Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Να βγάλουμε τη θλίψη για να μην γίνει κατάθλιψη

Να συνεχίσουμε την αναφορά στην θλίψη για να μη γίνει κατάθλιψη. Πως λέτε τόσα χρόνια καταφέραμε ν’ αντέξουμε; Μοιραζόμαστε τα κακά μαζί σας, τα εκθέτουμε στο φως του ήλιου, τα κάνουμε κοινά μυστικά και τα αποδυναμώνουμε.
Δεν είναι το φθινόπωρο, που μας δημιουργεί μελαγχολία είναι οι μέρες πριν, οι ώρες πριν το παιγνίδι, όταν μπούμε, δεν υπάρχουν περιθώρια για κακές σκέψεις.
Τελευταίες μέρες Αυγούστου με σκέψεις φθοράς. Έτσι γίνεται κάθε χρόνο, ο κάθε χρόνος που αποτελεί μια μικρογραφία της ζωής. Αρχίζει με τις ημέρες να μεγαλώνουν και τελειώνει στην έκλειψη του φωτός. Το φθινόπωρο είναι η τελευταία δύναμη της ζωής.
Εδώ στη μικρή μας πόλη, η επικαιρότητα με αηδιάζει, όλα αυτά τα επίκαιρα ψέματα μόνο σαν ένθετο μου χρησιμεύουν. Γι’ αυτό διακόπτω τις συνέχειες. Επιστρέφω όμως πάντα αγαπητή φίλη αλεφ στις ανεπίκαιρες αλήθειες. Αυτές ισχύουν. Όπως το κίτρινο φθινοπωρινό φύλλο, που δηλώνει μοίρα πανάρχαια.
«Μαραίνεται αλλά θυμάται την άνοιξη. Πεθαίνει αλλά περιμένει την άνοιξη. Κι ας μην το αφορά. Θα είναι εκεί άλλα φύλλα, πράσινα, νέα. Κάτι θάχει συμβάλλει κι αυτό στην παρουσία τους. 'Έστω και μόνο σαν λίπασμα. Παρελθούσα η μέλλουσα ζωή. Κάθε φορά το κίτρινο φύλλο είναι είδηση. Είναι νέο. 'Όπως κάθε γενεά που το αντιμετωπίζει. Όπως κάθε φθινόπωρο. Όλα ξανάρχονται αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο».

Οι εμπειρίες δεν επαρκούν, για να βάλω μια τάξη. Όταν είμαι καλά ξεχνιέμαι, χαλαρώνω, έχω την ψευδαίσθηση που πάντα ήτανε έτσι και πάντα έτσι θα είναι. Χρειάζεται κάτι στραβό κάθε φορά για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Τελικά μάλλον εγώ πρέπει να καθαρίσω. Ν’ αφήσω πίσω μου όσα είναι πίσω μου, να βάλω μια τάξη στις ηλικίες μου, να σουλουπώσω λίγο το μυαλό μου.
Ότι θα βρω για άλλη μια φορά τη λύση δεν υπάρχει αμφιβολία. Για άλλη μια φορά όμως είναι απολύτως βέβαιο ότι θα τη χάσω. Το πιθανότερο είναι ότι θα κόψω τη ζωή μου στα δύο και θα της δώσω τα τρία τέταρτα.«Για έλα στη θέση μου» μου είπε. «Δεν θέλω ποτέ να έρθω στη θέση σου, στη δική μου θέλω να μείνω και εσύ στη δική σου. Μόνο, σε παρακαλώ μπορείς να έρθεις λίγο πιο κοντά» πολλά ζητάω;
Η όλη ιστορία ξεκίνησε από κάποιες αναφορές, αν καταφέρναμε να ζούσαμε χωρίς αυτές θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Όποιος απαλλάσσεται από την ιστορία του, μπορεί να ζήσει από την αρχή, αθώος, έτοιμος να σφάλει, διαθέσιμος στο θαύμα. απρόβλεπτος στην καταιγίδα. Αλλά ζωή χωρίς ιστορία, όπως λέει ο ποιητής, είναι σώμα δίχως ίσκιο. Κι αυτό συμβαίνει μόνο την νύχτα την απόλυτη.
Την ημέρα είναι αλλιώς, πήραν όλα το φυσικό τους χρώμα κόκκινα πορτοκαλί βυσσινή γαλάζια κροκάτα και άσπρα. Οι σκιές δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος. δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν διλήμματα. Πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα είναι. Με αυτόν τον ύπνο να κοιμάμαι…
Στο κάθε πράσινο φύλλο ζούνε όλα τα κίτρινα που λησμονήσαμε.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Για να μπούμε στο κλίμα

