολλαί έσονται παν το ερχόμενον ματαιότης».
Γι’ αυτό αγαπάω τον Αλεξάκη που διαχωρίζει το προχριστιανικό φως από το σκοτάδι, που επιμένουμε να το ονομάζουμε ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, αναφέρομαι στο βιβλίο (μ.Χ).
Πεσιμιστής, σκεπτικιστής και επικούρειος, ο Εκκλησιαστής γυρίζει τη Βίβλο ανάποδα: «ουκ εστίν αγαθόν τω ανθρώπω υπό τον ήλιον, ότι ει μη φαγείν και του πιείν και του ευφρανθήναι...».
 

Από εδώ κάτω, που δεν έχει άλλο παρακάτω, του πάτου το αδιέξοδο, να θυμηθούμε «τον δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά. Εδώ που φτάσαμε με την πλάτη κολλημένη στο αδιέξοδο, μόνο μπροστά μπορούμε να σκεφτούμε. Μόνο μπροστά, εκεί, που το φως, είναι ανίκητο.
«…Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου κακού την σκάλα
για το ανέβασμα ξανά που σε καλεί
-ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!-
θα αιστανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα!»
Στο χέρι μας είναι να ξαναθυμηθούμε τα τραγούδια, να ξεκινήσουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Από την αρχή, χωρίς τους κλέφτες και τους ψεύτες στην παρέα. Να ξεκινήσουμε και πάλι την προσπάθεια, έχοντας πάντα κατά νου, ότι δεν είμαστε οι τελευταίοι κάτοικοι αυτής της χώρας. Να ξανατραγουδήσουμε με το μυαλό στους νέους και στο μέλλον.
Αυτές οι μέρες είναι ο θρίαμβος, η δόξα και η δύναμη του Φωτός. Οι μεγαλύτερες μέρες του χρόνου. Με φως, πολύ φως. Παράταση ζωής, Ατελείωτη μέρα κι ατελείωτη νιώθεις τη ζωή.
Ο Σεφέρη γράφει : «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Η αναμονή δεν είναι ζωή



Το παράπονο, δεν είναι για εκείνο ή το άλλο. Είναι μια στιγμή συσσώρευσης, για όλα.  Απροσδιόριστες και  με μπόλικη δόση ασάφειας οι αιτίες, το αποτέλεσμα όμως   εκείνου του χρόνου της σιωπής, δίκαιο!  Στην άμυνα απαλλαγμένος από σκοπιμότητες περιμένεις. Πόσο όμως να περιμένεις; Η αναμονή δεν είναι ζωή. Αυτά που λέγαμε και γράφαμε, τα προηγούμενα χρόνια, φαίνονται μιας άλλης μακρινής εποχής. Τι να γράψουμε σήμερα; Αυτό που βιώνουν οι έλληνες  μόνο σε κατάλευκες κόλλες, χωρίς τη βοήθεια βιβλιογραφίας και με νεαρές λέξεις, αθώες και απείραχτες από τη φθορά της χρήσης, θα πρέπει να ερμηνευθεί.


