Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

 «Καλυβιώτη» Λευκίμμης, όπως λέμε Ντουμπάι


Μετά τον “Ερημίτη”, θυσία για την ανάπτυξη και άλλη περιοχή στην Κέρκυρα . Στον Καλυβιώτη Λευκίμμης το πράσινο φως άναψε η Επιτροπή Τουρισμού Λιμένων, του υπουργείου τουρισμού, για κατασκευή ενός πλωτού νησιού με πολυτελείς βίλες αλλά Ντουμπάι. Σκοτώνουμε την ζωή μας για την ανάπτυξη, καταστρέφουμε τους φυσικούς πόρους, για την ανάπτυξη. Μια ανάπτυξη που στο τέλος θα μείνει μόνη της, χωρίς ανθρώπους χωρίς ζωή. Μια ανάπτυξη με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, για όσους προφτάσουν σήμερα, Μια ανάπτυξη που δεν υπολογίζει τις γενιές που έρχονται. Μια ανάπτυξη που στερείται κάθε ίχνος αλληλεγγύης για το μέλλον.


Στην αρχαιότητα βάζανε ένα νόμισμα στο στόμα των νεκρών για να ’χουν να πληρώσουν στο πέρασμα της Αχερουσίας. Σήμερα συμβαίνει το ανάποδο κυκλοφορούμε σαν κουμπαράδες, μας βάζουν νομίσματα στα χείλη για να σκάσουμε. Λίγοι έχουν ακόμα τη δύναμη να φτύσουν.
Διάβασα εδώ και κάποια χρόνια μια συνομιλία του γάλου οικονομολόγου Σερζ Λατούς, με τον Ιταλό κοινωνιολόγο Λουτσιάνο Γκαλίνο.
Η οικονομική ανάπτυξη υποστηρίζει ο Λατούς δεν μπορεί να είναι απεριόριστη. Αν όλοι οι άνθρωποι ζούσαν και κατανάλωναν όπως οι Αμερικάνοι θα χρειάζονταν έξι πλανήτες σαν τη Γη.
Η κοινωνία μας εδώ και τουλάχιστον πενήντα χρόνια έχει ολικά καταβροχθισθεί από μιαν οικονομία της ανάπτυξης. Από μια οικονομία που έχει για μοναδικό της σκοπό την ανάπτυξη για την ανάπτυξη. Η λέξη ανάπτυξη είναι μια ακατάλληλη λέξη, οι οικονομολόγοι τη δανείστηκαν από την βιολογία και χρησιμοποίησαν τη μεταφορά του φυσικού οργανισμού για να εξηγήσουν την οικονομική δομή. Λησμόνησαν ωστόσο να χρησιμοποιήσουν την αναλογία ως το βάθος. Στην φύση οι οργανισμοί μεγαλώνουν, αναπτύσσονται, παρακμάζουν και τελικά πεθαίνουν, οι οικονομολόγοι όμως επινόησαν την αθανασία για τον οικονομικό οργανισμό
Καταγράφω αυτόν τον προβληματισμό κόντρα σ’ αυτήν την άκρατη συνθηματολογία, ο Λατούς ρίχνει την ιδέα της μείωσης της ανάπτυξης. Στο βάθος αυτής της ιδέας, ξαναβρίσκουμε ένα πολύ παλαιότερο πρόγραμμα, το πρόγραμμα της αυτόνομης κοινωνίας, που ορίζει η ίδια τους νόμους της και που δεν είναι ετεροδιευθυνόμενη από τους νόμους της αγοράς.

Γιατί είναι η «μάνα», η «πηγή» και τα «θεμέλια» μας

«Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική.

Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.»
«Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών.» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης.
Και ο Σεφέρης: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα.»
Παγκόσμια ημέρα της Ελληνικής γλώσσας σήμερα.


