Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου τα ψαλτήρια καίγονται



Ακολουθεί ένα παλαιότερο κείμενο όχι για να το εμπεδώσουμε όπως προχθές αλλά για να δείξουμε πόσο άχαρο είναι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια, προβλήματα εννοώ, που για χρόνια μας ταλανίζουν. Άλλο ένα συλλαλητήριο για το νοσοκομείο, από την Δευτέρα μπαίνουν στο χορό των κινητοποιήσεων και οι Δήμοι όλης της χώρας, απειλώντας να αναστείλουν μια σειρά από λειτουργίες, αφού τα οξυμένα οικονομικά προβλήματα λειτουργούν απαγορευτικά
Όλα τα μέτωπα ανοιχτά, σ’ αυτήν την μικρή πόλη και εμείς στην δυσάρεστη θέση της επανάληψης. Και πώς να γίνει διαφορετικά. Από την κρίση την τουριστική, που συνεχώς επιβαρύνεται με δυσάρεστα γεγονότα, στα καθημερινά προβλήματα που κάνουν κύκλους περνώντας επιδειχτικά από μπροστά μας, για να μας επιβεβαιώσουν ότι οι επιπόλαιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση τους, έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα, μια τρυπά στο νερό.
Ναυαγοί σ’ αυτή την πόλη σε μια απέλπιδα προσπάθεια, με χέρια και πόδια να βουλώνουμε τρύπες, μπας και γλιτώσουμε το καράβι.
Υπάρχουν μέρες που δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω, η απογοήτευση μεγαλώνει όταν η αλληλουχία των προβλημάτων δεν σου επιτρέπει να επικεντρωθείς σε κάποιο μέτωπο. Ευάλωτοι από παντού με τα νώτα ακάλυπτα συμμετέχουμε σε μια κατάσταση πανικού.
«Μητέρα είμαι εξαίσια άρρωστος» γράφει στο «Σύγνεφο με παντελόνια» ο μεγάλος Βλαδίμηρος Μαγιακόφσι «…στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου τα ψαλτήρια καίγονται κάθε λέξη που φτύνω από το σαψαλιασμένο στόμα μου, μοιάζει σαν πόρνη γδυτή από ένα μπουρδέλο που έπιασε φωτιά…».
Φαντασθείτε την εικόνα, και υποθέστε την διάθεση πω έχω, όχι για να γράψω αλλά για να βρίσω.
υπάρχουν μέρες που στυλώνεις τα ποδιά για να στερεώσεις ακόμα περισσότερο την μοναξιά σου και είναι αυτές οι μέρες που δεν αρκείσαι στα λίγα, δεν σου φτάνει μόνο, το πείσμα, ο φόβος, ο πόνος , ο θυμός, η θλίψη το παράπονο. Τα θέλεις όλα μαζί, για να μπορέσεις να ισορροπήσεις . Μην υποτιμάτε τους απογοητευμένους δίνουν το καλύτερο άλλοθι στους αναίσθητους.
Και δεν φτάνουν όλα αυτά, τσακωνόμαστε και από πάνω από τη ετοιμοθάνατη. Τι περιμένουμε να κλείσει τα μάτια για να ξυπνήσουμε; Θα είναι πολύ αργά.
Είναι μέρες που σε αναγκάζουν να ψηλώσεις, τόσο που να τους βλέπεις πολύ μικρούς. Είναι οι μέρες που ευτυχώς συγκρούονται τα συναισθήματα και απενεργοποιούν τις παράλογες σκέψεις που περνούν απ’ το μυαλό μας, του τύπου
«Να τους ανατινάξω»; «Να τους βάλω φωτιά και να τους κάψω»;.
Είναι οι μέρες που χρειάζεται. να κάνεις υπομονή…
.




.


