Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά


Εδώ σ’ αυτό το μικρό χώρο της στήλης κατοικώ. Εδώ ζω χωρίς τις προσωπίδες, που αναγκάζομαι κάθε μέρα να φοράω. Εδώ αναπνέω τον καθαρό αέρα, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αντέξω τη μπόχα εκεί στον έξω κόσμο. Κάθε φορά, που με επισκέπτονται καινούργιοι φίλοι, νοιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί τους, κάποιες από τις στάσεις αυτής της υπέροχης διαδρομής. Ένα παλαιότερο κείμενο, διαπιστευτήριο αυτής της στήλης, που γράφτηκε εδώ και πολλά χρόνια, για σήμερα.
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.
Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.
Αλήθεια, τι θα πει αμαρτία; Ερώτηση, με κάθε δικαίωμα πονηριάς, που μου έδινε η παρορμητική ηλικία.
Μαζί της έφτιαχνα παραμύθια. Στο τέλος της διήγησης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα. Σημασία έχει η πρόθεση...
«Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά».
Έτσι πέρναγε η νύχτα. Διώχναμε τα κακά πνεύματα ξορκίζαμε το καλό και το κακό.
Στη συνέχεια του απολογισμού της... «Ξημερώναμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές».
«Ξημερώναμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στη συκιά αλλά στην καταξίωση». Σημασία έχει η πρόθεση.
Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί.
Βυθίστηκα ξανά, σε μια κατάσταση γνώριμη. Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά.




Τρίτη 10 Απριλίου 2018

«Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του»


Είναι στιγμές που χάνουμε τον κόσμο. Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό, έρχεται το σημερινό και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες, πριν από λίγο. Κάνεις μια προσπάθεια, πάνω από την υδρόγειο, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς.
Άνοιξη… να σου υπενθυμίζει μέσα σ’ αυτό τον πανικό, ότι η ζωή είναι στο επόμενο βήμα, να σου φανερώνεται σε τρεις ζωγραφιές, που σε νανουρίζουν, με αρώματα και μουσικές και να σου επαναφέρει στη μνήμη όλα όσο έζησες. Τόσο πολλά, τόσα δυνατά, που τρομάζουνε το χρόνο. Άνοιξη και μια στάση, μια ανάσα, για να αντέξεις.
Για το πως πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πως περάσαμε, ο λόγος. «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», έγραφε σε παλαιότερο άρθρο του ο Νίκος Ξυδάκης. Και κανείς δεν μπορεί να εορτάσει μόνος του, ούτε και να χαρεί, ούτε και να πεθάνει.
Για το πώς πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πώς περάσαμε και το πως θα πορευτούμε από δω και πέρα ο λόγος.
Ευτυχώς που η κεκτημένη ταχύτητα της συνήθειας, ακόμα και αυτή την εποχή της σκληρής λιτότητας, μας επιτρέπει να κινούμαστε με μια ρόδα και με σπασμένα φρένα . Την μονοήμερη την κάνουμε δεκαπενθήμερη και οι γερμανοί ακόμα ψάχνουν. Λίγο πριν, λίγο μετά, κάνουμε τη ζωή μας μια γιορτή. Οι μέρες του χρόνου δεν αρκούν, γι’ αυτό κλέβουμε και από τον επόμενο. Για το μετά του Πάσχα, μέχρι την Κυριακή του «Θωμά» του άπιστου, η προσθήκη του χρόνου, κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.
Με αυτά και με αυτά πορευτήκαμε με τις παρέες να έχουν τον πρώτο λόγο. Με τις παρέες που ονειρευόμαστε να τις μεγαλώσουμε, έτσι που να γίνουμε όλοι μια παρέα. Και σήμερα που δεν έχω τι να γράψω «Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά, έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια άνοιξες και πέταξαν πουλιά. Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο…» Και ακόμα σήμερα που κρύφτηκαν οι λέξεις. Kι’ ακόμα σήμερα που φαίνονται όλα χαμένα… ακόμα εκείνο το όνειρο μας ταξιδεύει. « Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο».



Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

Που πας χωρίς “στολή” ...

