Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Μαζί θα πορευτούμε

Δικαίως θα με ρωτήσει κάποιος. Τίποτα αισιόδοξο, τίποτα θετικό δεν φαίνεται στον ορίζοντα; Τόσες λέξεις κάθε μέρα για μαύρες περιγραφές; Είναι θέμα οπτικής. Από την δική μου, οι προβληματισμοί χρησιμεύουν σαν ενισχυτικό φωτισμού. Όσο περισσότερο μαύρο, τόσο περισσότερο φως. Χρησιμοποιώ το χειμώνα, έχοντας πάντα στο μυαλό μου την άνοιξη, ανάβω κεριά του επιταφίου για να υποδεχτώ το αναστάσιμο φως. Πως αλλιώς, θα μπορούσαμε να πορευτούμε; Πως αλλιώς θα βγει αυτή η ανηφόρα, αν εκεί στο τέρμα, δεν μας περίμενε ένα ποτήρι νερό για να μας ξεδιψάσει; Και φως υπάρχει στον ορίζοντα. «Υπάρχει ελπίδα αρκεί να πονέσουμε ξανά» γράφει ο Οκτάβιος Πας. Αρκεί να αφήσουμε, τις μοναχικές πορείες, και να ενώσουμε δυνάμεις, αρκεί να αφήσουμε εγωισμούς και να δώσουμε ένα χέρι στον άμαχο πληθυσμό. Να το πάρουμε απόφαση. Μαζί ξεκινήσαμε μαζί θα πορευτούμε.

Για να μην ξεχνιόμαστε είναι όλο αυτό το μαύρο που φαίνεται. Πίσω από τις λέξεις, που δεν χαϊδεύουν, κρύβεται η ζωή.
Παρακολουθώ την τοπική πραγματικότητα, από σημείο, που δεν μπορούν να φτάσουν οι εγωισμοί. Οι ήχοι από την φασαρία, από δω ψηλά ίσα ίσα που ακούγονται. Τα προβλήματα όμως φαίνονται καθαρά σε όλο το μήκος και το πλάτος και ειλικρινά κανείς δεν βρίσκεται απέξω
Γι’ αυτό στέλνω μηνύματα αισιοδοξίας πίσω από τις μαύρες λέξεις. Από εδώ πάνω φαίνεται καθαρά, είμαστε ακόμα ζωντανοί και όλοι μαζί μπορούμε. Γιατί αν το καλοσκεφτούμε: όπως γράφει και η κ. Στέλλα Βλαχογιάννη «Δεν είμαστε παρά η ανάμνηση των προγόνων μας σε μια στιγμή αδυναμίας.
Δεν είμαστε παρά ο αχρησιμοποίητος πηλός στα χέρια του Θεού μια Κυριακή που είπε κι αυτός να ξεκουραστεί για λίγο.
Δεν είμαστε παρά το δοξάρι σ’ ένα παιδικό βιολί που περιμένει να γεννηθεί ο βιρτουόζος του.
Δεν είμαστε παρά εγώ κι εσύ σ’ αντιπαράθεση με τους εαυτούς, που αφήσαμε πίσω μας λίγο πριν γεννηθούμε».