.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Έρχονται νέοι ιχνηλάτες




Τα υλικά δεν είναι ανακυκλώσιμα, γ’ αυτό όσες προσπάθειες και να γίνουν, όσα ανακατέματα, αυτής της άνοστης σούπας, οι φελλοί θα έρθουν στην επιφάνεια.
Αυτή την φορά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν, όπως η ιστορία μας έχεί μάθει.
Η γενιά μας γέρασε απότομα, από τα πενήντα. Δεν είναι που τα έκανε θάλασσα, φρόντισε με τις αλλόκοτες επιλογές της, να μην είναι πλέον χρήσιμη.
Υπάρχουν χιλιάδες δικαιολογίες, για το αποτέλεσμα όμως ο λόγος.
Και το αποτέλεσμα, είναι που στρίβει με ελαφρά πηδηματάκια, απέναντι στα αδιέξοδα που δημιούργησε.
Σκληρά και άδικα θα μου πείτε, για τους γονείς, που εργάζονται διπλά για να δώσουν στα παιδιά τους και είναι η πλειοψηφία, για όλους αυτούς, που μπορεί να είχαν καλές προθέσεις, αλλά στύβουν το κεφάλι τους να βρουν τι δεν έκαναν καλά και όταν το βρουν το ντύνουν με μια από τα χιλιάδες δικαιολογίες που προανέφερα και προσπαθούν να τους πάρει ο ύπνος.
Αυτή η αλυσίδα της αλληλουχίας, που χαρακτήριζε γενιές και γενιές, έσπασε, χωρίς μάλιστα να προηγηθεί ένας Ηρώδης.
Ακόμα και οι νέοι, που συνεργάστηκαν και έμαθαν μαζί τους, σήμερα, χτυπημένοι πλέον από την νόσο, αδυνατούν να βάλλουν πλάτη.
Υπάρχουν αντιρρήσεις; Καμία αμφιβολία. Οι ακραίες θέσεις, δεν βλάπτουν κατ’ ανάγκη. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν διαπραγματευτικό ατού για να πάρουμε κάτι παραπάνω.
…………………………………………………………………………………………..
Για να μπορέσουμε έστω και τώρα όχι να βάλουμε μια δικαιολογία απέναντι σε τούτα εδώ τα αδιέξοδα, αλλά να δώσουμε το λόγο μας, όπως μια κυρία σε κρίση αυτοκριτικής ότι: « Θα προστατεύσω τα νήπια βήματα σου μέχρι να μην χρειάζεσαι την ηλικία μου για να τρέξεις μακριά, ελεύθερος και ανθεκτικός. Σε βλέπω να γελάς με μια αθωότητα που ομολογώ είχα ξεχάσει και σκέφτομαι όση καταστροφή και αν πίνουμε, δεν τελείωσε ο κόσμος. Έρχονται νέοι ιχνηλάτες και πυροτεχνουργοί να δοξάσουν τις ήττες μας και να προβάρουν τις δικές τους;»



Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Το Κίτρινο Αίμα, Κόκκινο Νερό δε γίνεται