«Αν ο Θεός είναι η αλήθεια, τότε η γλώσσα είναι ο Θεός»
Και αν η γλώσσα μας δεν είναι τα γαλλικά, τα γερμανικά ή τα πανταχού παρόντα κι επιβληθέντα αγγλικά, εμείς δεν γίνεται παρά να υπεραμυνθούμε, του δικαιώματός μας να γεννιόμαστε, να ερωτευόμαστε, να ελπίζουμε, να διεκδικούμε και να πεθαίνουμε μονάχα στη γλώσσα μας.
Γιατί και τα τραγούδια δεν γίνεται παρά να είναι στη γλώσσα μας.
Γιατί ακόμα και η σιωπή σε άλλη γλώσσα γίνεται, εν τέλει, άλλη σιωπή.
Η ελληνική γλώσσα, που μας φέρνει μέχρις εδώ από τον κόσμο του μύθου στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των δικτύων, αποτελεί μια σταθερά που πάνω της στηρίζεται η ύπαρξη μας. Γιατί είναι η «μάνα», η «πηγή» και τα «θεμέλια» μας.

Νοσταλγίες; Όχι ακριβώς



Είναι απ’ τα κείμενα που όταν ξαναβρεθούν μπροστά σου, σου δημιουργούν ένα κράμα αγωνίας και επιθυμίας να τα ξαναμοιραστείς. Είναι σαν μια αγαπημένη γωνιά του σπιτιού σου, που επιθυμείς διακαώς να την δείξεις σ’ αυτούς που σε επισκέπτονται για πρώτη φορά.
Αυτή η εποχή ένα μήνα πριν τον ερχομό της άνοιξης, με βοηθά, ν' αποδράσω από την επικαιρότητα. Εκεί που υμνώ την τεχνολογία συγχρόνως την βλαστημάω. Οι φιλίες έχουν γίνει γραπτά μηνύματα και περνούν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, που μας δίνουν την δυνατότητα να έχουμε επαφή με φίλους, σπανίως όμως τους βλέπουμε, και όταν τους δούμε, δεν έχουμε και πολλά να πούμε. Κερδίζουμε καθημερινά σε ευκολίες και χάνουμε σε συναίσθημα. Αυτή η προσθαφαίρεση, δεν ξέρω τελικά τι άθροισμα θα βγάλει. Για την ώρα και εννοώ εκείνες τις μονοψήφιες ώρες, που σε πετάνε ανελέητα στον εαυτό σου και σου ζητάνε διευθύνσεις και ονόματα, έχω μείον.


Νοσταλγίες; Όχι ακριβώς. Δυστυχώς βρίσκομαι στην ανάγνωση της τρίτης επιστολής. Μιλάω για αυτές τις μονολεκτικές που έχουμε στείλει στον εαυτό μας, η πρώτη προστακτική: Μεγάλωσε! Η δεύτερη ερωτηματική: Μεγάλωσες; Η τρίτη επικριτική: Μεγάλωσες! Δεν χωράει καμία αμφιβολία. Το μείον το σημερινό είναι αποτέλεσμα των χρόνων. Αν δεν τα είχα ζήσει γιατί να διαμαρτύρομαι; Μπορώ να χάσω κάτι που δεν έχω; Και εμείς είμαστε φορτωμένοι με στιγμές ωραίες - για τις άσχημες δεν γίνεται λόγος - που το σημερινό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει ν’ ανθίσουν.
Δυστυχώς είμαστε παραλήπτες της τρίτης επιστολής. Όταν είχαμε λάβει την πρώτη όπως τα σημερινά παιδιά, η αφαίρεση δεν είχε σκάσει μύτη, μόνο η πρόσθεση, λαίμαργη και αχόρταγη μας καθόριζε την πορεία. Η δεύτερη πέρασε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν ποτέ εκείνα τα χρόνια, μέχρι να έρθει η τρίτη και η τελευταία για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία.
Ευτυχώς που υπάρχουν και οι παλιές φωτογραφίες για να θυμόμαστε λίγο τα πρόσωπα και να μετράμε τα χαμένα.