Τα φαινόμενα «πολιτικού» τυχοδιωκτισμού που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στην μικρή μας κοινωνία, δεν είναι αποτέλεσμα παρθενογέννησης. Είναι η φυσική συνέπεια, πρόσκαιρων συμμαχιών, εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών, μεγάλων η μικρών συμφερόντων, που αποτελούν ξένα στοιχεία στην προσπάθεια για μια δημιουργική, προοδευτική κατεύθυνση που έχει ανάγκη ο τόπος. Στοιχεία, ξένα προς την πολιτική πραγματικότητα που επιθυμεί το σύνολο της κοινωνίας.
Περιμένοντας το φθινόπωρο που δεν αποτελεί μόνο περίοδο προσωπικών διεργασιών, αλλά πρωτίστως κοινωνικής ανασύνταξης και αφετηρία ελπίδας για καλύτερες μέρες, μερικές σκέψεις για να μπαίνουμε σιγά σιγά στο κλίμα.
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι απαραίτητο συστατικό στη συλλογική πολιτική λειτουργία. Έχω πεισθεί ότι η πολιτική χωρίς το ερωτικό στοιχείο, με όλη την ευρύτητα του όρου, δεν μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά. Τα περιστασιακά πολιτικά σχήματα, και οι συμμαχίες εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών, εκτός από το άδοξο τέλος, ποτέ δεν προσέφερα ουσιαστικό έργο στο Λαό.
Από το αλισβερίσι που παρατηρείτε κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, μέχρι το Βατερλό που ακολουθεί στην μετεκλογική περίοδο, αποδεικνύεται ανάγλυφα πως εννοούν τη φιλία αυτοί που την επικαλούνται αλλά και τι ασημαντότητες καθορίζουν την πολιτική τους στάση. Όσο για τον λόγο τον ανδρικό αυτός μπάζει από χίλιες τρύπες.
Δεν είμαι υποστηρικτής της άποψης ότι η πολιτική είναι «πουτάνα» και αυτοί που ανακατεύονται πρέπει να κάνουν «πουτανιές». Η πολιτική είναι στίβος δοκιμασίας, που μέσα εκεί ο καθένας καταθέτει τη ψυχή του για το κοινωνικό σύνολο. Είναι δοκιμασία ανθρωπίνων σχέσεων που ξεχωρίζει η πραγματική φιλία, που ξεχωρίζει, η εντιμότητα, η σταθερότητα, το ήθος.

