Πρέπει να βάλω μια τάξη. Είναι τόσα πολλά που θέλω να γράψω σήμερα που δεν βγαίνει λέξη. Είναι τόσα πολλά που θέλω να βάλω στη σειρά και στην ώρα τους, αλλά τα παιδιά δεν φαίνονται πουθενά. Αργούν τα παιδιά και που να περιμένεις …
Με ποιον να συμμαχήσεις εδώ στην μικρή μας πόλη; Ποιανού το μέρος να πάρεις, και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα. Η εικόνα της πολιτικής σ’ αυτό τον τόπο δεν σκιαγραφείτε ούτε με το μαύρο. Για να μην μακρηγορούμε, ορατότης μηδέν.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας, και ένα ακροατήριο του πόνου.
Κάπως έτσι εξελίσσεται εδώ στην μικρή μας πόλη το θέατρο του παραλόγου. Για το Λαό ούτε λόγος, την κυριαρχία του την εξαγόρασε με δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Τι να πεις και σε ποιο να τα πεις. Να τρίψω τα χέρια μου από ικανοποίηση επειδή ξέμειναν από αντίπαλο και τσακώνονται μεταξύ τους; Πρόκειται για φαρσοκωμωδία, που δυστυχώς μας αφήνει αδιάφορους. Ποτέ δεν υπήρξε τέτοια στάση του Λαού απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Ποτέ αυτός ο Λαός δεν παρακολουθούσε τέτοιες φτηνές παραστάσεις.
Είναι πολλά που θέλω να γράψω σήμερα και από πού ν’ αρχίσω. Αν δεν καταλάβατε με τον εαυτό μου τα έχω πρωτίστως, που έφτασε τα πενήντα, βλέποντας όλα γύρω του να γκρεμίζονται και τώρα περιμένει τα παιδιά, ελπίζοντας ότι σ’ αυτό που υποστηρίζει δεν θα εισπράξει ακόμα μια απογοήτευση.
……………………………………………………………………………
Με την Κική Δημουλά για το φινάλε και για το τίτλο
Τρέμεις βροχή
σε φοβέρισε ο μετεωρολόγος
ότι θα γίνεις αύριο χιόνι
Εμάς να δεις
θα λιώσετε θα λιώσετε προβλέπει.
Παρασκευή 24 Απριλίου 2009
Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
Σιγά τα χρόνια
Το θέμα είναι καθαρά ψυχολογικό, μπορεί ένας χρόνος να μη μετράει τίποτα όταν βρίσκεται ενδιάμεσα της δεκαετίας, όταν όπως γίνεται στρογγυλοποίηση του ποσού, εκεί πονάει και πονάει βέβαια όταν τα 49 γίνονται 50, γιατί από τα 19 στα είκοσι περνάει χωρίς να μετρήσει. Να τον σταματήσουμε δεν μπορούμε, μπορούμε όμως με τον ανάλογο αυτοσαρκασμό να τον ξεγελάσουμε. Από τον Μάη αρχίζει το μέτρημα και εκεί που κάθε Μάη άνοιγε η Ψυχή μας τώρα αρχίζει σιγά σιγά να μας πιέζει, και τούτος Ο Μάης τα άντα τα κάνει ηντα.
Ας γυρίσουμε στους Μάηδες που σβήναμε κεριά και ας ζήσουμε και τώρα που δεν σβήνουμε αυτό που ξέρουμε καλά
«Ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – ή την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις, ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».
Μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή. Βραχνή γυναικεία φωνή. Και είναι Μάης
Από τον Μάη αρχίζει το μέτρημα. Σιγά πια! Και τι είναι τα χρόνια; αποσυμπιεσμένες στιγμές, αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με αξιοπρέπεια.
Στα γενέθλια πάψαμε να σβήνουμε κεριά. Τώρα σβήνουμε ονόματα, φίλους που χάθηκαν, έρωτες που ξεθώριασαν, ερωμένες που ξεχάστηκαν, δικούς μας που έφυγαν για πάντα. Το μέγεθος του απουσιολόγιου είναι το ασφαλέστερο ταμείο.
Γιατί το κάνω θέμα; Αφού τα χρόνια δεν μετράνε, η ζωή έχει σημασία και όσο υπάρχει πρέπει να είναι πλήρης, όχι ημερών, αλλά ηδονικών στιγμών και πράξεων.
Στο ταμείο και όλες αυτές οι πάντοτε παρούσες στιγμές, αυτές που κάνουν τα χρόνια να μην μετράνε γιατί «μια στιγμή και τα πάντα όλα».
Ζήσαμε τον έρωτα ακραία συμπεριλαμβάνοντας και την ολική καταστροφή ενίοτε. Δεν ψάχνω τοίχους σήμερα για να χτυπήσω το κεφάλι μου αγαπητή μου κυρία.