Από το 1999 έχουμε να κερδίσουμε τον Ολυμπιακό στο πρωτάθλημα και από το 1959 έχουμε να γευτούμε μια τέτοια μεγάλη σε έκταση νίκη.
Η Ιστορία θα γράψει 30 Μαρτίου 2008 ΑΕΚ - Ολυμπιακός 4 - 0
Μια στήλη που εκφράζει προβληματισμούς, ανησυχίες, αλλά και κυρίως συναισθήματα, δεν μπορεί να παραλείψει ένα τέτοιο γεγονός. Χαρά μεγάλη, η μεγαλύτερη απ’ όσα χρόνια παρακολουθώ αυτή την ομάδα. Όλα τα πρωταθλήματα, τα κύπελλα και οι διακρίσεις στην Ευρώπη που κερδίσαμε μαζί. Όλες οι χαρές μαζεμένες και οι πίκρες σβησμένες. Υπερβολή; Για όσους είναι αδιάφοροι, για μας που αγγίζει τη ψυχή μας, η αλήθεια.
Όταν ο Σωτήρης Κακίτσης, έγραψε εκείνο το εξαιρετικό κείμενο, με τίτλο, τον τίτλο του σημερινού, υμνώντας την λυρική πλευρά του ποδοσφαίρου, του έλειπε αυτή η μεγάλη στιγμή, για να μην είναι ο τίτλος προφητεία. Κόκκινο νερό και πολύ του πάει.
Ας θυμηθούμε κάποια αποσπάσματα με την απαραίτητη πλέον προσθήκη.
«…Κι εγώ ξαφνικά, κατακόκκινος, πήγαινα να πανηγυρίσω τα γκολ της ΑΕΚ στο ντέρμπυ. Ας είναι. Ετσι έμαθα από πρώτο χέρι τι θα πει Ολυμπιακός, γιατί μας συνδέουν με τους Πειραιώτες πολλά, ας είναι εξουσία πια τώρα..»
Κι εμείς Δικέφαλοι γι’ αυτό είμαστε, λέω: Για τον Πομώνη, αλλά και για τον Μποτίνο. Για τον Σοφιανίδη, αλλά και για τον Ανδρέου. Για τον Χρηστίδη, αλλά και για τον Κούδα. Για τον παλιό Νικολαϊδη αλλά και για τον νέο. Για τον Σκευοφύλακα, αλλά και για τον Γραμμό, στις γραμμές και αυτόν πάντα πάνω. Για τον Βιέρα. Για όλα τα ωραία. Και για τις ήττες, προπαντός. Για τα κλάματα παντού. Και στη Ρωσία, που πρόπερσι δεν πήγα. Ασπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλέ. Μπλέ της Ελλάδας, με το Θεό της από πάνω να ορίζει και να χωρίζει. Μ’ όλα τα ντέρμπυ από Γιάμαλη σε Δελαβίνια, από Γραμματικόπουλο ως Βουτσαρά. Ως Οικονομόπουλους. Γιατί πήραμε κι εμείς πρωτάθλημα μ’ αυτό το όνομα. κι ας μην ξανάπαιξε το παιδί μετά.Αλλά, θα μου πεις, εδώ οι άλλοι με τον Σκούνα μια χρονιά δεν το πήρανε; Μήπως είναι καλύτερα χωρίς; Χωρίς εξουσία εννοώ. Με Ερρέα, εννοώ, Σαμουράι, στα τέλεια μαύρα μέσα, όρθιοι σ’ όλες τις εξόδους, ατάραχοι, περήφανοι, το ίδιο και καλύτερα αποτελεσματικοί; Μαυραετοί, χρυσαετοί, εννοώ, αετοί πάντα θα’ ναι. Θα ‘μαστε.
Για αυτό είμαστε με την ΑΕΚ για τον Ριβάλντο του Ολυμπιακού, για τον Ριβάλντο της ΑΕΚ, για το πρωτάθλημα που δεν θα θέλαμε να πάρουμε όπως μπορεί να το πάρει ο Ολυμπιακός