Όλοι αυτοί οι εφταπαντιέρηδες δεν έχουν θέση στην πολιτική. Η πολιτική θέλει πρωτοπορίες ορκισμένες σε σκοπούς ιερούς, με σεβασμό μεταξύ των μελών τους και πολύ, πολύ αγάπη.
Η απογοήτευση είναι προτιμότερο να σε οδηγήσει στο σπίτι και στον εαυτό σου, παρά στον αντίπαλο.
Χρειάζεται να καταθέσουμε τη ψυχή μας, σ’ αυτήν την πόλη, σ’ αυτόν τον έρωτα σ’ αυτά τα παιδιά. Να καταθέσουμε την ψυχή μας, πέρα και έξω από τον εαυτό μας.
Είναι ανάγκη εμείς οι πιο ψύχραιμοι να ξεφύγουμε, από τα συνθήματα, και τα ΘΑ. Να ξεφύγουμε από τα χάρτινα πρόσωπα και τα ιλουστρασιόν προγράμματα. Να δούμε τις ανάγκες αυτής της κοινωνίας και να συνθέσουμε δημιουργικές δυνάμεις σε μια προσπάθεια υπεράσπισης όλων εκείνων των αξιών που συμβάλουν στην καλλίτερη ποιότητας ζωής.
Εργατικότητα, μετριοφροσύνη φαντασία και πολύ ψυχή, είναι τα απαραίτητα υλικά σ’ αυτόν τον αγώνα.
Ψυχή θέλουν όλα για να είναι αληθινά.
Τα μεγάλα προβλήματα, που δημιούργησε ο σύγχρονος τρόπος ζωής δεν είναι δυνατόν να λυθούν με μαγικά ραβδάκια. Χρειάζεται αέναη προσπάθεια, σε μια κατεύθυνση προοδευτική. Πάντα θεωρούσα το μέτρο εκμαγείο του μετρίου και το αποστρεφόμουν. Η αληθινή ζωή είναι όλα ή τίποτα, όμως το «όλα» γι’ αυτήν την πόλη είναι βήμα - βήμα η προοδευτική πορεία..
Ότι πετά και κάνει θόρυβο, είναι επικίνδυνο. Και είναι άδικο για τα πουλιά…

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Περιμένοντας τον Σεπτέμβρη…

Φεύγει σιγά σιγά καιο Αύγουστος, όχι αναίμακτα πάντως. Η ιστορία μερικές φορές επαναλαμβάνεται υποστηρίζουν κάποιοι. Σε άλλο χρόνο, ποτέ δεν μπορεί να είναι η ίδια, ας πούμε ότι η ιστορία μερικές φορές μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, που γίνεται αφορμή, γιατί ποτέ δεν είναι συγκεκριμένη, οι ιστορίες που δείχνουν να επαναλαμβάνονται, είναι το αποτέλεσμα μιας δοκιμασμένης συνταγής, που κάνει ότι μπορεί για να βγει το φαγητό άνοστο και καμένο. Η ρήξη αναπόφευκτη και πάντως καλύτερη από το συμβιβασμό.
«Κλαις μόλις σκεφτείς ότι μπορεί να έρθει η στιγμή να μην πονώ για σένα». Δίκιο έχεις. Είναι μεγάλη απώλεια. Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο, στον απολογισμό των έντονων συναισθηματικών μου στιγμών, αυτή η εποχή του καλοκαιριού που φεύγει και του φθινοπώρου που έρχεται είναι γεμάτη σημειώσεις. Σημειώσεις έρωτα και αγάπης, όχι όμως και πόνου, αυτός δεν τις χρειάζεται.
Δεν κλαις για την απώλεια του έρωτα και της αγάπης, κλαις γιατί δεν πονώ ποια για σένα και αυτό δεν έχει σχέση με τη λύπη. Ορθή η προσέγγιση του ραδιοφωνικού σχολίου κάτω από το τίτλο του τραγουδιού που ξεκινάμε. Κλαις που δεν πονώ για σένα γιατί δεν είσαι πια χέρι μου, πόδι μου, κεφάλι μου, καρδιά μου. Αποκολλήθηκες από το γήινο σώμα μου. Αν έχει συμβεί αυτό καλώς κλαις. Κι εγώ στη θέση σου το ίδιο θα κάνω.