……………………………………………………………………………
Σιγά τα χρόνια και σαράντα πήγα και έφυγα τρέχοντας, ψάχνοντας αλλού την ηλικία μου, που; Μα που αλλού από τις αμέτρητες στιγμές που έζησα και αυτές που μπορεί να ζήσω γιατί σε ένα χρόνο μπορείς να ζήσεις μια ζωή και μια ζωή να τη μετρήσεις με άγονες δεκαετίες.
……………………………………………………………………………..
Πόσο είναι ο Σον Κόνερι και ακόμα λατρεύεται; Πάνω από εβδομήντα
Έχουμε πολύ χρόνο ακόμα
Ας γυρίσουμε στους Μάηδες που σβήναμε κεριά και ας ζήσουμε και τώρα που δεν σβήνουμε αυτό που ξέρουμε καλά
«Ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – ή την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις, ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».
Μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή. Βραχνή γυναικεία φωνή. Και είναι Μάης
Από τον Μάη αρχίζει το μέτρημα. Σιγά πια! Και τι είναι τα χρόνια; αποσυμπιεσμένες στιγμές, αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με αξιοπρέπεια.
Στα γενέθλια πάψαμε να σβήνουμε κεριά. Τώρα σβήνουμε ονόματα, φίλους που χάθηκαν, έρωτες που ξεθώριασαν, ερωμένες που ξεχάστηκαν, δικούς μας που έφυγαν για πάντα. Το μέγεθος του απουσιολόγιου είναι το ασφαλέστερο ταμείο.
Γιατί το κάνω θέμα; Αφού τα χρόνια δεν μετράνε, η ζωή έχει σημασία και όσο υπάρχει πρέπει να είναι πλήρης, όχι ημερών, αλλά ηδονικών στιγμών και πράξεων.
Στο ταμείο και όλες αυτές οι πάντοτε παρούσες στιγμές, αυτές που κάνουν τα χρόνια να μην μετράνε γιατί «μια στιγμή και τα πάντα όλα».
Ζήσαμε τον έρωτα ακραία συμπεριλαμβάνοντας και την ολική καταστροφή ενίοτε. Δεν ψάχνω τοίχους σήμερα για να χτυπήσω το κεφάλι μου αγαπητή μου κυρία.
……………………………………………………………………………
Σιγά τα χρόνια και σαράντα πήγα και έφυγα τρέχοντας, ψάχνοντας αλλού την ηλικία μου, που; Μα που αλλού από τις αμέτρητες στιγμές που έζησα και αυτές που μπορεί να ζήσω γιατί σε ένα χρόνο μπορείς να ζήσεις μια ζωή και μια ζωή να τη μετρήσεις με άγονες δεκαετίες.
……………………………………………………………………………..
Πόσο είναι ο Σον Κόνερι και ακόμα λατρεύεται; Πάνω από εβδομήντα
Έχουμε πολύ χρόνο ακόμα
Τρίτη 21 Απριλίου 2009
Θα τον ξαναθυμηθούμε…
Τον θυμήθηκα διαβάζοντας μια τελευταία συνέντευξη του, στην τηλεόραση που δημοσίευσε η «Κυριακάτικη ελευθεροτυπία». Με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, οδός Πετσόβου δίπλα στον λόφο του Στρέφη. Μια καλημέρα είχαμε, εγώ όμως τον θαύμαζα από παλιά, από την περίοδο της δικτατορίας, από το «εκείνος και εκείνος», από τις παραστάσεις που έδινε μονός του τις Δευτέρες, όταν τα θέατρα ήταν κλειστά… Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το θάνατο του ξεχωριστού ηθοποιού. Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς όσα επιχειρούσε από τότε να πει ο Διαμαντόπουλος.
Την καλύτερη απάντηση σε όσα συνεχίζουν να ακούγονται από πολιτικούς αναλυτές για τους «γνωστούς αγνώστους», τη «βία της νεολαίας» και την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου είχε δώσει, και μάλιστα από την τηλεόραση, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το Νοέμβριο του 1995, Δύο μέρες μετά την έγκριση της πρυτανείας του ΕΜΠ να καταλυθεί το άσυλο και να εισβάλουν τα ΜΑΤ. Ήταν τότε που είχαν συλληφθεί όλοι, όσοι βρίσκονταν μέσα στο Πολυτεχνείο (πάνω από 500), και παραπέμφτηκαν σε μαζικές δίκες. Θεωρήθηκε εκείνη την εποχή ότι εξουδετερώθηκαν μια για πάντα οι «γνωστοί άγνωστοι».
Ο Διαμαντόπουλος φιλοξενήθηκε τελικά στην εκπομπή «Κίτρινος Τύπος», μαζί με τον καθηγητή του Παντείου Γιώργο Ρούση (τον μόνο με τον οποίο μπόρεσε να συνεννοηθεί στην πορεία της συζήτησης), τον τότε πρύτανη του ΕΜΠ Νίκο Μαρκάτο, δύο γονείς νέων που είχαν συλληφθεί και δύο «αγανακτισμένους» πολίτες.