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Τέλος εποχής



Ακολουθεί συνήθως μετά την περίοδο των εκπτώσεων και ζήσαμε πολλές τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας. «Τέλος εποχής» η ταμπέλα, φαρδιά πλατιά καλεί τους επίδοξους αγοραστές. Πάρτε ότι έχει απομείνει, τον ΟΤΕ τη ΔΕΗ, τα λιμάνια, την Ολυμπιακή, το κράτος ολόκληρο.
Έτσι γίνεται συνήθως στο τέλος μιας εποχής, αυτής της μεταπολίτευσης εν προκειμένου για την χώρα μας, που ξεκίνησε με την εδραίωση της δημοκρατίας, και τελειώνει με το ξεπούλημα του Κράτους.
Είναι οι τελευταίες πιο δύσκολες μέρες, που τινάζεται η πάγκα στο αέρα, που αφήνουν τα σημάδια τους στις επόμενες, κίνητρο για νέους αγώνες.
Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σκληραίνουν τα πράγματα, σε κάποιες περιπτώσεις το τέλος βάφεται κόκκινο, σε άλλες όπως αυτή που βιώνουμε χρεώνει το λογαριασμό μας, και μας καλεί να ξεχρεώσουμε.
……………………………………………………………………………………….
Το ζήτημα είναι προφτάνουμε να ξεχρεώσουμε εμείς; Για την γενιά μου μιλάω και τους λίγο μεγαλύτερους, αυτήν την περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, της μεταπολίτευσης. Η κατάληξη είναι αποτέλεσμα της δικής μας πορείας αυτής της πορείας, «της καταραμένη γενιάς», όπως την αναφέρω σε κάποιο παλιότερο κείμενο.
«Μεγαλώσαμε, κάτω από καλλίτερες κοινωνικές συνθήκες από τους γονείς μας. Μια χούντα μας βρήκε σε μικρή ηλικία, και έτσι ουσιαστικά άκαπνοι ενηλικιωθήκαμε. Ο τρόμος της επιβίωσης αντικαταστάθηκε από τον τρόπο του ευ ζην. Και αυτό το «ευ» είχε την πολυτέλεια να είναι διαφορετικό για τον καθένα. Άλλοι το έριξαν στην καριέρα, άλλοι τα ναρκωτικά άλλοι στους έρωτες. με μια απόγνωση προορισμού σαν να ήταν η κάθε μέρα η τελευταία.
Τώρα που γκριζάραμε, υιοθετούμε αδέσποτα και περνάμε την τύφλα μας απέναντι. Χαμένοι: μέσα στις νευρώσεις, στην αμφιθυμία, στον φόβο της ύπαρξης.
Πιστέψαμε, περισσότερο από κάθε γενιά περασμένη και επόμενη στο χρήμα και το δώσαμε απλόχερα σκέτο, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν όλα σε ένα, ανάγκη, αγάπη, ζεστασιά επικοινωνία. Κάναμε ότι είναι δυνατόν για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά μας. Ανασφαλείς με τους εαυτούς μας δεν τους δώσαμε ούτε μια ευκαιρία. Ορθώσαμε τοίχους σε οποιανδήποτε θέση ευθύνης και τώρα ανησυχούμε για το μέλλον.
Θα τιμωρηθούμε μέχρι τα βαθιά γεράματα γι΄ αυτήν μας την συμπεριφορά. Να ξεχάσουμε, την ιδιότητα του συνταξιούχου. Θα δουλέψουμε όλα τα χρόνια της ζωής και ακόμα δεν θα έχουμε ξοφλήσει».
………………………………………………………………………………..................
Πως να πας όμως κόντρα στη φύση τα παιδιά μας μεγαλώσανε και δείχνουν να τα καταφέρνουν καλλίτερα παρ’ όλες τις δυσκολίες που κληρονόμησαν.
…………………………………………………………………………………………..
Το τέλος κάθε εποχής δεν παίζεται μόνο στα ανώτερα κλιμάκια παίζεται και στις ψυχές μας. Και είναι ώρες μας αναγκάσουν σε εξομολογήσεις. Ακριβώς έτσι κυρία μου, συνομήλικη, έτσι όμως τα λες με την βραχνή φωνή, απολογούμενη στους νεαρούς ακροατές σου.«Έτσι γίναμε οι παλιοί των ημερών. Μικροί για να πεθάνουμε, μεγάλοι για να είμαστε ανυποψίαστοι. Το χειρότερο; Ασυμβίβαστοι με τα χρόνια, τα χρόνια μας. Εκείνα που πέρασαν από και διαμέσου μας, βάζοντας φωτιά στο μυαλό μας και φρένο στην καρδιά μας. Είναι φορές που ο κύκλος μοιάζει ολοκληρωμένος και σκέφτομαι τι ανοησία που δεν διάβαζα στο σχολείο γεωμετρία. Θα μπορούσα τώρα να αλλάξω τετράγωνο. Το μόνο που δύναμαι ν’ αλλάξω είναι η σκληρότητα και η βία που κρύβονται πίσω από τα μάτια μου, να δω τα πράγματα με επιείκεια, δεν χωράει άλλη απογοήτευση τούτο το σαρκίο».