Ότι μας πόνεσε, έχει αφήσει το σημάδι του και είναι σαν ένα παλιό τραύμα που το κουβαλάμε μια ζωή. Πάντα θα βρίσκεται η ευκαιρία να μας πονάει.
Είναι ο πόνος τελικά το υπέρτατο συναίσθημα και όταν θέλουμε να μετρήσουμε την αγάπη εξαντλώντας τους αριθμούς και φτάνοντας μέχρι τον έβδομο ουρανό, ο πόνος είναι από εκεί και πάνω. Ο πόνος κάνει την διαφορά και ορίζει την κατάσταση, διαφορετικά από αγάπη να φάνε και οι κότες.
Και για να κλείσουμε με ένα άλλο ραδιοφωνικό σχόλιο, που βάζει το μαχαίρι ακόμα πιο βαθιά.
«το αίμα των ερωτών είναι σπονδή στη ζωή. Οι πληγές παράσημα για τους εν αγάπη πεσόντες. Η αγάπη είναι πάντα κόκκινη γιατί δεν υπάρχει χωρίς το αίμα της. Τα αισθήματα δεν τακτοποιούνται, δεν καμουφλάρονται. ΄Η εκφράζονται και διοχετεύονται ή μένουν κρυφά και πυορροούν. Ο,τι λέγεται ανασαίνει. Παίρνει αέρα οξυγόνο. Και αν βρει πρόσωπο να σταθεί, καρπίζει, αν δεν βρει, μένει πληγή παλιά και πάντα νέα».
Και ακόμα θέλει 11 μέρες για να φύγει ο Αύγουστος…

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Μια επανάληψη στη θλίψη

Δεν είναι λάδι στη φωτιά, δεν είναι ακόμα ένα επεισόδιο «τόλμης και γοητείας» είναι μια επανάληψη στη θλίψη, ένα κείμενο που θα το επαναλαμβάνω όποτε η επικαιρότητα το καλεί. «Θρηνούμε ζώντες, αυτούς που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν»
Το κείμενο που ακολουθεί το έχω γράψει πριν τρία χρόνια, δεν ήταν προφητικό, ήταν το δεδομένο μιας επιλογής που οδηγούσε μαθηματικά στην κατάντια και στον εξευτελισμό.
Τελικά πρέπει να μεγαλώσουμε για να ξεφύγουμε από τους φοιτητικούς έρωτες, εκείνους που τραγουδούσε ο Σαββόπουλος, αλλά όσες καταγγελίες και να έκανε το πάθος έκλεινε τα μάτια. Χαθήκανε οι γυναίκες; Όμως αυτός εκεί, ερωτευμένος με την Παπαρήγα. Είναι τα μάτια τα δίχως δόλο που κοιτάζουν ευθύβολα και χάνουν τα πέριξ. Και τα αυτιά που δεν ακούν στα χρόνια της νεότητας. Έπρεπε να περάσει ο καιρός για αντιληφθούμε το λάθος των επιλογών μας. Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα ο ξεπεσμός δεν αντέχεται. Έχουν γραφτεί κάποια κείμενα σ’ αυτήν εδώ την στήλη, που έξυσαν πληγές, τα επαναλαμβάνουμε για να μη θρέψουν.
«Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους, που με τη ζωή ή το έργο τους ανέθρεψαν τη ψυχή και το μυαλό μας και μας οδήγησαν σε μια επιλογή ζωής που αλλιώς μπορεί να μην είχαμε κάνει, να μην ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Τους βλέπουμε στα δυσμάς του βίου τους να βγάζουνε στο σφυρί ο,τι μας δίδαξαν, να ρίχνουν τις τιμές στα πολύτιμα των πολυτίμων που με τόση ευγένεια κάποτε μας πρόσφεραν για να έχουμε ένα μέτρο αξιών, να λερώνουν με τα βήματα του τέλους τους, τις λεωφόρους που άνοιξαν στην ακμή τους»
Σας έρχεται στο μυαλό τίποτα με όλα τα παραπάνω; Μιλάμε για τους πνευματικούς μας πατέρες και μητέρες, αυτούς που η νεότητα μας, τους είχε δώσει παραπανίσιο μπόι και τώρα κόντυναν και μας στεναχωρεί.
Δεν αναφέρομαι, σ’ εκείνους, που τα παιγνίδια της ζωής, τους στρίμωξαν στο περιθώριο, που οι ανάγκες της επιβίωσης, τους οδήγησαν σε συμβιβασμούς, αλλά σ’ αυτούς που, ξεπουλούν την ιστορία τους προκειμένου να μείνουν στο παιγνίδι, μαζεύοντας τα αποφάγια της εξουσίας.