Απορώ πως δεν θυμήθηκε κανείς αυτά που είπε τότε ο Διαμαντόπουλος όταν έγινε η τελευταία εξέγερση της Νεολαίας
Γιατί βρήκε στη τηλεόραση «Αισθάνθηκα μια ενοχή, αν δεν μιλήσω μπροστά σ' αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα που για μένα αποτελούν ιστορική στιγμή. Ένα κανάλι έδειξε παρόμοια σκηνή με το ξυλοκόπημα ενός φοιτητή επί χούντας. Αυτό το γεγονός είναι πράγματι συγκλονιστικό».
Οι « γνωστοί - άγνωστοι» «Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας - και σ' αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω - περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Όσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι - που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι' αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πέταγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Έτσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρήστε με».
Η σημασία του ασύλου: «Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα 'θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα 'θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο».
Για τα όργανα του ΕΜΠ που τα έσπασαν: «Το όργανο αυτό για ένα παιδί, ανήλικο ή ενήλικο, αποτελεί εκείνη την ώρα ένα φραγμό στη δικιά του την ελευθερία. Κι όταν το σπάει αυτό το όργανο είναι η έκφραση μιας κραυγής. Δεν το σπάει για να καταστρέψει».
Για την ανθρώπινη ζωή: «Αυτό που λέει ο κ. Μαρκάτος για το σεβασμό και την έγνοια μας για την ανθρώπινη ζωή είναι μια κουβέντα. Ποια ζωή; Ποια ζωή πάμε να κληροδοτήσουμε σ' αυτά τα παιδιά; Ποια ζωή θα τους μεταφέρουμε; Είμαστε περήφανοι γι' αυτή τη ζωή; Βεβαίως κάθε ζωή είναι σεβαστή. Τρέμουμε όλοι μην πάθει τίποτα το παιδί μας, μην πάθει τίποτα ο αδελφός μας. Αλλά ποια ζωή; Το πρόβλημα είναι πριν».
Για την αστυνόμευση: «Κάποτε με κάλεσαν σε ένα δικαστήριο για μια θεατρική παράσταση, η οποία ήταν πράγματι φοβερή, φρικτή. Αισχρολογούσαν. Ήταν φοβερά τολμηρή και σε σοκάριζε. Το ζήτημα στο δικαστήριο ήταν αν έπρεπε να επέμβει ο εισαγγελέας για να σταματήσει η παράσταση. Ήμουν τελείως αντίθετος, διότι επρόκειτο περί λογοκρισίας. Η λογοκρισία είναι ταυτόσημη μ' αυτό που ονομάζουμε επέμβαση των ΜΑΤ. Θα 'θελα να αυτοκτονήσω αν μπορούσα να δεχτώ ποτέ, να ευλογήσω την επέμβαση των ΜΑΤ. Σε καμία περίπτωση! Ακόμα και στην περίπτωση που θα έπεφταν νεκροί. Θα προτιμούσα αυτό, παρά μία επέμβαση. Δηλαδή πιστεύω ότι σήμερα το καθεστώς είναι μία χούντα με άλλοθι τη δημοκρατία».
Για το ρόλο των νέων: «Ήμουνα κάποτε σε μία σύναξη στο Λονδίνο, που ήμαστε όλοι οι αντιχουντικοί μαζεμένοι. Δεν θέλω να πω ονόματα τώρα. Πολύ γνωστά ονόματα. Λέει ένας σε κάποιον πολύ μικρότερο: Μη μιλάς εσύ, είσαι μικρός, δεν ξέρεις. Κι εκείνος απαντά: Εγώ δεν ξέρω, αλλά δεν έχω σαπίσει σαν κι εσένα».
Για τη Δικαιοσύνη: «Είδαμε όλοι, και το είδε όλη η Ελλάδα και η Αστυνομία βέβαια, πώς ξυλοκοπήθηκε αυτό το παιδάκι που του αλλάξανε τα φώτα. Έχουμε δει αυτεπάγγελτες κατηγορίες εισαγγελέων για ένα εκατομμύριο πράγματα. Εδώ τι έκανε η Δικαιοσύνη; Τι έχει κάνει μέχρι στιγμής η Δικαιοσύνη; Τίποτα. Εκώφευσε».
Για το κάψιμο της σημαίας: «(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το 'ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».
Η διαφορά από τη χούντα: «Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι' αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα -επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ' το άλλοθι της δημοκρατίας. Όταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι' αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα -το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».
