Ένα διάλλειμα για τη γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής. Μετά τις γιορτές, η βλακεία σε συνέχειες, που έχουμε ξεκινήσει. Θα συνεχίσουνε την αντίσταση κατά της βλακείας της εξουσίας γιατί όπως κλείνω και στο χθεσινό, δεν είναι για γέλια αλλά για κλάματα.
Υπάρχουν κάποια κείμενα που έχουν αγαπηθεί ιδιαιτέρα από τους αναγνώστες, για όσους δεν έτυχε να το διαβάσουν ένα παλαιότερο αγαπημένο.
Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουν ταπεινά προς τα κάτω, τι στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται…Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία…τι μελωδία…τι ήχοι ακούγονται…τι στίχοι…Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό…Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος..»
Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Κάθε απόπειρα και μια ανώμαλη προσγείωση, γιατί μπορεί να υπάρχουν και έρωτες γεροντικοί, αυτοί όμως συμπληρώνουν τη λίστα των ασθενειών, που έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους. Η απογοήτευση μεγαλώνει, όταν το γεμάτο πορτοφόλι σε προτρέπει να ενισχύσεις τα όμορφα κορίτσια εξ ανατολών, μόλις το καμπανάκι χτυπήσει λήξη του πληρωμένου χρόνου, πάλι το μυαλό γυρίζει πίσω εκεί που μέτραγε η ομορφιά της νεότητας μας. Είχα διαβάσει χθες ένα άρθρο για το παλιμπαιδισμό, και θυμήθηκα την πρώτη γενιά των εντιμότατων φίλων μου, γι’ εαυτό και η παραπάνω αναφορά. Παρακάτω μια συμπλέουσα με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή.
«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
Τετάρτη 15 Απριλίου 2009
Περί βλακείας
Θα συνεχίζουμε και μεγαλοβδόμαδα, γιατί μπορεί η βλακεία να είναι ανίκητη, τα όπλα όμως πρέπει να τα τιμήσουμε. «Δύο πράγματα είναι ατελείωτα: το σύμπαν και η βλακεία του ανθρώπου, όμως για το σύμπαν δεν είμαι ακόμα σίγουρος». Αυτή η φράση, αποδίδεται στον Άλμπερτ Αϊνστάιν.
Ο μοναδικός που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα: βλάκας είναι αυτός που προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα και υφίσταται ζημιά και ο ίδιος. «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ησυχίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου πλάσματος που μας τυχαίνει τις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει και δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει απολύτως τίποτα να κερδίσει από τις πράξεις του», γράφει ο Τσιπόλα. Ένα πράγμα είναι λοιπόν ξεκάθαρο: η βλακεία έχει μια ευκρινή κλίση να μεταφράζεται σε πράξεις, και αυτό την καθιστά επικίνδυνη.
Η βλακεία είναι ασυναίσθητη και υποτροπιάζει. «Ο κίνδυνος της βλακείας προέρχεται από τον βλάκα που δεν ξέρει ότι είναι βλάκας», εξηγεί ο Τσιπόλα. «Αυτό δίνει μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα στην καταστρεπτική δράση της». Ο βλάκας δε γνωρίζει τα όριά του, παραμένει προσκολλημένος στις πεποιθήσεις του και δεν ξέρει πώς να αλλάξει, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει επ’ άπειρον τα ίδια λάθη.
Σε κλινικό επίπεδο, η βλακεία είναι η χειρότερη ασθένεια, γιατί είναι αθεράπευτη. Ο βλάκας έχει την τάση να επαναλαμβάνει πάντα την ίδια συμπεριφορά, γιατί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη ζημιά που προκαλεί και συνεπώς δεν μπορεί να αυτοδιορθωθεί. Ο βλάκας είναι σαν τα διαμάντια: παντοτινός.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία: η εξουσία. «Η εξουσία αποβλακώνει», έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες. Γι’ αυτή τη βλακεία ο λόγος που, δεν προκαλεί γέλια αλλά κλάματα…
Ο μοναδικός που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα: βλάκας είναι αυτός που προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα και υφίσταται ζημιά και ο ίδιος. «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ησυχίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου πλάσματος που μας τυχαίνει τις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει και δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει απολύτως τίποτα να κερδίσει από τις πράξεις του», γράφει ο Τσιπόλα. Ένα πράγμα είναι λοιπόν ξεκάθαρο: η βλακεία έχει μια ευκρινή κλίση να μεταφράζεται σε πράξεις, και αυτό την καθιστά επικίνδυνη.
Η βλακεία είναι ασυναίσθητη και υποτροπιάζει. «Ο κίνδυνος της βλακείας προέρχεται από τον βλάκα που δεν ξέρει ότι είναι βλάκας», εξηγεί ο Τσιπόλα. «Αυτό δίνει μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα στην καταστρεπτική δράση της». Ο βλάκας δε γνωρίζει τα όριά του, παραμένει προσκολλημένος στις πεποιθήσεις του και δεν ξέρει πώς να αλλάξει, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει επ’ άπειρον τα ίδια λάθη.