Είναι αυτοί που ξέρω και ξέρετε αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες. Είναι αυτοί οι ξεπεσμένοι της πολιτικής. Τα καμένα χαρτιά που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την αλλεπάλληλη απόρριψη. Αυτοί που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την λαϊκή ετυμηγορία. Οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές που εκλιπαρούν για ένα ρόλο κομπάρσου.
Είναι αυτοί που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν και μας αναγκάζουν να θρηνούμε ζώντες.
Αυτό ισχύει για όλες τις γενιές και αυτοί είναι τελικά που έχουν την ευθύνη για τα όνειρα που γκρεμίζονται.
Λίγοι έχουν την γενναιότητα να ορίσουν το θάνατο τους και αυτοί είναι που δεν πεθαίνουνε ποτέ, γιατί ούτε δόξα, ούτε το χρήμα, ήταν στις προτεραιότητες τους. Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι με τους νέους και τους κοιτούν στα μάτια, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος για τη συνέχεια.
Ευχή μου είναι, να μην το επαναλάβω

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Που πάνε όλοι αυτοί;

Η πόλη κόλαση. Οι παραλίες αποτελούν επιπλέον μια δοκιμασία. Πάντα τέτοιες μέρες γεννιέται η απορία. Που πάνε όλοι αυτοί; Παρατηρώντας όσο γίνεται από πιο μακριά, αυτούς τους δύστυχους εκδρομείς, νοιώθουμε ευτυχείς, που ξέρουμε τα κατατόπια.
Ναι, υπάρχουν κάποιοι στον πλανήτη που δουλεύουν Αύγουστο. Ιδίως στα νησιά. Αλλά, δεν ζηλεύουμε, δεν φθονούμε.
Διαβάζοντας την τελευταία σελίδα αριστερά της ελευθεροτυπίας (2 – 8 – 2008) το άρθρο του συμπατριώτη μας Ευγένιου Αρανίτση παρηγορήθηκα. Είμαστε από τους τυχερούς, απ’ αυτούς, που μπορούν ακόμα να μην φεύγουν για το πουθενά, που την στάση την κάνουμε κίνηση. Είμαστε στη θέση του θεατή καλοκαιρινών περιπετειών, απελπισμένων φυγάδων, που αποδράσανε από την κόλαση χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Παρηγορηθείτε:
Στη γλώσσα του σώματος χρωστάμε συμπεράσματα εκατό τοις εκατό αδιάψευστα, μεταξύ των οποίων και η διάγνωση του πανικού κατά τη μετακίνηση των πληθυσμών από τις πόλεις προς τα θέρετρα, όταν δίνεται το πράσινο φως για τις λεγόμενες διακοπές, με ορόσημο την παραδοσιακή 1η Αυγούστου, οπότε τα λιμάνια και τα αεροδρόμια κυριεύονται δι' εφόδου. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ, οι σκηνές μαζικής αλλοφροσύνης που ξετυλίγονται στις προβλήτες του Πειραιά ή στα διόδια της Εθνικής περιγράφουν την απώλεια εκείνου που συνιστούσε κάποτε το κίνητρο για την καλοκαιρινή έξοδο και που δεν ήταν παρά το όνειρο ενός ιδεώδους προορισμού. Ομολογουμένως, το πλεονέκτημα μιας τέτοιας ευτυχισμένης επιθυμίας έπαψε να ισχύει γύρω στις αρχές τις δεκαετίας του '90. Έκτοτε, όπου κι αν κατευθύνεσαι, η ματαιότητα της επιστροφής καραδοκεί. ΣΑΝ ΝΑ λέμε ότι μέχρι πριν από είκοσι χρόνια, για όσους το θυμούνται, οι άνθρωποι πηγαίναμε όντως κάπου, κι αυτό γινόταν φανερό στις χειρονομίες μας, στις εκφράσεις των προσώπων και στην εντύπωση επίσης, μιας ραθυμίας ή σιγουριάς που ερχόταν από προγενέστερες εποχές, λιγότερο αγχώδεις και πιο εγκάρδιες.