Την καλύτερη απάντηση σε όσα συνεχίζουν να ακούγονται από πολιτικούς αναλυτές για τους «γνωστούς αγνώστους», τη «βία της νεολαίας» και την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου είχε δώσει, και μάλιστα από την τηλεόραση, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το Νοέμβριο του 1995, Δύο μέρες μετά την έγκριση της πρυτανείας του ΕΜΠ να καταλυθεί το άσυλο και να εισβάλουν τα ΜΑΤ. Ήταν τότε που είχαν συλληφθεί όλοι, όσοι βρίσκονταν μέσα στο Πολυτεχνείο (πάνω από 500), και παραπέμφτηκαν σε μαζικές δίκες. Θεωρήθηκε εκείνη την εποχή ότι εξουδετερώθηκαν μια για πάντα οι «γνωστοί άγνωστοι».
Ο Διαμαντόπουλος φιλοξενήθηκε τελικά στην εκπομπή «Κίτρινος Τύπος», μαζί με τον καθηγητή του Παντείου Γιώργο Ρούση (τον μόνο με τον οποίο μπόρεσε να συνεννοηθεί στην πορεία της συζήτησης), τον τότε πρύτανη του ΕΜΠ Νίκο Μαρκάτο, δύο γονείς νέων που είχαν συλληφθεί και δύο «αγανακτισμένους» πολίτες.
Απορώ πως δεν θυμήθηκε κανείς αυτά που είπε τότε ο Διαμαντόπουλος όταν έγινε η τελευταία εξέγερση της Νεολαίας
Γιατί βρήκε στη τηλεόραση «Αισθάνθηκα μια ενοχή, αν δεν μιλήσω μπροστά σ' αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα που για μένα αποτελούν ιστορική στιγμή. Ένα κανάλι έδειξε παρόμοια σκηνή με το ξυλοκόπημα ενός φοιτητή επί χούντας. Αυτό το γεγονός είναι πράγματι συγκλονιστικό».
Οι « γνωστοί - άγνωστοι» «Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας - και σ' αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω - περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Όσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι - που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι' αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πέταγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Έτσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρήστε με».
Η σημασία του ασύλου: «Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα 'θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα 'θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο».
Για τα όργανα του ΕΜΠ που τα έσπασαν: «Το όργανο αυτό για ένα παιδί, ανήλικο ή ενήλικο, αποτελεί εκείνη την ώρα ένα φραγμό στη δικιά του την ελευθερία. Κι όταν το σπάει αυτό το όργανο είναι η έκφραση μιας κραυγής. Δεν το σπάει για να καταστρέψει».
Για την ανθρώπινη ζωή: «Αυτό που λέει ο κ. Μαρκάτος για το σεβασμό και την έγνοια μας για την ανθρώπινη ζωή είναι μια κουβέντα. Ποια ζωή; Ποια ζωή πάμε να κληροδοτήσουμε σ' αυτά τα παιδιά; Ποια ζωή θα τους μεταφέρουμε; Είμαστε περήφανοι γι' αυτή τη ζωή; Βεβαίως κάθε ζωή είναι σεβαστή. Τρέμουμε όλοι μην πάθει τίποτα το παιδί μας, μην πάθει τίποτα ο αδελφός μας. Αλλά ποια ζωή; Το πρόβλημα είναι πριν».
Για την αστυνόμευση: «Κάποτε με κάλεσαν σε ένα δικαστήριο για μια θεατρική παράσταση, η οποία ήταν πράγματι φοβερή, φρικτή. Αισχρολογούσαν. Ήταν φοβερά τολμηρή και σε σοκάριζε. Το ζήτημα στο δικαστήριο ήταν αν έπρεπε να επέμβει ο εισαγγελέας για να σταματήσει η παράσταση. Ήμουν τελείως αντίθετος, διότι επρόκειτο περί λογοκρισίας. Η λογοκρισία είναι ταυτόσημη μ' αυτό που ονομάζουμε επέμβαση των ΜΑΤ. Θα 'θελα να αυτοκτονήσω αν μπορούσα να δεχτώ ποτέ, να ευλογήσω την επέμβαση των ΜΑΤ. Σε καμία περίπτωση! Ακόμα και στην περίπτωση που θα έπεφταν νεκροί. Θα προτιμούσα αυτό, παρά μία επέμβαση. Δηλαδή πιστεύω ότι σήμερα το καθεστώς είναι μία χούντα με άλλοθι τη δημοκρατία».
Για το ρόλο των νέων: «Ήμουνα κάποτε σε μία σύναξη στο Λονδίνο, που ήμαστε όλοι οι αντιχουντικοί μαζεμένοι. Δεν θέλω να πω ονόματα τώρα. Πολύ γνωστά ονόματα. Λέει ένας σε κάποιον πολύ μικρότερο: Μη μιλάς εσύ, είσαι μικρός, δεν ξέρεις. Κι εκείνος απαντά: Εγώ δεν ξέρω, αλλά δεν έχω σαπίσει σαν κι εσένα».