Προσπαθώντας να υπερασπίσω την ύπαρξη μου γράφω, με την αιώνια ψευδαίσθηση, ότι κλείνω πληγές. Ακόμα και έτσι να είναι, λίγο πριν τον επίλογο ανοίγει η άλλη. Πολυτραυματίας ετούτη η χώρα, και το αποτέλεσμα, πάντα μια τρύπα στο νερό. Ζούμε μια επανάληψη, απ’ αυτές που μας οδηγούν στις γνωστές θυσίες, χωρίς αντίκρισμα. Και η Θεά Άρτεμις είναι μακριά, για να μας αντικαταστήσει με το ιερό ελάφι.
Να την κάνουμε την θυσία, δεν λέω, άλλωστε δεν είναι και προαιρετικό. Η άπνοια πάντως θα παραμείνει και ο ζητούμενος ούριος άνεμος για τις καλλίτερες μέρες των υποσχέσεων, θα κρατήσει δεμένα τα πλοία στα λιμάνια. Όσες θυσίες και να κάνουμε δεν πρόκειται να πάμε ούτε μίλι μπροστά. Αυτή η χώρα από τότε που έν χορω τραγουδούσαμε ήτανε ένα μικρό καράβι που ήταν α α αταξίδευτο… Εκεί έμεινε μικρό και αταξίδευτο.
Οι διαμαρτυρίες των αναγνωστών για τα απαισιόδοξα της στήλης πληθαίνουν. Για ακόμη μια φορά να δηλώσω: κατά βάθος είμαι αισιόδοξος. Η απαισιοδοξία καταγράφει την καθημερινότητα, την πεζή πραγματικότητα, υπολείπεται του Ονείρου, που παραμένει ζωντανό. Και στα όνειρα οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που ζουν μαζί με άλλους, που συνεργάζονται, που αλληλοϋποστηρίζονται. Στην πραγματικότητα, έχει εξαπλωθεί οργανωμένη επιχείρηση, ώστε η ζωή να είναι χωρίς τους άλλους, ή καλλίτερα με τους άλλους απέναντι, με τους άλλους εχθρούς, με τους άλλους που πρέπει να εξοντώσουμε για να επιβιώσουμε.
Η αναμονή δεν είναι ζωή, γι’ αυτό ας  βιαστούμε να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα.



Τρίτη 20 Μαΐου 2014

«Σιγά μη φοβηθώ…»



Όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να διαχειριστώ το θυμό μου, αυτή την  προεκλογική περίοδο. Δεν άντεξα να βλέπω αυτές τις φιγούρες, που ευθύνονται για την καταστροφή, να μου κουνούν το δάκτυλο. Η εκλογική διαδικασία αποτελεί μία από τις πιο σκληρές ασκήσεις ανθρώπινων αντοχών και δυνατοτήτων, κατά την διάρκεια της οποίας, έχουμε την ευκαιρία να τσεκάρουμε την πνευματική επάρκεια, την σωματική, αντοχή, τη ψυχική τόλμη. Το μίσος και την μεγαλοσύνη, το ήθος αλλά και την κακοήθεια, το συμβιβασμό και τη δειλία.
Για την ιστορία έγραφα παλαιοτέρα, όχι με πρόθεση να κινδυνολογήσω, αλλά για να θυμίσω σε κάποιους, που τους έχει επισκεφτεί η αμνησία αυτές τις μέρες, ότι το νέο δεν μπορεί να κτισθεί με σάπια υλικά, σύντομα θα καταρρεύσει.
Η νέα εποχή χρειάζεται την ενεργή συμμετοχή του Λαού, χρειάζεται συνεργασία και αλληλεγγύη. Δεν μπορεί να χαραχτεί νέα πορεία, με το Λαό να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τις εξελίξεις. Τίποτα δεν μας χαρίστηκε. Και για ένα ποτήρι νερό, που λέει ο λόγος, πρέπει να σκάψουμε να βρούμε πηγάδι. Τα θλιβερά φαινόμενα που παρατηρούσαμε τα προηγούμενα χρόνια στην πολιτική σκηνή, από τους ολίγους που έδειχναν ενδιαφέρον, θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν υπήρχε ισχυρή λαϊκή παρουσία.
Η προηγούμενη παράσταση είχε δοθεί σε κενά καθίσματα και ο θίασος αυθαιρετούσε. Μια κοινωνία χωρίς όραμα, χωρίς συμμετοχή, χωρίς δράση, δεν μπορεί να πάει μπροστά.
Και πάλι για την ιστορία να πω ότι το τελευταίο μπαράζ εκβιασμών και κινδυνολογίας από τους ευρωπαίους «εταίρους μας», δείχνει τη λειτουργία του συστήματος των αγορών και την αξία που δίνει στην ανθρώπινη υπόσταση. Ο καπιταλισμός ποτέ δεν είχε καλές προθέσεις, ακόμα και όταν έπαιρνε εκείνο το μελιστάλαχτο ύφος και μας καλούσε σε συστράτευση και συμμετοχή, ακόμα και όταν μας μοίραζε κάποιο μέρισμα απ’ τα υπερκέρδη βαφτίζοντας μας μετόχους στην επιχείρηση. Στο μυαλό του είχε πάντα και σταθερά περισσότερα κέρδη.
Στις  εκλογές  της 25ης Μαΐου δεν πρέπει να υπάρχουν διλήμματα, η ελπίδα πρέπει να νικήσει το φόβο.
«Σιγά μη φοβηθώ…», εκατό φορές το ψιθυρίζω την ημέρα, ως άσκηση ψυχραιμίας, μπροστά στη σφοδρή επίθεση εκφοβισμού, που δέχεται η κοινωνία και ο καθένας ξεχωριστά. «Σιγά μη φοβηθώ…», για να ξορκίσω τους φόβους μου, και τους φόβους των διπλανών μου. Για να οδηγήσω τα αισθήματα μου, στο δρόμο εκείνον, που με βεβαιώνει, ότι η ελπίδα είναι πιο ισχυρή από το φόβο. Για να στρέψω το βλέμμα μου στο μέλλον, μεταφέροντας σε πραγματικό χρόνο, το μήνυμα του Στρίνμπεργκ: «Η κόλαση δεν είναι διόλου αυτό που μας περιμένει – αλλά αυτή η ζωή εδώ».
 

Σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, πριν το σύστημα χάσει τον έλεγχο, κάναμε λόγο για απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών, για τακτικές που δεν συνάδουν με τη δημοκρατική λειτουργία, για μέσα που αγιάζονται από το σκοπό, μέχρι που μας έγιναν συνήθεια. Εκπαιδευτήκαμε στο αίμα και στο ψέμα. Τα λέγαμε, τα γράφαμε, σαν παρατήρηση, σαν υποσημείωση, χωρίς όμως ποτέ να υπολογίσουμε το χρόνο, όταν επιχειρηματολογούσαμε για την καταστροφή. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτός ο χρόνος φάνταζε μακρινός και μέχρι τότε ευελπιστούσαμε. Δεν ήταν…
Σήμερα, «μετράμε νεκρούς και τραυματίες, καμένες πόλεις και χωριά», ένας φόβος πλανιέται πάνω απ’ όλα. Νομίζουμε ότι κινδυνεύουμε να τα χάσουμε όλα. Εκπαιδευμένοι να εξυπηρετούμε τις ανάγκες του συστήματος, αδυνατούμε να αντιληφθούμε την καινούργια πραγματικότητα και επιχειρούμε να την ερμηνεύσουμε, με λογικές που έχουν θαφτεί στα συντρίμμια μιας εποχής, που έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να γυρίσει πίσω.
«Σιγά μη φοβηθώ….», να επικαθίσει στα χείλη μας η φράση, με τη συχνότητα της επίκλησης του κάθε πιστού, για Θεούς και αγίους, να αντικαταστήσει την απόγνωση, την αοριστία της άνωθεν βοήθειας, και να γίνει από μόνο της σταθερά, για τις καλύτερες μέρες που θέλουμε να έρθουνε. Και θα έρθουνε. Να συντελέσει η καταστροφή, σαν επανεκκίνηση, σαν λύτρωση.
Σε αυτούς που επενδύουνε στο φόβο περιγράφοντας το μέλλον ζοφερό, αν δεν το διαχειριστούν οι ίδιοι, μία είναι η απάντηση: Σιγά μη φοβηθώ! Η ελπίδα είναι πιο ισχυρή από το φόβο.
Η 25η  Μαΐου  είναι μεγάλη μέρα, φωτεινή. Και μια και μιλάμε για το μέλλον, οι εκλογές  συμπίπτουν με το θρίαμβο, τη δόξα, και τη δύναμη του Φωτός. Με φως, πολύ φως…

Η επιθυμία έχει τα νεύρα της

Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με την ελευθερία. Όταν την αποκτάς, δεν ξέρεις πάντα τι να την κάνεις. Εξακολουθείς να θέλεις εκείνα από τα οποία...