Μας συνόδευε η ευεξία ενός αγαθού που έμοιαζε με ευρύτητα ψυχής και που το συντηρούσε η προσμονή της εκπλήρωσης οριακών συναισθηματικών υποσχέσεων, κάτι που ενθάρρυνε την έλξη για παραδείσιους τόπους με των οποίων την ηλιόλουστη φιλοξενία ο καθένας μας ερωτοτροπούσε νοερά απ’ όταν ήταν παιδί. Τέλος, μας ενέπνεε η δυνατότητα να παραμείνουμε άνθρωποι μέσα σ’ έναν συνωστισμό που, όχι σπάνια, αποδεικνυόταν συναρπαστικός. Η εξημέρωση των αντιθέσεων που συνέδεαν τον χρόνο της πόλης μ’ εκείνον της υπαίθρου είχε ανατεθεί στους θεούς και στον αέρα αντηχούσε η ελπίδα ενός εικοσαήμερου που θα συγκρινόταν με την αιωνιότητα. ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ, σήμερα, δεν πηγαίνουμε κάπου αλλ’ απλώς φεύγουμε από κάπου, συγκεκριμένα από εκεί όπου η ζωή κατέληξε αφόρητη. Η φυγή προς το πουθενά προδίδει τις συνθήκες εκτάκτου ανάγκης που την προκάλεσαν, ενώ μια τυφλή και σχεδόν μοχθηρή νευρικότητα κορυφώνεται με την αναβίωση επεισοδίων από την εκκένωση της Ανατολικής Πρωσίας το 1944, εν όψει της εισβολής του σοβιετικού στρατού. Η απελπισία των οδηγών που σχηματίζουν ουρές με σπασμωδικές μανούβρες και κορνάροντας είναι μάρτυρας της ασφυξίας που απειλεί το λεκανοπέδιο. Δεν υπάρχει πλέον προορισμός, μόνον απόδραση και μια δόση τρομώδους επίσπευσης των απαραίτητων τουριστικών διευθετήσεων. Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα.
Αύγουστος, φίλες και φίλοι ανταλλάσσουν ηλεκτρονικές ταξιδιωτικές οδηγίες και ευχές, εγώ εδώ στην επαρχία και ας λέγεται Κέρκυρα. Ας παρηγορηθώ με λόγια, που μου ανατρέπουν την ασφάλεια, κάνοντας ταξίδια επιτόπου.
«Πoια πλάνη θα διαλέξουμε αυτό το καλοκαίρι, όταν θα έρθει η μέρα να διακόψουμε τη ζωή μας σε πριν και μετά το χαλαρό διάστημα, που μας οφείλει ο εργασιακός μας χρόνος; Ημερολόγιο ανησύχων σωμάτων που κατευθύνουν το μυαλό στα λιμάνια με τη λιγότερη δυνατή ασφάλεια. Το ρίσκο είναι η πυξίδα, τα ταξίδια το πρόσχημα, ο προορισμός το ψέμα. Με ποιο λάθος θα κοιμηθούμε κατά τη μεγάλη πανσέληνο του Αυγούστου για να ξυπνήσουμε στο οικείο χωροχρόνο της προδοσίας;» αναγκαία ερωτηματικά από μια ομοιοπαθούσα…

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

1959: Η χρονιά που όλα άλλαξαν

Το παρακάτω απ’ το διαδίκτυο, δε είμαι μόνο εγώ, που έχω έμμονες με το χρόνο, ο Ρόμπερτ Κάπλαν σtο βιβλίο του « 1959: Η χρονιά που όλα άλλαξαν» καταγράφει τα σημαντικά γεγονότα που χωρίς αυτά θα ήταν αλλιώτικος ο κόσμος.
Πάλι για τους πενηντάρηδες θα μας γράψεις, όχι, δεν έχει σχέση με την ηλικία, έχει με το σωτήριο έτος 1959, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η χρονιά που «άλλαξαν τα πάντα» είναι τελικά η χρονιά της γέννησης των φετινών πενηντάρηδων. Η χρονιά μου.