Για τη Δικαιοσύνη: «Είδαμε όλοι, και το είδε όλη η Ελλάδα και η Αστυνομία βέβαια, πώς ξυλοκοπήθηκε αυτό το παιδάκι που του αλλάξανε τα φώτα. Έχουμε δει αυτεπάγγελτες κατηγορίες εισαγγελέων για ένα εκατομμύριο πράγματα. Εδώ τι έκανε η Δικαιοσύνη; Τι έχει κάνει μέχρι στιγμής η Δικαιοσύνη; Τίποτα. Εκώφευσε».
Για το κάψιμο της σημαίας: «(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το 'ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».
Η διαφορά από τη χούντα: «Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι' αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα -επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ' το άλλοθι της δημοκρατίας. Όταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι' αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα -το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους
Ένα διάλλειμα για τη γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής. Μετά τις γιορτές, η βλακεία σε συνέχειες, που έχουμε ξεκινήσει. Θα συνεχίσουνε την αντίσταση κατά της βλακείας της εξουσίας γιατί όπως κλείνω και στο χθεσινό, δεν είναι για γέλια αλλά για κλάματα.
Υπάρχουν κάποια κείμενα που έχουν αγαπηθεί ιδιαιτέρα από τους αναγνώστες, για όσους δεν έτυχε να το διαβάσουν ένα παλαιότερο αγαπημένο.
Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουν ταπεινά προς τα κάτω, τι στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται…Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία…τι μελωδία…τι ήχοι ακούγονται…τι στίχοι…Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό…Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος..»
Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Κάθε απόπειρα και μια ανώμαλη προσγείωση, γιατί μπορεί να υπάρχουν και έρωτες γεροντικοί, αυτοί όμως συμπληρώνουν τη λίστα των ασθενειών, που έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους. Η απογοήτευση μεγαλώνει, όταν το γεμάτο πορτοφόλι σε προτρέπει να ενισχύσεις τα όμορφα κορίτσια εξ ανατολών, μόλις το καμπανάκι χτυπήσει λήξη του πληρωμένου χρόνου, πάλι το μυαλό γυρίζει πίσω εκεί που μέτραγε η ομορφιά της νεότητας μας. Είχα διαβάσει χθες ένα άρθρο για το παλιμπαιδισμό, και θυμήθηκα την πρώτη γενιά των εντιμότατων φίλων μου, γι’ εαυτό και η παραπάνω αναφορά. Παρακάτω μια συμπλέουσα με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή.
«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».
Υπάρχουν κάποια κείμενα που έχουν αγαπηθεί ιδιαιτέρα από τους αναγνώστες, για όσους δεν έτυχε να το διαβάσουν ένα παλαιότερο αγαπημένο.
Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουν ταπεινά προς τα κάτω, τι στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται…Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία…τι μελωδία…τι ήχοι ακούγονται…τι στίχοι…Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό…Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος..»
Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Κάθε απόπειρα και μια ανώμαλη προσγείωση, γιατί μπορεί να υπάρχουν και έρωτες γεροντικοί, αυτοί όμως συμπληρώνουν τη λίστα των ασθενειών, που έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους. Η απογοήτευση μεγαλώνει, όταν το γεμάτο πορτοφόλι σε προτρέπει να ενισχύσεις τα όμορφα κορίτσια εξ ανατολών, μόλις το καμπανάκι χτυπήσει λήξη του πληρωμένου χρόνου, πάλι το μυαλό γυρίζει πίσω εκεί που μέτραγε η ομορφιά της νεότητας μας. Είχα διαβάσει χθες ένα άρθρο για το παλιμπαιδισμό, και θυμήθηκα την πρώτη γενιά των εντιμότατων φίλων μου, γι’ εαυτό και η παραπάνω αναφορά. Παρακάτω μια συμπλέουσα με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή.
«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».
Τετάρτη 15 Απριλίου 2009
Περί βλακείας
Θα συνεχίζουμε και μεγαλοβδόμαδα, γιατί μπορεί η βλακεία να είναι ανίκητη, τα όπλα όμως πρέπει να τα τιμήσουμε. «Δύο πράγματα είναι ατελείωτα: το σύμπαν και η βλακεία του ανθρώπου, όμως για το σύμπαν δεν είμαι ακόμα σίγουρος». Αυτή η φράση, αποδίδεται στον Άλμπερτ Αϊνστάιν.
Ο μοναδικός που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα: βλάκας είναι αυτός που προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα και υφίσταται ζημιά και ο ίδιος. «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ησυχίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου πλάσματος που μας τυχαίνει τις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει και δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει απολύτως τίποτα να κερδίσει από τις πράξεις του», γράφει ο Τσιπόλα. Ένα πράγμα είναι λοιπόν ξεκάθαρο: η βλακεία έχει μια ευκρινή κλίση να μεταφράζεται σε πράξεις, και αυτό την καθιστά επικίνδυνη.