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Δίκιο + Δίκιο = Άδικο




Η διαπίστωση από την χθεσινή συζήτηση στη βουλή. Την ώρα που εναλλάσσονταν, οι βουλευτές της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ στο βήμα, με αφορμή την πρόταση μομφής της αξιωματικής αντιπολίτευσης εναντίον της κυβέρνησης. Ιδού το θαύμα.
Και οι μεν και οι δε στις αλληλοκατηγορίες είχαν δίκιο, είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης είναι αρνητικό.
Ορθά τα επιχειρήματα των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, για την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης, τα σκάνδαλα, τα ελλείμματα, τα ομόλογα το ξεπούλημα των ΔΕΚΟ, το ασφαλιστικό, την ακρίβεια την παιδεία την υγεία.
Ορθά και τα επιχειρήματα των κυβερνητικών, για το χρηματιστήριο, την δρομολόγηση του ξεπουλήματος, το ασφαλιστικό, τα σκάνδαλα, και όλα τα κοινά εγκλήματα. Γιατί είναι κοινά τα εγκλήματα εναντίον του ελληνικού Λαού, που τα γνωρίζει χωρίς να χρειαστεί να ακούσει τις καταθέσεις.
Η ρητορεία ωχριά, τα δικολαβικά τεχνάσματα μοιάζουν αδύναμα για να καλύψουν τις πομπές.
Αυτοί οι δύο είναι ένας, ο δικομματισμός αυτοπροσώπως. Είναι αλήθεια ότι χρειάστηκαν πολλά χρόνια, για να σταματήσει αυτό το πάρε δώσε. Έχανε ο ένας κέρδιζε ο άλλος και εναλλάξ. Στην πραγματικότητα, κανένας από τους δύο μονομάχους δεν γνώρισε την ήττα. Μόνος ηττημένος υπήρξε ο Λαός, ο Λαός που τιμωρούσε τον ένα υπέρ του άλλου, παρασυρόμενος από τις απίθανες μεταμφιέσεις χόρεψε το χορό των μασκαράδων, ή για να ακριβολογούμε τον χόρεψαν ( στο ταψί).
Πέρασαν πολλά χρόνια για πιστέψουμε και τους δύο στις αλληλοκατηγορίες και να πάψουμε να ψηλώνουμε πότε τον ένα και πότε τον άλλο.
Τώρα η πρόσθεση έγινε αφαίρεση, κονταίνει και τους δύο.
Η διαπίστωση από την χθεσινή συζητήση της βουλής: χειμώνας και οι δύο και ας μπήκε η άνοιξη…




Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Οι δυο ζωές του Βασίλη Αλεξάκη