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

Καλλικράτης - Πολυκράτης - Ερημοκράτης

Λίγους μήνες μετά την περίφημη διοικητική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο «Καλλικράτης» διέψευσε το όνομα του. Το καλό κράτος, που όλοι προσδοκούσαμε, έγινε πολύ κράτος. Το πάγιο αίτημα, για αυξημένες αρμοδιότητες των Ο.Τ.Α, περιτυλίχτηκε από μεγαλοστομίες. Σε ελεύθερη μετάφραση; «μια τρύπα στο νερό».
Κανείς πλέον δεν αμφιβάλει, ότι οι αναγκαίες συνενώσεις ήταν το πρόσχημα, μεγάλοι πληθυσμιακά και γεωγραφικά Δήμοι, εξασθενημένοι οικονομικά, κάτω από την μπότα του κράτους, η μόνη δυνατότητα που τους παρέχεται είναι η «διαβούλευση».
Οι τοπικές κοινωνίες διαβουλεύονται, και το κεντρικό κράτος ανακοινώνει αυτά που έχει προαποφασίσει.
Εσχάτως, αφού γεύτηκε την γλύκα της τρόικας, αποφάσισε να τοποθετήσει τη δική του τρόικα, στους υπερχρεωμένους οργανισμούς.
Είναι πλέον πασιφανές, ο Καλλικράτης δεν είχε στόχο την ανάπτυξη της περιφέρειας και την ενίσχυση του ρόλου της αυτοδιοίκησης, έγινε υπό το βάρος του δημοσιονομικού προβλήματος. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η πορεία είναι προδιαγραμμένη.
Και σήμερα όπως και πριν, η διεκδίκηση πρέπει να συνεχιστεί, σαν μην πέρασε μια μέρα. Ας θυμηθούμε τι ζητήσουμε για να δούμε τι μας σέρβιραν. «Για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις σύγχρονες απαιτήσεις χρειάζεται η ενίσχυση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η υλοποίηση της αποκέντρωσης που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την ισόρροπη και ανταγωνιστική περιφερειακή ανάπτυξη. Τα μεγάλα προβλήματα, όπως η αντιμετώπιση της τουριστικής κρίσης, η ανεργία, η προστασία του περιβάλλοντος, ο πολιτισμός μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με ουσιαστική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης και πραγματική αποκέντρωση. Οι αποφάσεις πρέπει να παίρνονται από τις τοπικές κοινωνίες για προβλήματα που τις αφορούν. Με τον τρόπο αυτό θα επιτύχουμε την ορθολογική χρήση των πόρων, την ανταγωνιστικότητα και την απελευθέρωση του παραγωγικού και του πνευματικού δυναμικού που διαθέτει η Περιφέρεια»
Όλα τα παραπάνω σαν αίτημα, ο Καλλικράτης τα έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια. Ο Καλλικράτης που έγινε Πολυκράτης και πολύ φοβάμαι ότι σύντομα θα καταλήξει Ερημοκράτης…

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Στο οροπέδιο.

Και σήμερα με ξένα λόγια. Έχω γίνει μουλάρι εδώ στο τέρμα της ανηφόρας. Ευτυχώς το βλέμμα δεν φτάνει στην άκρη του οροπεδίου, καλά είναι εδώ, ούτε βήμα παραπέρα. Με τις μελαγχολικές λέξεις της Βασιλικής, που επιδρούν ευεργετικά στην δική μου διάθεση. Τυπωμένες μου δείχνουν αντίθετους δρόμους. «Ακόμη μια μέρα αμφιβόλου διάθεσης. Κατάφορα καταπατείται πάνω σε ένα σώμα που δεν αντέχεται να είναι ορατό. Κοιτάγματα και λόγια αδιευκρίνιστης ουσίας. Χαμένος χρόνος και χώρος. Συμπυκνωμένη ζωή στο πουθενά μιας γουλιάς καφέ. Κοιτάγματα ακόμη πιο κατάφορης καταπάτησης δικαιωμάτων. Κρίσεις και επικρίσεις που κρέμονται σαν ξέφτια. Μάτια γυρτά, σφαλισμένα παράθυρα ενός ακάλυπτου που δεν βλέπει πουθενά. Μυρωδιά ανύπαρκτη σαν σκισμένη σελίδα βιβλίου αδιάβαστου. Κάποια χέρια εδώ κι εκεί που ποτέ τους δεν
θα γίνουν αγκαλιά. Πόδια βαλτωμένα σε δρόμους χωρίς προορισμό. Κυνηγάμε τον χρόνο, σαν να μην έχουμε κυνηγηθεί ποτέ από δαύτον. Μικραίνουμε την μέρα μας, για να γίνει διαχειρίσιμη. Μικραίνουμε τα αισθήματα μας, για να μην μας πνίξουν. Κι όσο πάει, πνιγόμαστε όλο και πιο πολύ. Μακρηγορούμε άνευ ουσίας. Λόγια σκορπισμένα, σε ένα αεράκι που δεν φυσά. Κατοικούμε σε μια αβόλευτη φωλιά υποκρισίας. Κι όμως θέλουμε. Κι όμως επιθυμούμε. Κι ό,τι κι αν προσπαθούμε, ακατόρθωτο φαντάζει. Κι όταν βλέπουμε το εφικτό του μυαλού να παίρνει σάρκα και οστά, κι αποτύπωμα να γίνεται, το απομακρύνουμε. Κι ας ξέρουμε ότι μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, κανένα λάθος δεν αναγνωρίζεται…»
Στις καινούργιες διαδρομές εδώ στα ύψη θα προσπαθήσουμε η κατηφόρα, να μη φανεί ποτέ…