Ξεγυμνωτική εποχή! Θα τα δούμε όλα



Η συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, καθρεπτίζει σε όλο του το μεγαλείο, τον πολιτικό πολιτισμό μας. Ούτε λέξη δεν βγαίνει μετά, από μια τέτοια δοκιμασία από τη θέση του τηλεθεατή. Αν βγει θα λερωθεί στο βούρκο, που κατρακυλά η πολιτική πραγματικότητα της χώρας.
Οι αλήθειες που ειπώθηκαν στην αίθουσα πνίγηκαν μέσα στο βαθύ λάκκο του λαϊκισμού, που κυριάρχησε απ' άκρη σε άκρη της αιθούσης. Μπερδεύτηκαν με τα ψέματα, με την άθλια αισθητική του λόγου και αποδυναμώθηκαν. Ξεγυμνωτική εποχή! Θα τα δούμε όλα και όλους στις πραγματικές τους διαστάσεις και με το πραγματικό τους πρόσωπο.

Αυτά που εμείς με στωικότητα υπομένουμε σήμερα, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να συμβούν εδώ και κάποιες δεκαετίες. Ο Λαός με κοντινές μνήμες από την αντίσταση και τον εμφύλιο, με μια 7χρονη δικτατορία στην πλάτη, με μια εξέγερση του Πολυτεχνείου, ποτέ δεν θα μπορούσε να δεχτεί, αυτόν τον εξευτελισμό που υφίσταται σήμερα, από τη νέα τάξη πραγμάτων.
«Και αυτή η κοινωνία δεν αντιδράει…». Η κοινωνία είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο χωρίς μονάδες, μια κοινωνία χωρίς ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει.
Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα μετράμε ήττες.
Σε δεύτερη σκέψη, οι περισσότεροι δείχνουν διάθεση για συμμετοχή και τότε έρχεται η άλλη φράση για να αποκαταστήσει τα πράγματα. «εγώ μόνος μου τι να κάνω …» Και τι να κάνει πράγματι ο καθένας, μόνος του, όταν τη στιγμή που νοιώθει την ανάγκη να αντιδράσει, έχει ξεχάσει ότι είναι μέλος αυτής της κοινωνίας; Τι κάνουν όλοι μαζί μόνοι τους; Τίποτα δε κάνουν και τίποτα δεν μπορούν να κάνουν, άλλα και τίποτα διαφορετικό δεν μπορούν να σκεφτούν, αν δεν βρεθεί μια παρέα να τους τραβήξει απ’ το χέρι.
Φυσικά και δεν φταίει η κοινωνία, που δεν αντιδρά, αλλά και ούτε και ο καθένας χωριστά που ’χει, μείνει με την απορία.
Οι πρωτοπορίες είναι εκείνες που την πρόδωσαν. Αυτό το άθλιο πολιτικό προσωπικό που εμπορεύτηκε ελπίδες καλλιέργησε τη συναλλαγή, έσπειρε τη διαφθορά, πώς να εμπνεύσει πίστη και κουράγιο στον δοκιμαζόμενο Λαό.

Διαχειριστές της μιζέριας



Άψυχοι μου φαίνονται όλοι αυτοί που επιθυμούν μια θέση στην πολική σκηνή του τόπου. Πέρα από τη φιλοδοξία και όποια άλλη σκοπιμότητα, δεν διακρίνω καμία οραματική θέση. Οι περισσότεροι ακολούθου μια πορεία προδιαγραμμένη, που έχει να κάνει με τη διαχείριση μιας κατάστασης αυταπόδεικτα μίζερης για το τόπο.
Ποιος μπορεί να αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την μιζέρια είναι το προεκλογικό στοίχημα. Αυτό όμως χρειαζόμαστε;