Σε κλινικό επίπεδο, η βλακεία είναι η χειρότερη ασθένεια, γιατί είναι αθεράπευτη. Ο βλάκας έχει την τάση να επαναλαμβάνει πάντα την ίδια συμπεριφορά, γιατί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη ζημιά που προκαλεί και συνεπώς δεν μπορεί να αυτοδιορθωθεί. Ο βλάκας είναι σαν τα διαμάντια: παντοτινός.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία: η εξουσία. «Η εξουσία αποβλακώνει», έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες. Γι’ αυτή τη βλακεία ο λόγος που, δεν προκαλεί γέλια αλλά κλάματα…
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
Είμαστε από χέρι χαμένοι
Είναι ο εγωισμός, είναι η αξιοπρέπεια, είναι η αριστοκρατία με την καλή την έννοια, είναι που φθάσαμε πενήντα και ντρεπόμαστε τα παιδιά μας, είναι αυτή η ξεροκεφαλιά που κουβαλάμε αρνούμενοι να ξεπουληθούμε τώρα στα ξωκέντια; Δεν ξερώ, για κείνο που είμαι βέβαιος, είναι ότι από χέρι είμαστε χαμένοι.
«Όποιος κρύβει στην καρδιά του τόση νύχτα ξέρει, γνωρίζει, εννοεί. Πάλι σε νύχτα θα βγει, πάλι τα χαρτιά δεν θα βγαίνουν, η τράπουλα θα είναι σημαδεμένη, αλλά εμείς εκεί: την ώρα της αιχμής και ενάντια στο ρεύμα. Θα ανάβουμε τσιγάρο δίπλα σε φιάλες οξυγόνου, θα περπατάμε ξυπόλητοι στα γυαλιά, θα πέφτουμε από τον τέταρτο για μια αγάπη που δεν, θα αφιερώνουμε τη ζωή μας στους πειρατές της καρδιάς μας. Χαμένοι από χέρι, αλλά με τον τρόπο μας γενναίοι. Τρομοκρατημένοι αλλά αμετακίνητοι: στις αρχές μας στις ήττες μας, στην καρδιά μας. Συλλέγοντας τα ράκη των αισθημάτων μας - όπου κι αν βρούμε».
Μπορεί τα εντός εισαγωγικών να έχουν άλλα κίνητρα, το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Είμαστε από χέρι χαμένοι.
Χαμένοι γιατί το επιλέξαμε, αφού ξέρουμε και γνωρίζουμε και εννοούμε, αλλά και τα καταφέρνουμε να μετατρέψουμε την ήττα σε νίκη.
Τα εκτός εισαγωγικών αποτελούν συνέχεια στην εισαγωγή της αναμονής. Όταν ο αρχηγός της μαλακίας σε θέλει στην παρέα του, πρέπει να σε προβληματίζει, όταν σε χειροκροτεί κράτα και πισινή. Αντίθετα όταν σε απορρίπτει ετοιμάσου για το παράσημο της τιμής.
Είμαστε από χέρι χαμένοι, γιατί αρνούμαστε να κάνουμε τέτοιες παρέες, γιατί την θέση μας την διεκδικούμε και την απαιτούμε, γιατί δεν γλύφουμε, δεν παρακαλούμε, δεν ξεπουλάμε ότι καταχτήσαμε. Καλλίτερα γενναίοι και ηττημένοι παρά «νικητές» και ταπεινωμένοι.
Μπορεί η αναμονή να ανήκει στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα, όμως στην προκειμένη περίπτωση θα συνεχίσουμε να σας κρατάμε σε αγωνία, θυσιάζοντας πολλά και κυρίως το νευρικό μας σύστημα.
«Όποιος κρύβει στην καρδιά του τόση νύχτα ξέρει, γνωρίζει, εννοεί. Πάλι σε νύχτα θα βγει, πάλι τα χαρτιά δεν θα βγαίνουν, η τράπουλα θα είναι σημαδεμένη, αλλά εμείς εκεί: την ώρα της αιχμής και ενάντια στο ρεύμα. Θα ανάβουμε τσιγάρο δίπλα σε φιάλες οξυγόνου, θα περπατάμε ξυπόλητοι στα γυαλιά, θα πέφτουμε από τον τέταρτο για μια αγάπη που δεν, θα αφιερώνουμε τη ζωή μας στους πειρατές της καρδιάς μας. Χαμένοι από χέρι, αλλά με τον τρόπο μας γενναίοι. Τρομοκρατημένοι αλλά αμετακίνητοι: στις αρχές μας στις ήττες μας, στην καρδιά μας. Συλλέγοντας τα ράκη των αισθημάτων μας - όπου κι αν βρούμε».
Μπορεί τα εντός εισαγωγικών να έχουν άλλα κίνητρα, το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Είμαστε από χέρι χαμένοι.
Χαμένοι γιατί το επιλέξαμε, αφού ξέρουμε και γνωρίζουμε και εννοούμε, αλλά και τα καταφέρνουμε να μετατρέψουμε την ήττα σε νίκη.
Τα εκτός εισαγωγικών αποτελούν συνέχεια στην εισαγωγή της αναμονής. Όταν ο αρχηγός της μαλακίας σε θέλει στην παρέα του, πρέπει να σε προβληματίζει, όταν σε χειροκροτεί κράτα και πισινή. Αντίθετα όταν σε απορρίπτει ετοιμάσου για το παράσημο της τιμής.
Είμαστε από χέρι χαμένοι, γιατί αρνούμαστε να κάνουμε τέτοιες παρέες, γιατί την θέση μας την διεκδικούμε και την απαιτούμε, γιατί δεν γλύφουμε, δεν παρακαλούμε, δεν ξεπουλάμε ότι καταχτήσαμε. Καλλίτερα γενναίοι και ηττημένοι παρά «νικητές» και ταπεινωμένοι.