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Τι ωραία που μεγαλώνουμε

Οι παραμονές έγιναν παραμονή. Ένα κείμενο της Βασιλικής, που δείχνει τη διάθεση, όταν δεν έχει άλλο ανηφόρα. Η ευκολία της κατηφόρας καλή για πόδια γερά. Τώρα τα βήματα μετριόνται και το βάρος των χρόνων, όπως και να το κάνουμε αρχίζει να έχει επώδυνες αντανακλάσεις. Η μελαγχολία απαραίτητη στην κόντρα που ξεκίνησα, γιατί μέσα από τέτοιες συγκρούσεις μπορούμε να λέμε με ειλικρίνεια «τι ωραία που μεγαλώνουμε»
«Δεν γραφώ πια όπως παλιά. Δεν μπορώ την μια, δεν θέλω την άλλη. Είναι τόσο λίγα αυτά που πια μπορούν να φύγουν από μέσα μου. Τόσο λίγα που δεν φτάνουν ως τα ακροδάχτυλα. Δεν έχουν την παλιά τους δύναμη. Εξασθένησαν μαζί με μένα. Φθίνουσα πορεία μιας ζωής που δεν έμελλε πότε να γίνει μέλλουσα. Και είναι ώρες που μ’ ενοχλεί. Και είναι ώρες που δεν με πειράζει. Δεν λέω, είναι κρίμα κι άδικο. Ίσως όμως να είναι και το μόνο δίκαιο πράγμα στην ζωή μου. Τι λέω μου λες;


Δεν ξέρω πια. Όλα αντιφατικά γιγαντώνονται και με πνίγουν όπως και τούτη η πόλη. Βρώμικη μέσα κι έξω. Μια δυο μόνο εξαιρέσεις ισα ισα να επιβεβαιώσουν τον κανόνα. Έχει μια λάμψη, δεν λέω. Έχει μια ομορφιά κρυμμένη σε κάτι δρομάκια χωρίς λάμπες να καίνε τα βράδια. Έχει και κάτι ξεχασμένα γιασεμιά. Μυρίζουν πολύ όμως και ιδίως σε μια τέτοια αποπνικτική βραδιά κάνουν το κεφάλι μου να πονά. Κάθονται στην άκρη του μπαλκονιού μου και δεν μιλάνε. Μόνο γέρνουν δεξιά και αριστερά λες και δεν μπορούν να σταθούν όρθια απ’ το βάρος της μυρωδιάς τους. Μαζί με την σκόνη, που μόλις έχει όπως όπως ξεπλυθεί, αγγίζουν το φεγγάρι που έχει κατέβει αντικατοπτριζόμενο σε μια βρώμικη πρασιά. Γεμάτη πρασινάδα, ριζωμένη σε παλιούς τοίχους που κάποτε έλπιζαν να βαφτούν σε χρώμα άσπρο όπως και η ελπίδα. Δυο χέρια πλέκονται πάνω σε πλήκτρα που πάνω τους έχει χαραχτεί το αλφάβητο. Δυο μάτια κοιτούν αυτά τα γράμματα να γίνονται λέξεις. Και έτσι ξημερώνει. Και έτσι νυχτώνει…»