Αεκτζής και μάλιστα ανοργάνωτος σε μια πόλη “δήθεν”, δεν υπάρχεις. Ούτε σε κόμμα, ούτε σε “στοές”, ούτε σε φιλαρμονικές, ούτε σε χορωδίες. Και τι ζητάς; Ούτε στο κατηχητικό, ούτε στους προσκόπους , ούτε με τους ορθόδοξους ούτε με τους καθολικούς . Δεν σου έχουν πει, αν δεν φοράς στολή, η έστω κάποια διακριτικά που να σε εντάσσουν σε μια ομάδα , υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας για σένα; Υπερβολές; Υπερβολές για να τονίσουμε τα παρακάτω. Αν δεν είσαι με την εξουσία και παράλληλα απέχεις από κοινωνικές συμπεριφορές, που σε ταυτίζουν με την πλειοψηφία της κοινωνίας,  προφανώς βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση.  Κάπου εκεί αιωρούμαι κάνοντας άσκοπες βόλτες,  σε ένα ενδιάμεσο περιβάλλον, που δεν σου δίνει δυνατότητες για βαθιές ανάσες. Για την εξουσία τα έχουμε πει ανέκαθεν μου προκαλούσε αποστροφή, ακόμα και όταν δεν ήμουνα απέναντι της , με κούραζε  ανυπόφορα.  Με την κοινωνία όμως, που θέλοντας και μη, αποτελώ αναπόσπαστο μέλος της, σχεδόν πάντα  απείχα από την επικρατούσα λογική, συμμαχούσα με εκείνες τις απομονωμένες  μειοψηφίες, που τραβούσαν μοναχικές πορείες  και μπροστά στα αδιέξοδα περίμεναν το θαύμα…  Και να θέλω δε μπορώ. Δε μπορώ να κλείσω σε κουτιά τη ζωή μου, να βάλω ταμπελίτσες, να την τακτοποιήσω όπως αρμόζει… Δε μπορώ να κλειδώσω τα αισθήματα να μην τα δει ο ήλιος. Σχεδόν πάντα μου ξεφεύγουν, συναντιούνται στους δρόμους με «Γολγοθάδες», Σταυρούς του μαρτυρίου, Επιτάφιους και Αναστάσεις και επιστρέφουν πιο έντονα, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Μπερδεύονται τα προσωπικά με τα κοινωνικά, η χαρά με την θλίψη και με γεμίζουν ερωτηματικά:

«Πού να γείρω απόψε; Στην προδοσία της Τετάρτης ή στον σταυρό της Πέμπτης; Πού να κατευθύνω τα δάκρυά μου; Στη μοίρα του προδότη ή στο θάνατο του προφήτη; Πού να επικεντρώσω τη θλίψη μου;» Αυτά παθαίνουμε Κυρία μου εμείς του 60 οι εκδρομείς. «Ιησού ή Βαραββά; Τον Ιούδα ή τον Πέτρο; Ο ένας πήρε χρήμα και αυτοκτόνησε ο άλλος μετανόησε και αγίασε. Θα την βγάλουμε κι αυτή την ανηφόρα. Και λοιπόν; Τι έχει για μετά; Δεν είναι κάθε βουνό Γολγοθάς, ούτε κάθε ξύλο σταυρός. Είναι όμως κάτι λεπτομέρειες τόοοοσο μικρές, τόσο ανεπαίσθητες που σου λογχίζουν το σώμα ακαριαία. Αυτή η τόσο σιγανή φωνή ας πούμε στο τηλέφωνο, ήταν έγνοια ή προδοσία; Ο Ιούδας είναι ρόλος γι αυτό και πήρε τόσα πολλά ονόματα προϊόντος του χρόνου. Η προδοσία όμως είναι έργο, είναι πράξη. Δεν αλλάζει όνομα υφή και πικρή γεύση.  Και είναι στην καθημερινότητα μας η πιο συχνή συνήθως επικάλυψη των πάσης φύσεως σχέσεων» .
Μόνο ένα θαύμα μας σώζει αλλά τα θαύματα αποτελούν ανεκπλήρωτους πόθους, που ανακαλύφθηκαν για να μπορούμε ν’ αντέχουμε την σκληρή πραγματικότητα.
 «Ο Ιησούς πάντα περίμενε κάτι να συμβεί, δηλαδή το θείο θαύμα της μεταμόρφωσης του κόσμου…»
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, στην προσπάθεια του ο Ιησούς να αλλάξει τον κόσμο, έπεσε σε τοίχο. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και ζήτησε τη βοήθεια του Θεού. Οι κοινωνικές αλλαγές ακολούθησαν την νομοτελειακή πορεία του χρόνου. Η βοήθεια δεν ήρθε ποτέ.



Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές ...