Μπορεί η αναμονή να ανήκει στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα, όμως στην προκειμένη περίπτωση θα συνεχίσουμε να σας κρατάμε σε αγωνία, θυσιάζοντας πολλά και κυρίως το νευρικό μας σύστημα.
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Τη φτώχια που μας έχει γονατίσει Τη νοιώθω μεγαλύτερη ντροπή
Εβδομάδα των παθών από σήμερα, όπως και οι προηγούμενες εβδομάδες, για τους ταπεινούς και καταφρονημένους, για τους φτωχούς και τους συμβασιούχους. Στα ήδη γνωστά προβλήματα, αυτές οι μέρες προσθέτουν και το συναισθηματικό βάρος. Το βάρος όχι βεβαία από τα πάθη του Χριστού, αλλά από την ανάγκη που φτάνει στα όρια της ντροπής «Τη φτώχια που μας έχει γονατίσει την νοιώθω μεγαλύτερη ντροπή» για να θυμηθούμε και το μεγάλο Άκη Πάνου, που σε αντίθεση με τις μελιστάλαχτες ελληνικές ταινίες περιέγραψε σε μια στροφή την πραγματικότητα.
Αυτές τις μέρες η μόνη παρηγοριά μας οι ποιητές. «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό». Μας προτείνει ο Οδυσσέας Ελύτης. Και επειδή η εβδομάδα των παθών, όπως την αισθάνεται κανείς, προσφέρεται για εσωτερικές αναζητήσεις, παρέα με τους ποιητές αυτές τις μέρες γιατί η ντροπή δεν αντέχεται.
«Για τον ποιητή είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί. Όταν οι ποιητές είναι μακριά δεν υπάρχουν ούτε μήνες ούτε μέρες. Ποιος θα καταγράψει τις λύπες μας, ποιος θα πενθήσει τις χαρές μας; Τα ημερολόγια φυλλορροούν και ο χρόνος, άδειος και ακατοίκητος, σαν αφόρετο ρούχο, κρέμεται πίσω από την πόρτα, μην χτυπάτε, δεν ανοίγει σε πόλεις χωρίς ποιητές. Μην του μιλάτε, δεν απαντά σε ανθρώπους που σκότωσαν τα αηδόνια τους.» Τα εντός εισαγωγικών από μια πονεμένη ψυχή που βάζει την ποίηση σημαιοφόρο των τεχνών.
Την εβδομάδα των παθών, που η επικαιρότητα περιμένει, να βγουν οι επιτάφιοι, για να ανταλλάξουμε εν συνεχεία το φιλί του Ιούδα, το όνειρο μόνο οι ποιητές έχουν την δύναμη, να το περάσουν στις αισθήσεις. «Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε καρδιά μου πως αντέχεις μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές;»
Πως αλλιώς θα μπορέσει να αντέξει το βάρος των ημερών η καρδιά. Πως αλλιώς, με τόσους Ιούδες, που βρίσκονται ανάμεσα μας και καλύπτονται πίσω από την λαστιχένια πολιτική, θα κρατήσουμε τον θυμό μας; Αλλά γι’ αυτούς που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να ψεύδονται να εγκληματούν να προδίδουν να υβρίζουν να λοιδορούν να παίζουν με τον ανθρώπινο πόνο, κάτω από την ασυλία της «πολιτικής», θα είμαστε εδώ κάθε μέρα για τους αποδείξουμε, ότι κάποια στιγμή τα πολιτικά εγκλήματα δεν παύουν να είναι εγκλήματα και πρέπει τιμωρούνται…
.
Αυτές τις μέρες η μόνη παρηγοριά μας οι ποιητές. «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό». Μας προτείνει ο Οδυσσέας Ελύτης. Και επειδή η εβδομάδα των παθών, όπως την αισθάνεται κανείς, προσφέρεται για εσωτερικές αναζητήσεις, παρέα με τους ποιητές αυτές τις μέρες γιατί η ντροπή δεν αντέχεται.
«Για τον ποιητή είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί. Όταν οι ποιητές είναι μακριά δεν υπάρχουν ούτε μήνες ούτε μέρες. Ποιος θα καταγράψει τις λύπες μας, ποιος θα πενθήσει τις χαρές μας; Τα ημερολόγια φυλλορροούν και ο χρόνος, άδειος και ακατοίκητος, σαν αφόρετο ρούχο, κρέμεται πίσω από την πόρτα, μην χτυπάτε, δεν ανοίγει σε πόλεις χωρίς ποιητές. Μην του μιλάτε, δεν απαντά σε ανθρώπους που σκότωσαν τα αηδόνια τους.» Τα εντός εισαγωγικών από μια πονεμένη ψυχή που βάζει την ποίηση σημαιοφόρο των τεχνών.