Η βλακεία είναι ασυναίσθητη και υποτροπιάζει. «Ο κίνδυνος της βλακείας προέρχεται από τον βλάκα που δεν ξέρει ότι είναι βλάκας», εξηγεί ο Τσιπόλα. «Αυτό δίνει μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα στην καταστρεπτική δράση της». Ο βλάκας δε γνωρίζει τα όριά του, παραμένει προσκολλημένος στις πεποιθήσεις του και δεν ξέρει πώς να αλλάξει, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει επ’ άπειρον τα ίδια λάθη.
Σε κλινικό επίπεδο, η βλακεία είναι η χειρότερη ασθένεια, γιατί είναι αθεράπευτη. Ο βλάκας έχει την τάση να επαναλαμβάνει πάντα την ίδια συμπεριφορά, γιατί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη ζημιά που προκαλεί και συνεπώς δεν μπορεί να αυτοδιορθωθεί. Ο βλάκας είναι σαν τα διαμάντια: παντοτινός.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία: η εξουσία. «Η εξουσία αποβλακώνει», έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες. Γι’ αυτή τη βλακεία ο λόγος που, δεν προκαλεί γέλια αλλά κλάματα…
Ο μοναδικός που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα: βλάκας είναι αυτός που προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα και υφίσταται ζημιά και ο ίδιος. «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ησυχίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου πλάσματος που μας τυχαίνει τις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει και δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει απολύτως τίποτα να κερδίσει από τις πράξεις του», γράφει ο Τσιπόλα. Ένα πράγμα είναι λοιπόν ξεκάθαρο: η βλακεία έχει μια ευκρινή κλίση να μεταφράζεται σε πράξεις, και αυτό την καθιστά επικίνδυνη.
Η βλακεία είναι ασυναίσθητη και υποτροπιάζει. «Ο κίνδυνος της βλακείας προέρχεται από τον βλάκα που δεν ξέρει ότι είναι βλάκας», εξηγεί ο Τσιπόλα. «Αυτό δίνει μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα στην καταστρεπτική δράση της». Ο βλάκας δε γνωρίζει τα όριά του, παραμένει προσκολλημένος στις πεποιθήσεις του και δεν ξέρει πώς να αλλάξει, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει επ’ άπειρον τα ίδια λάθη.
Σε κλινικό επίπεδο, η βλακεία είναι η χειρότερη ασθένεια, γιατί είναι αθεράπευτη. Ο βλάκας έχει την τάση να επαναλαμβάνει πάντα την ίδια συμπεριφορά, γιατί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη ζημιά που προκαλεί και συνεπώς δεν μπορεί να αυτοδιορθωθεί. Ο βλάκας είναι σαν τα διαμάντια: παντοτινός.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία: η εξουσία. «Η εξουσία αποβλακώνει», έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες. Γι’ αυτή τη βλακεία ο λόγος που, δεν προκαλεί γέλια αλλά κλάματα…
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
Είμαστε από χέρι χαμένοι
Είναι ο εγωισμός, είναι η αξιοπρέπεια, είναι η αριστοκρατία με την καλή την έννοια, είναι που φθάσαμε πενήντα και ντρεπόμαστε τα παιδιά μας, είναι αυτή η ξεροκεφαλιά που κουβαλάμε αρνούμενοι να ξεπουληθούμε τώρα στα ξωκέντια; Δεν ξερώ, για κείνο που είμαι βέβαιος, είναι ότι από χέρι είμαστε χαμένοι.
«Όποιος κρύβει στην καρδιά του τόση νύχτα ξέρει, γνωρίζει, εννοεί. Πάλι σε νύχτα θα βγει, πάλι τα χαρτιά δεν θα βγαίνουν, η τράπουλα θα είναι σημαδεμένη, αλλά εμείς εκεί: την ώρα της αιχμής και ενάντια στο ρεύμα. Θα ανάβουμε τσιγάρο δίπλα σε φιάλες οξυγόνου, θα περπατάμε ξυπόλητοι στα γυαλιά, θα πέφτουμε από τον τέταρτο για μια αγάπη που δεν, θα αφιερώνουμε τη ζωή μας στους πειρατές της καρδιάς μας. Χαμένοι από χέρι, αλλά με τον τρόπο μας γενναίοι. Τρομοκρατημένοι αλλά αμετακίνητοι: στις αρχές μας στις ήττες μας, στην καρδιά μας. Συλλέγοντας τα ράκη των αισθημάτων μας - όπου κι αν βρούμε».
Μπορεί τα εντός εισαγωγικών να έχουν άλλα κίνητρα, το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Είμαστε από χέρι χαμένοι.
Χαμένοι γιατί το επιλέξαμε, αφού ξέρουμε και γνωρίζουμε και εννοούμε, αλλά και τα καταφέρνουμε να μετατρέψουμε την ήττα σε νίκη.