Πάλι Απρίλης ήταν. Είχα βάλει, το “ χαμόγελο της τζοκόντα” στον υπολογιστή, με μαγικό τρόπο μετά από κάποια ώρα ο υπολογιστής άρχισε να παίζει ρεμπέτικα ενορχηστρωμένα από το Μάνο Χατζιδάκι “ Οι Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” ο τίτλος του έργου.

Με γύρισε πίσω σε μονοψήφιες ηλικίες σε κάποιον Απρίλη, σε πασχαλιές σε επιτάφιους , σε αναστάσεις σε όλες τις παιδικές Κυριακές.
...Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,
σμίγοντας
θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές…
(Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ. Μετάφραση Γιώργου Σεφέρη,«Ο τίτλος του έργου μου – γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τις “Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ και ως τα είκοσί μου, που τελείωσε ο πόλεμος, ανακάλυπτα τη Μεσόγειο, τον Ήλιο, τον Χριστό, την Ελλάδα και τα Ρεμπέτικα. Κάτι περίεργες και πρωτοφανέρωτες για μένα μελωδίες μού κινήσαν την προσοχή και με φέρανε σε περιοχές πιο αυστηρές και πιο αληθινές…».
«Μπήκα μέσα σε μικρά μαγαζιά, απίθανα κρυμμένα κι απλησίαστα, σε χώρους μυσταγωγικούς, με κείνη την τολμηρή αστοχασιά της νεότητας, μαγεμένος από τα γυάλινα κεντήματα των μπουζουκιών, από τον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του μπαγλαμά, θαμπωμένος από το μεγαλείο και τη βαθύτητα των μελωδικών φράσεων, ξένος, μικρός κι αδύναμος, και πίστεψα με μιας πως το τραγούδι αυτό που άκουγα ήταν δικιά μου, μια ολότελα δικιά μου υπόθεση. Τον ίδιο καιρό, ο Τσαρούχης μού συνειδητοποιούσε τον λυρισμό της γειτονιάς μου, ο Ελύτης τη λατρεία του Ελληνικού Ήλιου και ο Σεφέρης με τον Γκάτσο τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης, ενώ το υγιές ένστικτό μου με οδηγούσε μακριά από τη ρηχότητα των “πολιτισμένων” ελαφρών μας τραγουδιών ή από τη Βαλκανική Ρωμιοσύνη της “σοβαρής” μας μουσικής…».

Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποταμό. Σ’ αυτόν τον τόπο, μπορεί να έλειψε το ψωμί και η ελευθέρια, το τραγούδι όμως πάντα μας ζέσταινε. Μας μεγάλωσαν τα τραγούδια, κάποια απ’ αυτά μας σημάδεψαν, γιατί δεν ήταν μόνα τους, ήταν κομμάτι της ζωής μας. Έντυσαν γεγονότα, έβαλαν ήχο στις σιωπές, έγιναν ύμνοι προσωπικοί με αξία εθνική για τον καθένα. Τα τραγούδια, μας ψυχανάλυσαν, σκάλισαν μέσα μας κάτι αδιευκρίνιστο και χάραξαν καινούργιους δρόμους για τη ζωή.
Όταν γράφτηκε ήταν ένας ρυθμός, κάτι στο μυαλό του συνθέτη, κάτι στο μυαλό του στιχουργού. Ύστερα, έγινε άρωμα, έγινε εικόνα, έγινε δρόμος έγινε φιλί, έγινε βλέμμα, έγινε συνάντηση και χωρισμός, έγινε πόνος και χαρά. Έγινε κομμάτι ζωής ξεχωριστό για τον καθένα. Έγινε επιτυχία.
Είναι δικά μας τα τραγούδια όταν φύγουν από τα χέρια των δημιουργών, γίνονται τραγούδια της παρέας, της μοναξιά μας, της θλίψης μας. Το ίδιο τραγούδι αποκτά ξεχωριστή σχέση με το καθένα μας, γίνεται σημάδι στο χωροχρόνο μας. Γινόμαστε ήρωες της μουσικής και των στίχων. Είμαι εγώ ο "αλήτης" της Μοσχολιού και ο «ξενύχτης» του Μητροπάνου. Και αυτός «αλήτης» δεν έχει καμία σχέση με τον «αλήτη» του δημιουργού. Ο κάθε «αλήτης», ο κάθε «ξενύχτης» και όλοι μαζί που ταυτίζονται, κάνουν τελικά το τραγούδι επιτυχία.
Και είναι μαγικό να μπορείς να γλεντάς τη μελαγχολία των θλιμμένων τραγουδιών. Να χορεύεις ζεϊμπέκικο με τον «επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη.
Είναι δικά μας τα τραγούδια που αγαπάμε.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Της άνοιξης που είναι και δεν είναι