Την εβδομάδα των παθών, που η επικαιρότητα περιμένει, να βγουν οι επιτάφιοι, για να ανταλλάξουμε εν συνεχεία το φιλί του Ιούδα, το όνειρο μόνο οι ποιητές έχουν την δύναμη, να το περάσουν στις αισθήσεις. «Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε καρδιά μου πως αντέχεις μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές;»
Πως αλλιώς θα μπορέσει να αντέξει το βάρος των ημερών η καρδιά. Πως αλλιώς, με τόσους Ιούδες, που βρίσκονται ανάμεσα μας και καλύπτονται πίσω από την λαστιχένια πολιτική, θα κρατήσουμε τον θυμό μας; Αλλά γι’ αυτούς που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να ψεύδονται να εγκληματούν να προδίδουν να υβρίζουν να λοιδορούν να παίζουν με τον ανθρώπινο πόνο, κάτω από την ασυλία της «πολιτικής», θα είμαστε εδώ κάθε μέρα για τους αποδείξουμε, ότι κάποια στιγμή τα πολιτικά εγκλήματα δεν παύουν να είναι εγκλήματα και πρέπει τιμωρούνται…
.
Παρασκευή 10 Απριλίου 2009
Θα πληρώσουμε και δεν θα ξεχρεώσουμε...
Όταν οι Γιώτα 5 αποτελούν σήμερα την ομάδα κρούσης, τι προκοπή να περιμένεις; Οι σημερινές πρωτοπορίες επιλεχτήκαν από τον άμαχο πληθυσμό, πώς να προσδοκάς την ανάσταση; Είναι προτιμότερο να χορέψουμε τον χορό του Ζαλόγγου, αφού τα ρίξαμε στον αυτόματο πιλότο. Αυτή η απάθεια που οδήγησε στις προσωπικές διαδρομές, έχει κόστος. Το τέρμα κάθε διαδρομής οδηγεί στο ταμείο. Θα πληρώσουμε! Το άδικο είναι που δεν θα ξεχρεώσουμε. Θα χρεώσουμε και τα παιδιά μας.
Καμαρώστε τα ωραία σας σπίτια, τα πανάκριβα σας αυτοκίνητα, και αφήστε τα όλα γύρω σας να ρημάξουν.
Θα κρατήσει μέρες η εισαγωγή, άλλωστε όπως σας έγραψα, εγώ για κάτι τέτοια, τα σπαταλάω τα λόγια με όλη μου την καρδιά. Και τα σπαταλάω τα λόγια, γιατί η καταλόγηση ευθυνών, πρέπει να λάβει υπόψη της όλα τα δεδομένα. Kαι όταν μάλιστα έχεις να κάνει με Γιώτα 5, δεν μπορείς να αγνοείς και τα ελαφρυντικά.
Να στείλεις στην κρεμάλα την βλακεία, την απάθεια, την ηθική αυτουργία;
Να εξαντλήσουμε το θέμα, για να έχουμε την συνείδηση μας ήσυχη.
…………………………………………………………………………
Όχι που θα συμβεί αυτό τελικά. Άλλωστε το Πάσχα δεν είναι αυτό που θα ζήσουμε αλλά αυτά που έχουμε ζήσει.
Γι’ αυτό σας λέω, τι αξία θα είχε το φετινό Πάσχα χωρίς αυτά που προηγήθηκαν.
Ακόμα και σήμερα που η εποχή βάζει εμπόδια στις ήδη αδυνατισμένες μας αισθήσεις, εμείς με τις παρακαταθήκες μας, θα το γλεντήσουμε και έτσι.
Οι μυρωδιές, οι μουσικές και τα χρώματα παραμένουν ανεξίτηλα στην άοσμη και άχρωμη εποχή μας και εμείς έχουμε την τύχη να μα ξυπνούν. Τώρα που όλα έγιναν εμπόριο εμείς το προσπερνάμε.
……………………………………………………………………………..
Και δεν θα συμβεί αυτό τελικά, γιατί εμείς μπορεί να έχουμε ζήσει, φροντίσαμε όμως οι επόμενοι, να μην έχουν να θυμούνται...
Καμαρώστε τα ωραία σας σπίτια, τα πανάκριβα σας αυτοκίνητα, και αφήστε τα όλα γύρω σας να ρημάξουν.
Θα κρατήσει μέρες η εισαγωγή, άλλωστε όπως σας έγραψα, εγώ για κάτι τέτοια, τα σπαταλάω τα λόγια με όλη μου την καρδιά. Και τα σπαταλάω τα λόγια, γιατί η καταλόγηση ευθυνών, πρέπει να λάβει υπόψη της όλα τα δεδομένα. Kαι όταν μάλιστα έχεις να κάνει με Γιώτα 5, δεν μπορείς να αγνοείς και τα ελαφρυντικά.
Να στείλεις στην κρεμάλα την βλακεία, την απάθεια, την ηθική αυτουργία;
Να εξαντλήσουμε το θέμα, για να έχουμε την συνείδηση μας ήσυχη.
…………………………………………………………………………
Όχι που θα συμβεί αυτό τελικά. Άλλωστε το Πάσχα δεν είναι αυτό που θα ζήσουμε αλλά αυτά που έχουμε ζήσει.
Γι’ αυτό σας λέω, τι αξία θα είχε το φετινό Πάσχα χωρίς αυτά που προηγήθηκαν.
Ακόμα και σήμερα που η εποχή βάζει εμπόδια στις ήδη αδυνατισμένες μας αισθήσεις, εμείς με τις παρακαταθήκες μας, θα το γλεντήσουμε και έτσι.
Οι μυρωδιές, οι μουσικές και τα χρώματα παραμένουν ανεξίτηλα στην άοσμη και άχρωμη εποχή μας και εμείς έχουμε την τύχη να μα ξυπνούν. Τώρα που όλα έγιναν εμπόριο εμείς το προσπερνάμε.