Τα εκτός εισαγωγικών αποτελούν συνέχεια στην εισαγωγή της αναμονής. Όταν ο αρχηγός της μαλακίας σε θέλει στην παρέα του, πρέπει να σε προβληματίζει, όταν σε χειροκροτεί κράτα και πισινή. Αντίθετα όταν σε απορρίπτει ετοιμάσου για το παράσημο της τιμής.
Είμαστε από χέρι χαμένοι, γιατί αρνούμαστε να κάνουμε τέτοιες παρέες, γιατί την θέση μας την διεκδικούμε και την απαιτούμε, γιατί δεν γλύφουμε, δεν παρακαλούμε, δεν ξεπουλάμε ότι καταχτήσαμε. Καλλίτερα γενναίοι και ηττημένοι παρά «νικητές» και ταπεινωμένοι.
Μπορεί η αναμονή να ανήκει στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα, όμως στην προκειμένη περίπτωση θα συνεχίσουμε να σας κρατάμε σε αγωνία, θυσιάζοντας πολλά και κυρίως το νευρικό μας σύστημα.
«Όποιος κρύβει στην καρδιά του τόση νύχτα ξέρει, γνωρίζει, εννοεί. Πάλι σε νύχτα θα βγει, πάλι τα χαρτιά δεν θα βγαίνουν, η τράπουλα θα είναι σημαδεμένη, αλλά εμείς εκεί: την ώρα της αιχμής και ενάντια στο ρεύμα. Θα ανάβουμε τσιγάρο δίπλα σε φιάλες οξυγόνου, θα περπατάμε ξυπόλητοι στα γυαλιά, θα πέφτουμε από τον τέταρτο για μια αγάπη που δεν, θα αφιερώνουμε τη ζωή μας στους πειρατές της καρδιάς μας. Χαμένοι από χέρι, αλλά με τον τρόπο μας γενναίοι. Τρομοκρατημένοι αλλά αμετακίνητοι: στις αρχές μας στις ήττες μας, στην καρδιά μας. Συλλέγοντας τα ράκη των αισθημάτων μας - όπου κι αν βρούμε».
Μπορεί τα εντός εισαγωγικών να έχουν άλλα κίνητρα, το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Είμαστε από χέρι χαμένοι.
Χαμένοι γιατί το επιλέξαμε, αφού ξέρουμε και γνωρίζουμε και εννοούμε, αλλά και τα καταφέρνουμε να μετατρέψουμε την ήττα σε νίκη.
Τα εκτός εισαγωγικών αποτελούν συνέχεια στην εισαγωγή της αναμονής. Όταν ο αρχηγός της μαλακίας σε θέλει στην παρέα του, πρέπει να σε προβληματίζει, όταν σε χειροκροτεί κράτα και πισινή. Αντίθετα όταν σε απορρίπτει ετοιμάσου για το παράσημο της τιμής.
Είμαστε από χέρι χαμένοι, γιατί αρνούμαστε να κάνουμε τέτοιες παρέες, γιατί την θέση μας την διεκδικούμε και την απαιτούμε, γιατί δεν γλύφουμε, δεν παρακαλούμε, δεν ξεπουλάμε ότι καταχτήσαμε. Καλλίτερα γενναίοι και ηττημένοι παρά «νικητές» και ταπεινωμένοι.
Μπορεί η αναμονή να ανήκει στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα, όμως στην προκειμένη περίπτωση θα συνεχίσουμε να σας κρατάμε σε αγωνία, θυσιάζοντας πολλά και κυρίως το νευρικό μας σύστημα.
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Τη φτώχια που μας έχει γονατίσει Τη νοιώθω μεγαλύτερη ντροπή
Εβδομάδα των παθών από σήμερα, όπως και οι προηγούμενες εβδομάδες, για τους ταπεινούς και καταφρονημένους, για τους φτωχούς και τους συμβασιούχους. Στα ήδη γνωστά προβλήματα, αυτές οι μέρες προσθέτουν και το συναισθηματικό βάρος. Το βάρος όχι βεβαία από τα πάθη του Χριστού, αλλά από την ανάγκη που φτάνει στα όρια της ντροπής «Τη φτώχια που μας έχει γονατίσει την νοιώθω μεγαλύτερη ντροπή» για να θυμηθούμε και το μεγάλο Άκη Πάνου, που σε αντίθεση με τις μελιστάλαχτες ελληνικές ταινίες περιέγραψε σε μια στροφή την πραγματικότητα.
Αυτές τις μέρες η μόνη παρηγοριά μας οι ποιητές. «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό». Μας προτείνει ο Οδυσσέας Ελύτης. Και επειδή η εβδομάδα των παθών, όπως την αισθάνεται κανείς, προσφέρεται για εσωτερικές αναζητήσεις, παρέα με τους ποιητές αυτές τις μέρες γιατί η ντροπή δεν αντέχεται.