Στις 2 Ιανουαρίου 1959, ένας σοβιετικός πύραυλος που μετέφερε τον διαστημικό βολιστήρα Λούνα 1- γνωστό και ως Μechta, «το όνειρο»- εκτοξεύτηκε από το Κοσμοδρόμιο Μπαϊκονούρ του Τιουρατάμ, στο Καζαχστάν, ανέπτυξε ταχύτητα 11,2 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο (που είναι γνωστή ως «ταχύτητα διαφυγής»), πέρασε τη Σελήνη και ξέφυγε από την τροχιά της Γης. Ήταν η πρώτη συσκευή που είχε κατασκευάσει ο άνθρωπος και περιστρεφόταν γύρω από τον Ήλιο μαζί με άλλα ουράνια σώματα. «Πρόκειται για ένα σημείο καμπής στην ιστορία του ηλιακού συστήματος», θα έγραφε στο επόμενο τεύχος του το περιοδικό ΤΙΜΕ, «αφού ένας από τους πλανήτες του Ηλίου κατασκεύασε ένα αντικείμενο που έσπασε τις αλυσίδες της βαρύτητας».

Δέκα χρόνια αργότερα θα ακολουθούσε η απόβαση του ανθρώπου στη Σελήνη, την οποία θυμόμαστε με πολλά αφιερώματα αυτές τις ημέρες. Όπως γράφει όμως ο Ρόμπερτ Κάπλαν στο βιβλίο του, «1959: Η χρονιά που όλα άλλαξαν», η Λούνα ήταν μόνο το ένα από μια σειρά πραγμάτων που εκείνη τη χρονιά έσπασαν τις αλυσίδες σε διάφορους τομείς. Το 1959 κατασκευάστηκε το πρώτο μικροτσίπ, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων εξέτασε την πρώτη αίτηση για το αντισυλληπτικό χάπι, η ΙΒΜ έθεσε σε κυκλοφορία τον πρώτο υπολογιστή, ένα επιβατικό αεροσκάφος πραγματοποίησε τον πρώτο διάπλου του Ατλαντικού χωρίς στάση, οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν τα πρώτα θύματα στο Βιετνάμ, ένας νεαρός αουτσάιντερ ονόματι Τζων Κέννεντυ έβαλε πλώρη για την προεδρία κι ένας αντάρτης ονόματι Φιντέλ Κάστρο ανέλαβε την εξουσία στην Κούβα. Κυκλοφόρησαν δίσκοι όπως το Κind of Βlue του Μάιλς Ντέιβις, ταινίες όπως τα Τετρακόσια Κτυπήματα του Τρυφώ και βιβλία όπως το Αντίο Κολόμπους του Φίλιπ Ροθ. Άνθησαν η φρι τζαζ, τα «σικ κόμικς», ο ανεξάρτητος κινηματογράφος και η Νέα Δημοσιογραφία.


Και λοιπόν; Τι ενδιαφέρον μπορεί να έχουν όλα αυτά, εκτός από τη νοσταλγία για ένα πολύ μακρινό παρελθόν; Κι όμως, απαντά ο Κάπλαν, μπορεί να γίνουν αρκετοί πειστικοί παραλληλισμοί ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Ο πιο προφανής είναι ανάμεσα στον JFΚ και τον Ομπάμα, δύο πολιτικούς εκτός του συστήματος που κατέκτησαν το ακροατήριό τους με αναφορές σε μεγάλες προκλήσεις και μεγάλες αλλαγές. Ο πιο βαθύς έχει σχέση με προσδοκίες και φόβους. «Κανείς στην Αμερική δεν μπορεί να ξέρει τι θα συμβεί», έγραφε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ το καλοκαίρι του 1959. «Κανείς δεν έχει τον πραγματικό έλεγχο. Η Αμερική βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Υπάρχει ανάταση, απελπισία, προφητεία, ένταση, αυτοκτονία, μυστικοπάθεια και δημόσια ευθυμία μεταξύ των ποιητών της πόλης». Πόσο θα σας ξένιζε αν σας έλεγαν ότι αυτό το κείμενο γράφτηκε σήμερα;

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....