……………………………………………………………………………..
Και δεν θα συμβεί αυτό τελικά, γιατί εμείς μπορεί να έχουμε ζήσει, φροντίσαμε όμως οι επόμενοι, να μην έχουν να θυμούνται...
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
Για κάτι τέτοια, τα σπαταλάω τα λόγια ...
Μπορεί κάποιες στιγμές να καταφεύγω στη σιωπή, έτσι για να πάρω ανάσες, όμως για κάτι τέτοια, που συμβαίνουν εδώ στην μικρή μας πόλη, με όλη μου τη καρδιά τα σπαταλάω τα λόγια.
Και τι μ’ αυτό που χάθηκαν οι εποχές, εμείς τις ζήσαμε και τις τέσσερεις και όσο η μνήμη τις επαναφέρει θα επιμείνουμε. Ας κάνει τσαμπουκάδες ο χειμώνας, το πολύ πολύ να μας αφήσει ανώμαλα. Είναι καταδικασμένος από το καλοκαίρι, που έγινε πλέον ο βασικός του αντίπαλος.
Αυτή η πολιτική κρεατομηχανή. Αυτή η πολιτική μαλακία, που τη δείχνει και η τηλεόραση, που θα πάει, δεν πάει άλλο, σαν τον χειμώνα θα χαθεί.
Πλήρης απογοήτευση, όχι όμως και σιωπή.
Κανονικά με όλα αυτά τα καταγεγραμμένα ψεύδη, όλοι αυτοί που έχουν την αίσθηση, ότι θα σώσουν το τόπο, αν υπήρχαν νόμοι να τους δικάσουν θα έπρεπε να εκτίουν τρις ισόβια. Αν πάλι υπήρχε ίχνος ηθικής, που να ακουμπάει τη ψυχή τους θα έπρεπε κάνουν χαρακίρι.
Τα σπαταλάω τα λόγια σήμερα γιατί βρίσκομαι ένα βήμα, από εκείνο το εφήμερο, που δίνει νόημα στη ζωή μου. Από εκείνο το εφήμερο, που μέχρι σήμερα μου διέκοψε πολλές φορές αυτή τη βαρετή πορεία. Από εκείνο το εφήμερο, που έκανε κάθε στάση και μια νέα αρχή, που μου αφαιρεί τα παραπανίσια χρόνια, που μου αλλάζει τα χρώματα και τα φώτα. Από εκείνο το εφήμερο που επιταχύνει τους ρυθμούς στην καρδιά μου και ανανεώνει τον αέρα στα πνευμόνια μου.
Τα σπαταλάω τα λόγια γιατί βαρέθηκα τους μαλάκες και αν χρειάστηκε να ξεσπάσω σε άγνωστους μαλάκες για να διαχειριστώ το θυμό μου, τώρα το ξέσπασμα θα έχει ανταπόκριση. Νοιώθω υπέροχα, που θα σπαταλάω τα λόγια όχι μόνο για τον δικό μου θυμό αλλά και για τον δικό σας, γιατί αυτοί είναι γνωστοί μαλάκες.
Εισαγωγικό το σημερινό σημείωμα και όπως οι αστυνομικές εισαγωγές δεν σπεύδουν να φανερώσουν τους δολοφόνους, μην περιμένετε διευθύνσεις και ονόματα, οι δολοφόνοι όμως θα καταλάβουν… Γι’ αυτό γράφω σήμερα, για να κλονίσω τα άλλοθι και να τους προϊδεάσω για το τι θα επακολουθήσει. Σιγά σιγά και βασανιστικά…
Και τι μ’ αυτό που χάθηκαν οι εποχές, εμείς τις ζήσαμε και τις τέσσερεις και όσο η μνήμη τις επαναφέρει θα επιμείνουμε. Ας κάνει τσαμπουκάδες ο χειμώνας, το πολύ πολύ να μας αφήσει ανώμαλα. Είναι καταδικασμένος από το καλοκαίρι, που έγινε πλέον ο βασικός του αντίπαλος.
Αυτή η πολιτική κρεατομηχανή. Αυτή η πολιτική μαλακία, που τη δείχνει και η τηλεόραση, που θα πάει, δεν πάει άλλο, σαν τον χειμώνα θα χαθεί.
Πλήρης απογοήτευση, όχι όμως και σιωπή.
Κανονικά με όλα αυτά τα καταγεγραμμένα ψεύδη, όλοι αυτοί που έχουν την αίσθηση, ότι θα σώσουν το τόπο, αν υπήρχαν νόμοι να τους δικάσουν θα έπρεπε να εκτίουν τρις ισόβια. Αν πάλι υπήρχε ίχνος ηθικής, που να ακουμπάει τη ψυχή τους θα έπρεπε κάνουν χαρακίρι.
Τα σπαταλάω τα λόγια σήμερα γιατί βρίσκομαι ένα βήμα, από εκείνο το εφήμερο, που δίνει νόημα στη ζωή μου. Από εκείνο το εφήμερο, που μέχρι σήμερα μου διέκοψε πολλές φορές αυτή τη βαρετή πορεία. Από εκείνο το εφήμερο, που έκανε κάθε στάση και μια νέα αρχή, που μου αφαιρεί τα παραπανίσια χρόνια, που μου αλλάζει τα χρώματα και τα φώτα. Από εκείνο το εφήμερο που επιταχύνει τους ρυθμούς στην καρδιά μου και ανανεώνει τον αέρα στα πνευμόνια μου.