Αυτές τις μέρες συνήθως συμβαίνει. Tης άνοιξης που είναι και δεν είναι. Πρώτη φορά γράφτηκε στο περιοδικό ΕΧΙΤ του Παναγιώτη Περιστέρη, τέτοιες μέρες πριν 7 χρόνια έφυγε από κοντά μας. Επανέρχεται πάντα σε χρόνο αναμονής. Αυτές τις μέρες της άνοιξης της αναποφάσιστης, με κυνηγάει μια σιωπή. Όχι για να με προφυλάξει. Να κρατήσει προσπαθεί μια στάση ζωής, που δε θέλει να γίνεται ρετάλι. Αρνείται την πλειοδοσία και τα ισοδύναμα, όταν πρόκειται για θέματα ψυχής. Αλήθεια πιστεύει κάποιος ότι μπορεί να γίνει διαχειριστής του εσωτερικού κόσμου του άλλου; Όχι. Μόνο λέξεις χωρίς ήχο στις παρούσες καταστάσεις, που ο καθένας ψιθυρίζει μέσα του, δίνουν μια ασφαλή εικόνα.
Μια μέρα μόνος, μακριά από το μικρόκοσμο του παρόντος και τη φρίκη του μέλλοντος. Μακριά από τα «θέλω» των άλλων, με τα δικά μου «θέλω», που χάνονται μέσα στην φασαρία. Με τα δικά μου «θέλω», που δεν θέλουν τίποτα από τους άλλους. Με αυτά τα αδικημένα «θέλω», που κάποια στιγμή επαναστατούν και ζητούν τα δίκια τους… από μένα.
Μια μέρα μόνος, μακριά από τη φασαρία του ασήμαντου και τη μιζέρια της αγοράς. Ναι αυτό το τελευταίο πρέπει να το επαναλαμβάνουμε από δω και πέρα και μάλιστα στο πληθυντικό (αγορές), μέχρι η λέξη να πέσει σε ανυποληψία.
Μια μέρα μόνος, σε εκπαιδευτικό σεμινάριο διαχείρισης της μοναξιάς. Εδώ στον πεθαμένο όρμο, όλα είναι πραγματικά...
Η θάλασσα φτάνει ως πέρα. Το καρνάγιο βουβό και νεκρό. Το κύμα αφρίζει άνοιξη αναποφάσιστη. Τα σπίτια κυκλώνουν τον όρμο. Στο χρώμα της ώχρας. Παλιά. Τριακόσια χρόνια εκεί. Παράθυρα ανοιχτά τείχη ερείπια. Στενά που εμπορεύονται μνήμες. Τα χνάρια εδώ. Τα σημάδια στους τοίχους.Τι άραγε γίνανε οι άνθρωποι;
Είναι όμορφο να αφουγκράζεσαι σιωπές. Είναι ωραίο να ζεις εδώ αδέσποτος και ευάλωτος. Η λήθη και η μοναξιά έχει το χρώμα του νερού.
Μια ζωή άμετρος, πρέπει επιτέλους να παραδεχτώ, ότι ο κύκλος μιας εποχής πήρε τέλος. Ο χρόνος, η έκταση, ο χώρος και η αίσθηση, χωρίς τελεία και παύλα, χωρίς στόχο. Μόνη τροχοπέδη ένα ηλίθιο συναίσθημα και το καθήκον. Αμάν πια αυτό το καθήκον...
Μέσα μου ένας ερημίτης ζητάει δικαιώματα και εγώ συνεχώς αναβάλλω. Η ιερότητα της μοναξιάς όπου δεν έχει πλαίσιο χλευάζει ξένα, ό,τι προκύπτει σαν παραλλαγή. Και ο πεθαμένος όρμος ήταν μια παραλλαγή. Δεν μπορούσε να είμαι ποτέ μόνος σ’ αυτό το πραγματικό και ζωντανό τόπο με μνήμες αιώνων. Ποτέ δεν θα μπορούσα να νοιώσω τη μοναξιά με φιλικά φαντάσματα που με συντρόφευαν και μου έλεγαν αλήθειες.


Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Τα ίδια και χειρότερα


Μια συρραφή αποσπασμάτων παλαιότερων κειμένων, για να θυμηθούμε ότι τα συσσωρευόμενα προβλήματα που πνιγούν σήμερα τον τόπο δεν είναι σημερινά.
«Όλα τα μέτωπα ανοιχτά, σ’ αυτήν τη μικρή μας πόλη και εμείς στην δυσάρεστη θέση της επανάληψης. Και πώς να γίνει διαφορετικά; Στα καθημερινά προβλήματα που κάνουν κύκλους περνώντας επιδειχτικά από μπροστά μας, για να μας επιβεβαιώσουν ότι οι επιπόλαιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση τους, έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα, μια τρυπά στο νερό.
Ναυαγοί σ’ αυτή την πόλη σε μια απέλπιδα προσπάθεια, με χέρια και πόδια να βουλώνουμε τρύπες, μπας και γλιτώσουμε το καράβι.
Υπάρχουν μέρες που δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω, η απογοήτευση μεγαλώνει όταν η αλληλουχία των προβλημάτων δεν σου επιτρέπει να επικεντρωθείς σε κάποιο μέτωπο. Ευάλωτοι από παντού με τα νώτα ακάλυπτα συμμετέχουμε σε μια κατάσταση πανικού».

«Έχετε περπατήσει στις γειτονιές της πόλης να δείτε το μέγεθος της αναρχίας που επικρατεί; Το επισημαίνω γιατί μπορεί να προηγείται το κέντρο της πόλης, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι γειτονιές έχουν το δικαίωμα της αυτονόμησης. Αν κάνει κάποιος μια βόλτα στο ιστορικό προάστιο του Μαντουκιού θα διαπιστώσει, ότι για πολλές δεκαετίες, οι νόμοι δεν έχουν αγγίξει την περιοχή. Χιλιάδες πολεοδομικές παραβάσεις. Αυτοκίνητα παρκαρισμένα στην μέση στενοσόκακων, που εμποδίζουν ακόμα και πεζούς. Οικειοποιημένες αυλές σε κοινοχρήστους χώρους. Ένα καθεστώς πλήρους αυτοδιαχείρισης, που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί, σε κάποιες όμως, όταν χρειαστεί κάποιος να πάρει το νόμο στα χέρια του, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Σε αυτά τα μέρη δεν υπάρχει αστυνομία, τροχαία, η Δημοτική Αστυνομία. Μόνο κατόπιν καταγγελιών αλλά αυτές δεν λύνουν το πρόβλημα. Το παραπάνω σαν ένα κοντινό παράδειγμα, γιατί αν προχωρήσουμε στην ύπαιθρο, εκεί ισχύσει άλλο δίκαιο…»
«Στα δικά μας. Με την σεμνότητα που επιβάλλεται στην κηδεία. Τι έφταιξε; Δικό μας είναι το φταίξιμο, του καθένα ξεχωριστά και όλων μαζί. Αυτό ίσως αποτελέσει μια καλή αρχή στην προσπάθεια, να απαλλαγούμε επιτέλους από τη ψυχική μιζέρια, που αθωώνει το κάθε «εγώ» και το αναγορεύει σε εισαγγελέα διαρκούς στρατοδικείου. Γιατί τι άλλο από δίκες παρωδίες παρακολουθούμε όλα αυτά τα χρόνια; Τι άλλο από διαρκή στρατοδικεία, στα κόμματα, στις παρέες, με συνοπτικές διαδικασίες, καταδίκες, των μεν για τους δε και ανάποδα;
Ποιες αμαρτίες πληρώνουμε, και τόπος μας εκδικείται; Έχουν μαζευτεί πολλά όπως τα σκουπίδια που μας πνίγουν και τότε δεν μπορείς να ξεφορτωθείς από πάνω σου άλλη μια σακούλα ευθύνες, γιατί αυτό που θα πετύχεις είναι να μεγαλώσεις ακόμα περισσότερο το ψηλό βουνό των προβλημάτων, που απειλεί να μας πλακώσει.
Να πάρουμε τις ευθύνες μας, ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί. Μήπως και αναστήσουμε, αυτόν τον τόπο που μας γέννησε και μας ανέχεται ακόμα».
Τα παραπάνω αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν πριν 9 χρόνια. Τα παραπάνω αποσπάσματα δημοσιεύονται σήμερα . Τα ίδια και χειρότερα.




Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....