«Για τον ποιητή είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί. Όταν οι ποιητές είναι μακριά δεν υπάρχουν ούτε μήνες ούτε μέρες. Ποιος θα καταγράψει τις λύπες μας, ποιος θα πενθήσει τις χαρές μας; Τα ημερολόγια φυλλορροούν και ο χρόνος, άδειος και ακατοίκητος, σαν αφόρετο ρούχο, κρέμεται πίσω από την πόρτα, μην χτυπάτε, δεν ανοίγει σε πόλεις χωρίς ποιητές. Μην του μιλάτε, δεν απαντά σε ανθρώπους που σκότωσαν τα αηδόνια τους.» Τα εντός εισαγωγικών από μια πονεμένη ψυχή που βάζει την ποίηση σημαιοφόρο των τεχνών.
Την εβδομάδα των παθών, που η επικαιρότητα περιμένει, να βγουν οι επιτάφιοι, για να ανταλλάξουμε εν συνεχεία το φιλί του Ιούδα, το όνειρο μόνο οι ποιητές έχουν την δύναμη, να το περάσουν στις αισθήσεις. «Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε καρδιά μου πως αντέχεις μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές;»
Πως αλλιώς θα μπορέσει να αντέξει το βάρος των ημερών η καρδιά. Πως αλλιώς, με τόσους Ιούδες, που βρίσκονται ανάμεσα μας και καλύπτονται πίσω από την λαστιχένια πολιτική, θα κρατήσουμε τον θυμό μας; Αλλά γι’ αυτούς που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να ψεύδονται να εγκληματούν να προδίδουν να υβρίζουν να λοιδορούν να παίζουν με τον ανθρώπινο πόνο, κάτω από την ασυλία της «πολιτικής», θα είμαστε εδώ κάθε μέρα για τους αποδείξουμε, ότι κάποια στιγμή τα πολιτικά εγκλήματα δεν παύουν να είναι εγκλήματα και πρέπει τιμωρούνται…
.
Αυτές τις μέρες η μόνη παρηγοριά μας οι ποιητές. «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό». Μας προτείνει ο Οδυσσέας Ελύτης. Και επειδή η εβδομάδα των παθών, όπως την αισθάνεται κανείς, προσφέρεται για εσωτερικές αναζητήσεις, παρέα με τους ποιητές αυτές τις μέρες γιατί η ντροπή δεν αντέχεται.
«Για τον ποιητή είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί. Όταν οι ποιητές είναι μακριά δεν υπάρχουν ούτε μήνες ούτε μέρες. Ποιος θα καταγράψει τις λύπες μας, ποιος θα πενθήσει τις χαρές μας; Τα ημερολόγια φυλλορροούν και ο χρόνος, άδειος και ακατοίκητος, σαν αφόρετο ρούχο, κρέμεται πίσω από την πόρτα, μην χτυπάτε, δεν ανοίγει σε πόλεις χωρίς ποιητές. Μην του μιλάτε, δεν απαντά σε ανθρώπους που σκότωσαν τα αηδόνια τους.» Τα εντός εισαγωγικών από μια πονεμένη ψυχή που βάζει την ποίηση σημαιοφόρο των τεχνών.
Την εβδομάδα των παθών, που η επικαιρότητα περιμένει, να βγουν οι επιτάφιοι, για να ανταλλάξουμε εν συνεχεία το φιλί του Ιούδα, το όνειρο μόνο οι ποιητές έχουν την δύναμη, να το περάσουν στις αισθήσεις. «Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε καρδιά μου πως αντέχεις μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές;»
Πως αλλιώς θα μπορέσει να αντέξει το βάρος των ημερών η καρδιά. Πως αλλιώς, με τόσους Ιούδες, που βρίσκονται ανάμεσα μας και καλύπτονται πίσω από την λαστιχένια πολιτική, θα κρατήσουμε τον θυμό μας; Αλλά γι’ αυτούς που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να ψεύδονται να εγκληματούν να προδίδουν να υβρίζουν να λοιδορούν να παίζουν με τον ανθρώπινο πόνο, κάτω από την ασυλία της «πολιτικής», θα είμαστε εδώ κάθε μέρα για τους αποδείξουμε, ότι κάποια στιγμή τα πολιτικά εγκλήματα δεν παύουν να είναι εγκλήματα και πρέπει τιμωρούνται…
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Η Τέλεια Ομορφιά
Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...
-
Μια φορά τον μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Στην κεφαλή είναι η θέση του Λάκη. Η θέση μένει δική του. Την κρατάμε ζ...
-
Το έγραψα πέρυσι «κατόπιν εορτής», το θυμίζω σήμερα λίγες μέρες πριν το Πάσχα, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα αλλάξει κάτι. Τ...
-
Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...