Τα σπαταλάω τα λόγια γιατί βαρέθηκα τους μαλάκες και αν χρειάστηκε να ξεσπάσω σε άγνωστους μαλάκες για να διαχειριστώ το θυμό μου, τώρα το ξέσπασμα θα έχει ανταπόκριση. Νοιώθω υπέροχα, που θα σπαταλάω τα λόγια όχι μόνο για τον δικό μου θυμό αλλά και για τον δικό σας, γιατί αυτοί είναι γνωστοί μαλάκες.
Εισαγωγικό το σημερινό σημείωμα και όπως οι αστυνομικές εισαγωγές δεν σπεύδουν να φανερώσουν τους δολοφόνους, μην περιμένετε διευθύνσεις και ονόματα, οι δολοφόνοι όμως θα καταλάβουν… Γι’ αυτό γράφω σήμερα, για να κλονίσω τα άλλοθι και να τους προϊδεάσω για το τι θα επακολουθήσει. Σιγά σιγά και βασανιστικά…
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
Οδηγίες προς θυμωμένους...
Ευτυχώς κατάφερα να διαχειριστώ το θυμό μου και σήμερα. Ευτυχώς λέω γιατί πέρασε αναίμακτα η μέρα. Εκείνο που δεν μπορώ να πω με σιγουριά είναι πόσες μέρες έχασα στην προσπάθεια να συγκρατηθώ. Μάσησα αρκετές τσίχλες νικοτίνης μέχρι που ένας φίλος μου, μου έδειξε το δρόμο διαχείρισης του θυμού. Η ιστορία που μου διηγήθηκε είναι παλιότερη, εύκολα όμως με κάποιες τεχνικές μετατροπές μπορεί να προσαρμοστεί και στην σημερινή πραγματικότητα.
Καθόμουν στο γραφείο μου , όταν ξαφνικά θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να κάνω ένα τηλεφώνημα σε μια φίλη μου. Βρήκα το νούμερο του τηλεφώνου και το κάλεσα. Ένας άντρας από την άλλη άκρη της γραμμής απάντησε.
Πολύ ευγενικά του είπα ότι είμαι ο ταδε, και ότι ήθελα να μιλήσω με την φίλη μου Ξαφνικά κατάλαβα ότι μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος άνθρωπος θα μπορούσε να είναι τόσο αγενής.
Τελικά βρήκα το σωστό νούμερο της κοπέλας και της τηλεφώνησα. (Είχα κάνει λάθος στα δύο τελευταία ψηφία).
Αφού τα είπαμε, έκλεισα το τηλέφωνο και αποφάσισα να ξανακαλέσω το λάθος νούμερο.
Όταν ο ίδιος τύπος απάντησε, του φώναξα «είσαι πολύ μαλάκας » και έκλεισα το τηλέφωνο με δύναμη. Σημείωσα το νούμερο στην ατζέντα μου καταχωρώντας τον με το όνομα «μαλάκας» και την έβαλα στο συρτάρι μου. Κάθε δύο εβδομάδες περίπου όταν μού έρχονταν οι λογαριασμοί ή είχα πραγματικά μια άσχημη μέρα συνήθιζα να τον παίρνω τηλέφωνο και να του φωνάζω «είσαι πολύ μαλάκας».
Κάθε φορά που το έκανα μου έφτιαχνε τη διάθεση.
Όταν κάποτε έκανε την εμφάνιση της η υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων, σκέφτηκα ότι έπρεπε να σταματήσω τα «θεραπευτικά» τηλεφωνήματα στον «μαλάκα». Έτσι τον πήρα ξανά τηλέφωνο και του είπα:
«Γεια, είμαι ο τάδε από την τηλεφωνική εταιρεία και θα ήθελα να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε σχετικά για την νέα υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων».
Εκείνος μου φώναξε «ΟΧΙ!» και μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Τον ξανακάλεσα αμέσως και του απάντησα «πως να το ξέρεις αφού είσαι μαλάκας».
Μια μέρα, καθώς πήγαινα στο μαγαζί και ετοιμαζόμουν να παρκάρω το αυτοκίνητο μου στο parking, ένας τύπος με μια μαύρη BMW μου έκλεισε το δρόμο και μου πήρε τη θέση, που τόσο υπομονετικά περίμενα, για να παρκάρω. Κορνάρισα και του φώναξα ότι αυτή η θέση ήταν δική μου. Ο κόπανος, επιδεικτικά με αγνόησε, αλλά για καλή μου τύχη πρόσεξα, ότι στο πίσω τζάμι του αυτοκινήτου, υπήρχε ένα «ΠΩΛΕΙΤΑΙ». Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα το στυλό και σημείωσα το τηλέφωνο του.
Δύο μέρες αργότερα, και αφού είχα καλέσει τον «πρώτο μαλάκα» (τώρα, είχα βάλει το τηλέφωνο του στην αυτόματη κλήση), μου ήρθε η ιδέα να καλέσω και τον μαλάκα. με τη BMW.
Τηλεφώνησα και μία φωνή απάντησε «Εμπρός;». «Είστε αυτός που πουλάει μια μαύρη BMW» του λέω. « Ναι, ακριβώς» μου απαντάει.