Κάθε προσπάθεια, που δεν διέπεται από ένα ισχυρό πάθος, παίρνει εύκολα τους τρόπους των άλλων, όπως τα ψάρια που παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντός τους για να διασωθούν.
Και ο άνθρωπος που δεν καθοδηγείται από μέσα του, βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κόσμους, μετέωρος, ικανός για τα πιο αντίθετα πράγματα, μανιακός για κάτι όσο και αδιάφορος, μα πάνω απ’ όλα ανασφαλής. Πιστεύει ότι η αποδοχή, του προσφέρει εκείνο που δεν έχει.
Δεν ανήκει σε αυτό ακριβώς ή σε εκείνο, δεν είναι αυτό ή εκείνο, αλλά κάτι ανάμεσα.
Όλα είναι ζήτημα στυλ. Αυτοί δεν το γνωρίζουν. Η εικόνα τους είναι ένα συνονθύλευμα ξένων τρόπων. Είναι άνθρωποι μισοί, αφού στην προσπάθεια τους να τρυγήσουν αυτό που τους ικανοποιεί, όπως γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, “δεν ξέρουν να συνδέσουν τον ήλιο με την βροχή, τη χαρά της ηδονή με την συνακόλουθη λύπη, ούτε βέβαια τις περιπαθείς φιλίες με την ανεξήγητη έχθρα που ακολουθεί. Γι’ αυτό άλλωστε μπροστά στο χρόνο παραμένουν άποροι και αμήχανοι”
Θα τους βρίσκουμε πάντα μπροστά μας. “Δεν μπορούν να αποσυρθούν γιατί, κατά την κρίση τους, απουσία σημαίνει θάνατος. Κι όμως μόνο ό,τι αποσύρεται στη φύση του μπορεί να επανέλθει με φιλοδοξίες. Οι “ανάμεσα” περιμένουν πάντα το νεύμα που θα τους δείξει τη νέα κίνηση, περίπου σαν τα παιδιά που κοιτάζουν τους μεγάλους για να δουν πότε πρέπει να γελάσουν ή να κλάψουν. Αν δεν είχαν ακούσει από άλλους τη λέξη έρωτας, δε θα ερωτεύονταν ποτέ...” 

Πρέπει να αρχίσουν να μας φοβούνται


Με προσδιορισμένο ημερολογιακά το χρόνο, μας απομένει να προσδιορίσουμε τον τόπο. Δεν φτάνει η ιστορία και ο πολιτισμός μας για να αντισταθμίσουν την θλίψη αυτής της πτωχευμένης, αχτένιστης, παρατημένης πόλης.
Ανασύρω από το διαδίκτυο το φάντασμα της πόλης… «Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα: σαν το δέντρο, που τα’ απάνθισε η θύελλα, σαν το λιμάνι χωρίς βραχίονες, σαν τη στάση χωρίς στέγαστρο, ανασκαλεύει τη μνήμη μας και ξεθάβει ανόσιες μορφές. Μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της.
Τούτη η πόλη σκοτεινούς μας χρειάζεται: με τα τζάμια μας θολά, να σκουπίζονται διαρκώς από κουρντισμένους υαλοκαθαριστήρες’ υγρούς: με τα μάτια μας να βουρκώνουνε, μόνο σε πένθιμες κραυγές’ απλανείς μας θωρεί, με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας. Απλοϊκούς μας αναζητά στις μορφές, που γλοιώδικα κινούνται σε δίχως παλμό συλλαλητήρια.