Tην περασμένη Παρασκευή είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά το Βασίλη Αλεξάκη, επισκέφτηκε την πόλη μας για την παρουσίαση του τελευταίου του βιβλίου «μ.Χ».
«Τον συγγραφέα τον πρωτογνώρισα, από τα κορίτσια του Σίτυ - Μπουμ - Μπουμ, απ’ αυτήν εδώ την στήλη έχω να αναφερθεί πολλές φορές στα βιβλία του, σήμερα έχω ένα λόγο παραπάνω. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικός απ’ αυτό που φανταζόμουνα και δεν διαψεύστηκα. Έχει ενδιαφέρον να δούμε, πως ερμηνεύει, ο ίδιος την ανάγκη να γράφει μυθιστορήματα
«Στην ουσία είναι κάτι που θέλω ν’ ανακαλύψω. Δεν το αντιμετωπίζω σαν διασκέδαση, σαν μια φοβερή δουλειά το αντιμετωπίζω. Είναι, όμως, και κάτι που έχω ανάγκη. Καθώς περνάει η ζωή ταυτόχρονα να προχωρά και μια ιστορία! Δηλαδή έχω την ανάγκη να κάνω δύο ζωές, μια κανονική και μία μέσα απ’ τα βιβλία μου. Η ζωή η ίδια δεν μου αρκεί, μου φαίνεται λίγη. Όταν γράφω έχω μια τεράστια σκοτούρα, αλλά όταν δεν γράφω, έχω αυτή την έλλειψη. Μου φαίνεται ανεπαρκής η ζωή.Τα θέματα που διαλέγω είναι θέματα τα οποία ανοίγουν ένα δρόμο. Η Αφρική είναι ένας δρόμος, το Άγιο Όρος είναι ένας δρόμος. Το έψιλον των Δελφών στην «Μητρική γλώσσα» είναι ένας δρόμος. Το να μιλήσω με την πεθαμένη μητέρα μου δεν ήξερα πού θα με βγάλει, άσχετα αν έχει τόσο έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ήταν όμως ένας δρόμος, δεν ήξερα πώς θα τελειώσει αυτή η κουβέντα με τη μάνα μου. Θα την χάσω ξανά; Κάθε φορά γράφοντας, κάτι ανακαλύπτω, κάτι μαθαίνω, κάπου πάω. Είναι λοιπόν ένα ταξίδι και το χρειάζομαι αυτό το ταξίδι. Έως ότου ναυαγήσω, οπότε θα διηγηθώ ένα ναυάγιο. Είναι κι αυτό ένα είδος ταξιδιού.Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι γράφουμε επειδή σκοτεινιάζει, επειδή φοβόμαστε το σκοτάδι, επειδή χρειαζόμαστε τα παραμύθια που μας έλεγαν όταν ήμασταν μικροί για να κοιμηθούμε! Μπορεί αυτήν την διαδικασία να συνεχίζω και επειδή δεν υπάρχει κανείς να μου διηγηθεί κανένα παραμύθι, τα λέω ο ίδιος στον εαυτό μου και επειδή είμαι και πολύ αφελής, τα πιστεύω».Επειδή όμως το θέμα είναι το τελευταίο του βιβλίο ας πάρουμε μια γεύση από τον ίδιο το συγγραφέα
«Δεν αμφισβητώ ότι οι πατέρες της Εκκλησίας δανείστηκαν κάποια ρητορικά σχήματα από τους αρχαίους συγγραφείς, απάντησε ο Βεζιρτζής. Υπήρξαν ωστόσο θανάσιμοι εχθροί της κλασικής παιδείας και του πολιτισμού των αρχαίων. [...] Ο διασυρμός του ελληνισμού από την Εκκλησία υπήρξε τόσο συστηματικός ώστε οι Έλληνες αναγκάστηκαν ν' αλλάξουν όνομα, να μετονομαστούν σε Ρωμαίους, Ρωμιούς ή Γραικούς. Σε ορισμένες τοιχογραφίες του Αγίου Όρους απεικονίζονται μαζί με τους αγίους και τους αγγέλους διάφοροι φιλόσοφοι, ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Πυθαγόρας. Όλοι φορούν στέμμα, έχουν μακριές γενειάδες και είναι ντυμένοι σαν Βυζαντινοί πρίγκιπες. Βαστούν ο καθένας τους έναν πάπυρο όπου είναι γραμμένη μια πλασματική φράση, που διακηρύσσει, για παράδειγμα, την τρισυπόστατη φύση του Θεού. Είναι γνωστό ότι η Εκκλησία επιδίωξε να προσεταιριστεί τους αρχαίους