«Μήπως μπορείτε να μου δώσετε την διεύθυνση σας για να έρθω να δω το αυτοκίνητο από κοντά» τον ρωτάω.
«Βεβαίως, μένω στη οδο…. Είναι ένα κίτρινο σπίτι, και ακριβώς απ' έξω είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνητο».
Τον ρώτησα πως λέγεται και ποια είναι η πιο κατάλληλη ώρα για να περάσω από εκεί.
«Φτάνω στο σπίτι γύρω στις 5 το απόγευμα.» μου απαντάει.
«Άκου, μπορώ να σου πω κάτι;»
«Ναι;»
Είσαι μαλάκας…» Το έκλεισα και αποφάσισα να βάλω και το δικό του τηλέφωνο στη αυτόματη κλήση.
Τώρα, όποτε αντιμετώπιζα κάποιο πρόβλημα, είχα 2 μαλάκες να καλώ.
Ωστόσο, μετά από κάποιους μήνες αλλεπάλληλων τηλεφωνημάτων και στους δύο, συνειδητοποίησα, ότι δεν μου έδινε την ίδια χαρά όπως παλιά.
Μια μέρα τηλεφώνησα στον πρώτο μαλάκα.
«Γεια»
«Είσαι μαλάκας» (αλλά δεν το έκλεισα αυτή τη φορά)
«Είσαι ακόμα στη γραμμή;» με ρώτησε.
«Φυσικά» απάντησα.
«Σταμάτα να μου τηλεφωνείς» μου φώναξε ουρλιάζοντας.
«Ανάγκασε με» του απάντησα..
«Ποιος είσαι ρε;» με ρώτησε.
του έδωσα το όνομα και την διεύθυνση του δεύτερου μαλάκα
Τότε μου λέει, «Έρχομαι από εκεί τώρα!! «Ναι, τώρα φοβήθηκα, μαλάκα..!» Έπειτα, πήρα τηλέφωνο το δεύτερο
«Εμπρός;» απάντησε.
«Γεια σου μαλάκα…» του λέω.
Τότε εκείνος φώναξε, «Αν μάθω ποιος είσαι...»
«Τι θα κάνεις;» του απάντησα.
«Θα σου κόψω το κώλο …» μου ξεκαθάρισε.
Τότε απάντησα, «Λοιπόν, να η ευκαιρία που έψαχνες. Έρχομαι τώρα σπίτι σου!»
Έκλεισα το τηλέφωνο και πήρα αμέσως την Αστυνομία, λέγοντας ότι ετοιμαζόμουν να σκοτώσω τον τάδε, ο οποίος μένει στην οδό…
Στη συνέχεια, πήρα τηλέφωνο τα τηλεοπτικά κανάλια και τους ανέφερα για ένα πόλεμο συμμοριών, που γινόταν εκείνη τη στιγμή στην παραπάνω οδό.
Μπήκα γρήγορα στο αυτοκίνητο μου και κατευθύνθηκα στο σημείο συνάντησης
Όταν έφτασα εκεί είδα 2 τύπους να πλακώνουν αλύπητα ο ένας τον άλλο, μπροστά σε 6 περιπολικά, 1 ελικόπτερο της Αστυνομίας και τα τηλεοπτικά κανάλια
Τώρα πραγματικά αισθανόμουν καλύτερα...
Μέρες που θυμός με οδηγεί στα άκρα πάντα θυμάμαι τους εντιμότατους φίλους μου…
Καθόμουν στο γραφείο μου , όταν ξαφνικά θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να κάνω ένα τηλεφώνημα σε μια φίλη μου. Βρήκα το νούμερο του τηλεφώνου και το κάλεσα. Ένας άντρας από την άλλη άκρη της γραμμής απάντησε.
Πολύ ευγενικά του είπα ότι είμαι ο ταδε, και ότι ήθελα να μιλήσω με την φίλη μου Ξαφνικά κατάλαβα ότι μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος άνθρωπος θα μπορούσε να είναι τόσο αγενής.
Τελικά βρήκα το σωστό νούμερο της κοπέλας και της τηλεφώνησα. (Είχα κάνει λάθος στα δύο τελευταία ψηφία).
Αφού τα είπαμε, έκλεισα το τηλέφωνο και αποφάσισα να ξανακαλέσω το λάθος νούμερο.
Όταν ο ίδιος τύπος απάντησε, του φώναξα «είσαι πολύ μαλάκας » και έκλεισα το τηλέφωνο με δύναμη. Σημείωσα το νούμερο στην ατζέντα μου καταχωρώντας τον με το όνομα «μαλάκας» και την έβαλα στο συρτάρι μου. Κάθε δύο εβδομάδες περίπου όταν μού έρχονταν οι λογαριασμοί ή είχα πραγματικά μια άσχημη μέρα συνήθιζα να τον παίρνω τηλέφωνο και να του φωνάζω «είσαι πολύ μαλάκας».
Κάθε φορά που το έκανα μου έφτιαχνε τη διάθεση.
Όταν κάποτε έκανε την εμφάνιση της η υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων, σκέφτηκα ότι έπρεπε να σταματήσω τα «θεραπευτικά» τηλεφωνήματα στον «μαλάκα». Έτσι τον πήρα ξανά τηλέφωνο και του είπα:
«Γεια, είμαι ο τάδε από την τηλεφωνική εταιρεία και θα ήθελα να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε σχετικά για την νέα υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων».