Απλήσμονες μας χρειάζεται: Αδειανούς κι άγνωμους μας ζωγραφίζει, με τα φύλλα μας να σκορπίζονται στα δελτία θυέλλης της, με τη μιλιά μας να ξεφτίζει σε αντίλαλους, με τη πνοή μας να κρυσταλλώνει από φόβο, με τα μίση μας να σαπίζουν σαν αίμα παλιό. Και μ’ όλα αυτά, ακούραστους μας επιζητά, ν’ αναπνέουμε της ζωής της και να επαναλαμβάνουμε τις λέξεις, που με λέιζερ χάραξε στη ψυχή μας: «είμαστε άδοτοι, ακούραστοι». Αθόρυβα ζούμε, σε μία άκαιρη πόλη, κι είμαστε αθάνατοι, για να σέρνουμε, παντού την κατάρα της.
Δυστυχώς για μεγάλα διαστήματα της ζωής μας, περπατάμε αμέριμνα σε μια πορεία ρουτίνας, μέχρι κάποιος δυνατός κρότος να μας ξυπνήσει και να βλαστημήσουμε. Ε! φτάνει πια, δεν μπορούμε να τους αφήσουμε άλλο να παίζουν με τη ζωή μας. Το κακό είναι, ότι στα πρώτα κιόλας βήματα, ο θυμός εξατμίζεται και επιστρέφουμε στη διαδρομή της ευκολίας. Πρέπει να αρχίσουν να μας φοβούνται και όπως με οργή μου ψιθυρίζει η μεταμεσονύκτια φωνή από ραδιοφώνου:
«Και ποιους μπορεί να φοβούνται; Έναν που το λέει την καρδιά του, έναν άλλο που ξέρει από χαράδρες και γκρεμούς κι εκείνον κει κάτω τον αμίλητο τον συνεσταλμένο ο οποίος κάτω από τα ρούχα του είναι ζωσμένος με τη λύπη όλου του κόσμου κι αν εκραγεί θα κάνει μεγάλη ζημιά στην ευκολία τους… και εκείνους που αρνούνται να του μοιάσουν φοβούνται. Που επιλέγουν την τρέλα από την εκπόρνευση των αισθημάτων, που γελούν παράξενα την ώρα που κηδεύεται η χαρά τους. Όλα τα άλλα είναι για στυγνούς χαρτοπαίκτες» 

Και εγώ απόψε περιμένω



Στις 02 λέει η ΕΜΥ θα έρθει η καταιγίδα. Και τώρα, απόψε, μια νύχτα γεμάτη θύελλες , να’ μαι εδώ στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, πρόθυμος, σαν έτοιμος από καιρό.
Βγήκα στο μπαλκόνι να την περιμένω.
“Περιμένω τη βροχή, να ξεπλύνει τις αμφιβολίες μου για σένα.
Όχι ψιχάλες. Καταιγίδες” Γράφει ο Σ. Σίγμα.


Και εγώ απόψε περιμένω... Λατρεύω τις χιονοθύελλες και τις ανεμοθύελλες. Τις μπόρες, τις καταρρακτώδεις βροχές και τις πλημμύρες. Τις αστραπές και τις βροντές που τρίζουν τα πατώματα. Τη λάβα του ηφαιστείου να με κυνηγά. Το χαλάζι, Α! το χαλάζι, σαν καρύδι να πέφτει και να κτυπά η κάθε του μπίλια τη λαμαρίνα, ηχεί στα αυτιά μου σαν πιρουέτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Τη θάλασσα να φουσκώνει, δείχνοντας ότι τη στενεύει το φουστάνι. Τη θάλασσα γυμνή να διεκδικεί με αξιώσεις το μερίδιο της από τη ξηρά. Μόνο ο σεισμός με αφήνει αδιάφορο, ίσως γιατί δεν είναι ορατός και η καταστροφή που επιφέρει προέρχεται από μαχαιριά πισώπλατα.
Ο γιατρός χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιος, μου είπε ότι τα εξωτερικά καιρικά φαινόμενα, που σου προκαλούν ενθουσιασμό, είναι γιατί κρατούν τη στάθμη του ποταμού που τρέχει μέσα σου, σε επίπεδα ασφαλείας. Τι ωραία που τα λέει ο Γιατρός. Πόσο θα ήθελα τον πιστέψω. Ισορροπία λοιπόν γιατρέ, γιατί εγώ το θεωρούσα διαστροφή και χρόνια πάλευα γεμάτος ενοχές για να το διώξω.

Απόσπασμα παλαιότερου κειμένου, που μου το θύμισε η επερχόμενη καταιγίδα...
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δουκάκη 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....