σοφούς, αυτούς τουλάχιστον που δεν κατάφερε να θάψει, παραποιώντας τη σκέψη τους. Αυτό άλλωστε δεν διδάσκονται οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ότι η αρχαιότητα παρέδωσε τη σκυτάλη του πολιτισμού στο Βυζάντιο; Ο χριστιανισμός, αγαπητέ μου φίλε, δεν συνεχίζει την αρχαιότητα, απλά την ακολουθεί όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα. Η θεολογία αναιρεί τη φιλοσοφία. Η πρώτη απαντά σε όλα, ενώ η δεύτερη ξέρει κυρίως να ρωτά." Τι άραγε θα θυμάμαι μετά από μερικά χρόνια από το βιβλίο αυτό; Ότι κέρδισε το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 2007; Αλλά αυτό δεν αποτελεί μέρος του βιβλίου. Ίσως θυμάμαι τη Ναυσικά, την ευγενέστατη αυτή γυναίκα που έχασε προ ετών το φως της και που αναθέτει στον νεαρό συγκάτοικό της να μάθει τα πάντα για το Αγιο Όρος. Είναι πιθανό να επιζήσουν και άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος: ο μοναχός που χαιρετά τα αεροπλάνα σείοντας μια βυζαντινή σημαία, ο Γάλλος ερημίτης που ονειρεύεται να επιστρέψει στη Νορμανδία, στο σπίτι όπου ο αβάς Πρεβό έγραψε τη Μανόν Λεσκό, ο καθηγητής Βεζιρτζής που ισχυρίζεται ότι το Βυζάντιο δεν συνεχίζει την αρχαιότητα αλλά την ακολουθεί όπως η νύχτα την ημέρα, ο Δημήτρης ίσως, ο χαμένος αδελφός της Ναυσικάς που επανεμφανίζεται στο τέλος της ιστορίας και τραγουδάει ένα νησιώτικο τραγούδι. Θα θυμάμαι σίγουρα ότι το Βυζάντιο επέβαλε με άκρα βιαιότητα το χριστιανισμό, ότι οι μοναχοί και οι κληρικοί έσφαξαν πλήθη κόσμου, ότι ο μονοθεϊσμός εισήγαγε τον θρησκευτικό φανατισμό που ήταν άγνωστος στην Αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη. Θεωρώ ελάχιστα πιθανό να ξεχάσω ότι ο Ιουστινιανός έκλεισε τη φιλοσοφική σχολή της Αθήνας και ότι ακολούθησαν για τη χώρα μας δεκατρείς αιώνες πνευματικής νάρκης. Ίσως ξεχάσω τον αφηγητή του έργου, το συγκάτοικο της Ναυσικάς, που αναλαμβάνει βαρυγκομώντας την έρευνα για τον Αθω, δεδομένου ότι ασχολείται μόνο με την αρχαία ιστορία και την προσωκρατική φιλοσοφία. Το ενδιαφέρον του όμως μεγαλώνει όταν ανακαλύπτει ότι η Ελλάδα είναι δύο χώρες που δεν έχουν σχεδόν τίποτε κοινό μεταξύ τους, και ακόμη περισσότερο όταν μαθαίνει ότι υπήρχαν πέντε πόλεις στη χερσόνησο του Αθω, τις οποίες γκρέμισαν ολοσχερώς οι μοναχοί για να χτίσουν τα γιγαντιαία μοναστήρια τους. Θα πάει στο Όρος όχι μόνο με την ελπίδα να βρει εκεί τον Δημήτρη, αλλά και να εντοπίσει κατάλοιπα του αρχαίου πολιτισμού. Θα ανακαλύψει έτσι ένα άγαλμα, θαμμένο μέσα σε μια κάβα κρασιών. Θα ανακαλύψει επίσης τον αμύθητο πλούτο των μοναστηριών, τον καιροσκοπισμό των ηγουμένων, που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με κάθε αρχή, μηδέ της χιτλερικής εξαιρουμένης, προκειμένου να διατηρήσουν τα εξωφρενικά οικονομικά τους προνόμια, το μίσος που εξακολουθεί να τους διακατέχει απέναντι στην Αρχαία Ελλάδα και το γυναικείο φύλο. Θα διαπιστώσει ακόμη ότι κυκλοφορούν αναρίθμητα φαντάσματα γυναικών στο Αγιο Όρος. Το μυθιστόρημα έχει και μια αστυνομική διάσταση, αλλά αυτήν είναι πολύ πιθανό να την ξεχάσω».

