Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Όλα κερδισμένα και με ένσημα βαρέα



Πάντα περιμένω, να κρυώσει πόνος, αλλά και η χαρά, για να γράψω. Ακόμα και εκείνα τα «θυμωμένα κείμενα», μετά της εξατμίσεως του θυμού αποτυπώθηκαν. Διατηρώ με αυτόν τον τρόπο μια απόσταση ασφαλείας από τα συναισθήματα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων με οδηγούν σε λάθος μονοπάτια.
Θα μπορούσα να γράψω το παρακάτω λίγο μετά το χωρισμό;
«Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης και έρωτα χαμένα. Τίποτα δεν χάσαμε, μπορεί να υποφέραμε, αλλά κερδίσαμε. Ότι αγαπήσαμε κυκλοφορεί στο αίμα μας, ανεβοκατεβαίνει στις αρτηρίες, περνάει από τα καρδιά μας. Διεισδύει στα νέα μας συναισθήματα και μας παγιδεύει στο λάθος των συγκρίσεων. Ότι αγαπήσαμε ζει πάντα μαζί μας».
Όχι. Και αν το έγραφα δεν θα το πίστευα, ο εγωισμός που κυριαρχεί αυτές τις ώρες σε συνδυασμό με το παράπονο την αγανάκτηση, την προδοσία, δεν θα με άφηναν να δω, αλλά και να πιστέψω την αλήθεια. «Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης και έρωτα χαμένα». Όλα κερδισμένα και με ένσημα βαρέα. Για σύνταξη βέβαια δεν γίνεται λόγος, υπάρχει και η γεροντική απασχόληση, που μπορεί να σε ξευτελίζει στα μάτια των παιδιών, η χαρά όμως εκεί στην άκρη της ζωής είναι μεγάλη.
Την ώρα του πόνου, ανασύρω πάντα από το παρελθόν τις εικόνες που αποτυπώθηκαν για τον πόνο χωρίς τον πόνο. Ξάστερες εικόνες καθαρές, με αισθήσεις και μυαλό σε θέση μάχης. Τις άλλες τις οδυνηρές τις θάμπωσε η αγάπη.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007




Η επικοινωνία της σιωπής




Εκεί στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, η πόλη κλείνει πάλι τα κάστρα της και ξαναρχίζει να τρώει τις σάρκες της. Η ελληνική επαρχία συνεχίζει τον επιθανάτιο ο ρόγχο της. Στενοί ορίζοντες και η θάλασσα που μας κυκλώνει, μας βάζει τιμωρίες, εκατό φορές το ίδιο πράγμα και μαζί με την κόλλα αναφοράς, μας τυλίγουν και μας, σε ένα κομμάτι χαρτί.
Το εξαντλήσαμε το θέμα Τις πρώτες πρωινές ώρες που συνήθως με βρίσκουν ξύπνιο, λογαριάζω αλλιώς τα πράγματα. Είμαι πιο ευάλωτος στο λάθος, πιο ανεκτικός στην ήττα, πιο αποτελεσματικός στο ακατόρθωτο. Έχουμε εξαντλήσει το θέμα. Την επομένη δεν υπάρχει διάθεση για επανάληψη. Ότι είχαμε να πούμε το είπαμε και το ξαναείπαμε. Μετά απ’ αυτή την κατάχρηση, η γοητευτικότερη λύση είναι να αφεθούμε στις σιωπές.
Δεν είμαι πολέμιος του διαλόγου, αρκεί οι λέξεις να αντιπροσωπεύουν ουσία, δυστυχώς τις περισσότερες φορές μου προκαλούν πονοκέφαλο, γιατί μπορεί να είναι ο λόγος η αρχή αρκεί κάποια στιγμή να δίνει τη σειρά του στην πραγματικότητα.
Εδώ που φτάσαμε δεν ξέρω τι να πω. Ξεχάσαμε να περπατάμε. Τα «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω», ακούγεται δογματικό γι’ αυτό πήγαμε πίσω ολοταχώς. Τώρα πάλι από την αρχή, σαν κουρασμένοι ηθοποιοί που επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά το ρόλο.
Για την πόλη σας έγραφα χθες, η θλίψη δεν είναι για τα κάστρα, τους δρόμους και τα κτίρια, τα άλλοθί μας δηλαδή, αλλά για τον αντίλαλο από το παιδικό μας το χαμόγελο που σήμερα μπερδεύεται με ύβρεις. Για την αθωότητα, που έγινε πονηριά. Για την παρέα του γυμνασίου που σήμερα βγάζει τα μάτια της. Για τους φίλους του παλιούς που ξέχασαν, τα καλύτερα τους χρόνια.
Τέτοιες ώρες καταφεύγω στη σιωπή, είναι και αυτή ένας τρόπος να επικοινωνήσεις.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

«Η γενική της πόλης άποψη σε φωτογραφία κίτρινη»