Εκείνος μου φώναξε «ΟΧΙ!» και μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Τον ξανακάλεσα αμέσως και του απάντησα «πως να το ξέρεις αφού είσαι μαλάκας».
Μια μέρα, καθώς πήγαινα στο μαγαζί και ετοιμαζόμουν να παρκάρω το αυτοκίνητο μου στο parking, ένας τύπος με μια μαύρη BMW μου έκλεισε το δρόμο και μου πήρε τη θέση, που τόσο υπομονετικά περίμενα, για να παρκάρω. Κορνάρισα και του φώναξα ότι αυτή η θέση ήταν δική μου. Ο κόπανος, επιδεικτικά με αγνόησε, αλλά για καλή μου τύχη πρόσεξα, ότι στο πίσω τζάμι του αυτοκινήτου, υπήρχε ένα «ΠΩΛΕΙΤΑΙ». Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα το στυλό και σημείωσα το τηλέφωνο του.
Δύο μέρες αργότερα, και αφού είχα καλέσει τον «πρώτο μαλάκα» (τώρα, είχα βάλει το τηλέφωνο του στην αυτόματη κλήση), μου ήρθε η ιδέα να καλέσω και τον μαλάκα. με τη BMW.
Τηλεφώνησα και μία φωνή απάντησε «Εμπρός;». «Είστε αυτός που πουλάει μια μαύρη BMW» του λέω. « Ναι, ακριβώς» μου απαντάει.
«Μήπως μπορείτε να μου δώσετε την διεύθυνση σας για να έρθω να δω το αυτοκίνητο από κοντά» τον ρωτάω.
«Βεβαίως, μένω στη οδο…. Είναι ένα κίτρινο σπίτι, και ακριβώς απ' έξω είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνητο».
Τον ρώτησα πως λέγεται και ποια είναι η πιο κατάλληλη ώρα για να περάσω από εκεί.
«Φτάνω στο σπίτι γύρω στις 5 το απόγευμα.» μου απαντάει.
«Άκου, μπορώ να σου πω κάτι;»
«Ναι;»
Είσαι μαλάκας…» Το έκλεισα και αποφάσισα να βάλω και το δικό του τηλέφωνο στη αυτόματη κλήση.
Τώρα, όποτε αντιμετώπιζα κάποιο πρόβλημα, είχα 2 μαλάκες να καλώ.
Ωστόσο, μετά από κάποιους μήνες αλλεπάλληλων τηλεφωνημάτων και στους δύο, συνειδητοποίησα, ότι δεν μου έδινε την ίδια χαρά όπως παλιά.
Μια μέρα τηλεφώνησα στον πρώτο μαλάκα.
«Γεια»
«Είσαι μαλάκας» (αλλά δεν το έκλεισα αυτή τη φορά)
«Είσαι ακόμα στη γραμμή;» με ρώτησε.
«Φυσικά» απάντησα.
«Σταμάτα να μου τηλεφωνείς» μου φώναξε ουρλιάζοντας.
«Ανάγκασε με» του απάντησα..
«Ποιος είσαι ρε;» με ρώτησε.
του έδωσα το όνομα και την διεύθυνση του δεύτερου μαλάκα
Τότε μου λέει, «Έρχομαι από εκεί τώρα!! «Ναι, τώρα φοβήθηκα, μαλάκα..!» Έπειτα, πήρα τηλέφωνο το δεύτερο
«Εμπρός;» απάντησε.
«Γεια σου μαλάκα…» του λέω.
Τότε εκείνος φώναξε, «Αν μάθω ποιος είσαι...»
«Τι θα κάνεις;» του απάντησα.
«Θα σου κόψω το κώλο …» μου ξεκαθάρισε.
Τότε απάντησα, «Λοιπόν, να η ευκαιρία που έψαχνες. Έρχομαι τώρα σπίτι σου!»
Έκλεισα το τηλέφωνο και πήρα αμέσως την Αστυνομία, λέγοντας ότι ετοιμαζόμουν να σκοτώσω τον τάδε, ο οποίος μένει στην οδό…
Στη συνέχεια, πήρα τηλέφωνο τα τηλεοπτικά κανάλια και τους ανέφερα για ένα πόλεμο συμμοριών, που γινόταν εκείνη τη στιγμή στην παραπάνω οδό.
Μπήκα γρήγορα στο αυτοκίνητο μου και κατευθύνθηκα στο σημείο συνάντησης
Όταν έφτασα εκεί είδα 2 τύπους να πλακώνουν αλύπητα ο ένας τον άλλο, μπροστά σε 6 περιπολικά, 1 ελικόπτερο της Αστυνομίας και τα τηλεοπτικά κανάλια
Τώρα πραγματικά αισθανόμουν καλύτερα...
Μέρες που θυμός με οδηγεί στα άκρα πάντα θυμάμαι τους εντιμότατους φίλους μου…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Η Τέλεια Ομορφιά
Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...
-
Μια φορά τον μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Στην κεφαλή είναι η θέση του Λάκη. Η θέση μένει δική του. Την κρατάμε ζ...
-
Το έγραψα πέρυσι «κατόπιν εορτής», το θυμίζω σήμερα λίγες μέρες πριν το Πάσχα, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα αλλάξει κάτι. Τ...
-
Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...