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Τα ίδια προβλήματα




Είναι δράμα, μέσα από μια καθημερινή στήλη, σε μια επαρχιακή εφημερίδα, σε μια μικρή πόλη, να γράφεις και να ξαναγράφεις για προβλήματα που γνωρίζουν όλοι , που βιώνουν όλοι, που ταλαιπωρούν όλους.
«Για νέο μας το λες;» Είναι η λογική απάντηση των αναγνωστών. Όταν ο δημοσιογράφος δεν έχει νέα τι άλλο πρέπει να κάνει από το να καταθέσει τα όπλα του.
Έχω σκεφτεί ότι είναι προτιμότερο, να προσπαθήσω να κλείσω, εκείνο το λάκκο, που οδήγησε το αυτοκίνητο μου στο συνεργείο, παρά να κάθομαι να εξιστορώ την περιπέτεια μου. Φαντάζομαι ότι εκατοντάδες συμπολίτες μου θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο. Θα μπορούσαμε να κάνουμε και σωματείο, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, και με ότι μέσα διαθέτουμε να βάλουμε ένα χεράκι .
Δεν αστειεύομαι. Από το 1993 που γράφω καθημερινά, έχω πέσει σε χίλιους λάκκους. Έχω βρει απέναντι μου μπετόν αρμέ αδιαφορίας, για την υγεία, για την παιδεία, για την κοινωνία, που στριφογυρίζει στα ίδια προβλήματα. Και αυτό είναι το δράμα «τα ίδια προβλήματα», που καλείσαι να επαναλαμβάνεις σε τακτά χρονικά διαστήματα και όταν έρθει η ώρα του απολογισμού μαζεύεις τα στατιστικά στοιχεία της στήλης και ξαφνιάζεσαι από την επανάληψη. Εκατό φορές για το νέο νοσοκομείο, διακόσιες για το κυκλοφοριακό και για τους χώρους στάθμευσης διακόσιες πενήντα για την καθαριότητα, τριακόσιες για τους λάκκους, τις συγκοινωνίες την τουριστική κρίση και όλα τα γνωστά.
Βεβαίως θα που πείτε, ότι τα προβλήματα δεν τελειώνουν ποτέ, όχι όμως τα ίδια. Ολόκληρες πόλεις που ισοπεδώνονται από πολεμικές καταστροφές ξανακτίζονται σε λιγότερο χρόνο από ότι χρειάζεται να κτισθεί ένα Νοσοκομείο, η ένα Δικαστικό μέγαρο. Ήμουν νεαρός δημοσιογράφος όταν εγκαινιάστηκε η ανέγερση του νέου Νοσοκομείου και ετοιμάζομαι να συνταξιοδοτηθώ. Πάει πολύ.
Γι’ αυτό σας λέω είναι προτιμότερο να βάλουμε όλοι ένα χεράκι. Και για να μην ξεχάσω την αφορμή που γράφτηκαν τα παραπάνω, κάνω έκκληση στην δραστήρια «Λέσχη Μοτοσικλέτας» να αναλάβει πρωτοβουλία εκστρατείας κλείσιμο των λάκκων, πριν θρηνήσουμε θύματα...

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...