Η κατήφεια από την οικονομική κρίση είναι έκδηλη στην αγορά της πόλεως μας. αυτή η λυπηρή εξέλιξη, δεν είναι αποτέλεσμα μιας συγκυρίας αλλά μιας στρυφνής μακρόχρονης, «αναπτυξιακής» πορείας. Κακό ξεκίνημα, χωρίς βάσεις και υποδομές, χωρίς μυαλό, χωρίς μέλλον. Την πατήσαμε σαν εκείνες τις όμορφες κοπέλες, που δεν αρκούσαν τα σωματικά προσόντα τους για να γίνουν σταρ, έτσι αφού χαράμισαν τα νιάτα τους κάνοντας τις γλάστρες, πέρασαν στα αζήτητα
Αν γυρίσουμε κάποιες δεκαετίες πίσω, να θυμηθούμε την Κέρκυρα που ενέπνευσε, τον Δημήτρη. Ι. Σουρβίνο, ίσως υποχωρήσει η νοσταλγική διάθεση, που μας επισκέπτεται αυτές τις «ήσυχες καλοκαιρινές μέρες». Εκδρομείς – Επιδρομείς ο τίτλος:
Βαβυλώνιοι Ασιάτες Ευρασιάτες/ ταξειδιώτες εκδρομείς επιδρομείς/ περίδρομοι κοντοβράκηδες/ διοπτροφόροι και μη/ δόκτορες και διαρρήκτες/ στα θερινά πουκάμισα τους/ σχεδιασμένα σημεία και τέρατα/ και γραφές ακατάληπτες λατινογενείς/ επίσης ξενωτικες εξωτικές γυναίκες/ μες απ’ τα διάφανο χιτώνα τα στήθια/ κρέμονται γυμνά και έτοιμα προς χρήσιν/ ιθαγενείς ανθεκτικοί επιβήτορες/ κράχτες μεταπράτες μικρέμποροι/ μικράνθρωποι θεομπαίχτες/ καρότσια παρδαλά με εικονίσματα ταλαίπωρα/ οσίων μαρτύρων και παλληκαριών/ της Παναγίας της Μαυροφορούσας/ και του Παλαιολόγου του στερνού μας/ μπρίκια τηγάνια και κάλπικα νομίσματα/ δήθεν αρχαία και η γενική της πόλης άποψη/ σε φωτογραφία κίτρινη από δίπλα/ περί τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα.
Ποια συνέχεια θα μπορούσε να έχει αυτή εικόνα των περασμένων δεκαετιών; Η γενική της πολλής άποψη, σε φωτογραφία κίτρινη, έπνιγε κάθε προσδοκία.
Η κατήφεια από την οικονομική κρίση είναι έκδηλη στην αγορά της πόλεως μας και το παρελθόν ανήμπορο να γλυκάνει με νότες νοσταλγίας την κατάσταση. Όσο για τους ανθεκτικούς ιθαγενείς επιβήτορες, σήμερα όσοι ζουν, έχουν προστάτη…

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Γενιά της χαραμάδας

Δεν έχω γεράσει τελικά όσο σαρκάζω. Συζητάω με παιδιά στην ηλικία του γιου μου, σαν να είμαστε παλιοί συμμαθητές. Δυο ολόκληρες γενιές ανάμεσα μας και όμως τα λεγόμενα χάσματα, λες και έχουν εξαφανισθεί. Δεν είναι όπως παλιά. Ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου οι συμβουλές και οι παραινέσεις των μεγαλύτερων. Σήμερα, κάτι που εμείς αντιστεκόμαστε στο χρόνο, κάτι που αυτά βιάζονται να μεγαλώσουν, το φέραμε μια η άλλη. Τα χάσματα μεταξύ των γενεών δεν έχουν τελικά ίδια μεγέθη και η γενιά μας, που ανακάλυψε εσχάτως το διαδίκτυο, όταν τα παιδιά έχουν αρχίσει να βαριούνται, συμβουλές και παραινέσεις αντί να δώσει από ότι φαίνεται θα πάρει.
………………………………………………………………………………………….
Είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι η σύγκρουση, μεταξύ των γενεών, σιγά σιγά θα πάψει να υφίσταται και αυτό είναι φυσικό, όταν δεν υπάρχουν πλέον διακριτοί ρόλοι μεταξύ παλιών και νέων, ποιος ο λόγος του πόλεμου.
…………………………………………………………………………………………..
Αιτία για τα παραπάνω ένα μικρό κειμενάκι, μεταξύ δύο τραγουδιών από μια εξαίσια συνομήλικη, που μου κρατά συντροφιά με τις μουσικές της κάποιες δύσκολες μικρές ώρες
«Ιδού οι δημιουργικές ένοχες ενός εκδρομέα του ’60. Καλοστημένες. καλοσερβιρισμένες, έτοιμες να δεχτούν άφεση αμαρτιών. Αλλά κι εμείς που ξεκινήσαμε την εκδρομή μας, είκοσι χρόνια αργότερα τι κάναμε; Γενιά της χαραμάδας μας λέω, γιατί η ιστορία μας χαράμισε να σκάσουμε μύτη πάνω στην τεμπελιά της. Έτσι, εφηύραμε τους εαυτούς μας την ομφαλοσκόπηση, την ψυχανάλυση, τη βαθιά σκέψη και τη βαριά ανάλυση, με ταλέντο, δε λέω, με χιούμορ, αλλά και μπόλικο σαρκασμό. Κάναμε τις πληγές μας λόγια, λέξεις, έννοιες, κάποιοι βάλαμε μουσικές, κάποιοι άλλοι φωνές, επικοινωνήσαμε και γίναμε οι αποκλειστικοί φορείς του αυστηρά προσωπικού. Δηλαδή της μοναξιάς» .

1+1= ∞

Πριν από έναν χρόνο είχα γράψει: «είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών». Ήταν ένας τρόπος να βάλω κάποια τάξη μέσα μου. ...