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε …

Για τον χρόνο και σήμερα παραμονές γενεθλίων μέχρι την επανεκκίνηση. Για το χρόνο που το μετράμε ανάλογα με την μνήμη, για το χρόνο που αν δεν πάμε με το ρολόι, μπορεί και να μην είναι αδυσώπητος. «Και σαράντα πήγα και έφυγα», έγραφα πριν δέκα χρόνια και πενήντα πήγα και έφυγα τρέχοντας, γράφω σήμερα, ψάχνοντας αλλού την ηλικία μου. Το χρόνο δεν τον μετράμε πλέον με κεριά γενεθλίων. Το χρόνο τώρα τον μετράμε με απουσίες.
Μεγαλώνουμε περιστρεφόμενοι γύρω από τον ίδιο άξονα. Δεν αλλάζουμε, ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι, να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε, μία η άλλη!

Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα., με γεγονότα που ξεθώριασαν από το χρόνο.
Θυμάστε ένα κείμενο που έγραψα παλιότερα για τις ευεργετικές επιπτώσεις της πρεσβυωπίας; Ε! λοιπόν αυτή η καλπάζουσα πρεσβυωπία, που λειτουργεί σε αντιστάθμισμα του χρόνου του αδυσώπητου, σβήνει πολλά από τα μελαγχολικά σημάδια του. Αφαιρεί στα δικά μας, στραβά μάτια πολλά χρόνια που μας επιβαρύνουν. Στον καθρέπτη συνεχίζουμε να βλέπουμε, αφού δεν βλέπουμε, καστανά τα γκρίζα μας μαλλιά και χωρίς ίχνος ρυτίδας το σκαμμένο πρόσωπο μας. Μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι, μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής.
Για το χρόνο και σήμερα που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι. Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Αν δεν υπήρχε χρόνος…

Αν δεν υπήρχε ο χρόνος, πολλά απ’ αυτά που κατά καιρούς έχω γράψει, θα τα είχα αποκηρύξει. Υπάρχει όμως ο χρόνος; Σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου, χρόνος εννοείται «η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο».
Ωστόσο φαίνεται να υπάρχουν στιγμές, που ο χρόνος περνά πιο αργά ή πιο γρήγορα.
Περιμένοντας κάτι καρφώνοντας το βλέμμα στο ρολόι, αισθανόμαστε ο χρόνος να κυλά αργά.
Όταν είμαστε σε ερωτικό ραντεβού μας κάνει εντύπωση στο τέλος «πώς πέρασε η ώρα τόσο γρήγορα»
Όταν κερδίζει η ομάδα μας και αγωνιούμε πότε θα σφυρίξει ο διαιτητής, τα δευτερόλεπτα μοιάζουν ώρες, αντίθετα όταν χάνουμε το ρολόι τρέχει τρελά.
Παιδιά, οι διακοπές μας τα καλοκαίρια ήταν μεγάλες, ενώ στη μέση ηλικία ο χρόνος των διακοπών μας φαίνεται ελάχιστος.
Κάποιος που εκτελεί ελεύθερη πτώση τριών δευτερολέπτων, νιώθει πως έπεφτε για διπλάσιο σχεδόν χρόνο και η πτώση από μοτοσικλέτα περιγράφεται ως κινηματογραφική από τον αναβάτη σε περίπτωση ατυχήματος.
Ο χρόνος φαίνεται να καταγράφεται στην ανθρώπινη συνείδηση σε μονάδες μνήμης.

«Το αίνιγμα του χρόνου είναι εν μέρει το αίνιγμα της έναρξης, γιατί εκεί βρίσκεται η βάση του παρελθόντος. Η έναρξη είναι το παρελθόν. Ωστόσο, καθημερινά γίνεται μια νέα έναρξη μέσα στην περιοδική κίνηση της ημέρας. Βάσει της σύλληψης του Γκίνγκελ, το σύνολο όλων αυτών των επαναλαμβανόμενων ενάρξεων το αποκαλούμε χρόνο. Ζούμε στο χρόνο και καθημερινά βιώνουμε τη νέα έναρξη σε κάθε έργο που αναλαμβάνουμε να εκπληρώσουμε. Εκείνο που λείπει κατά την άποψή του είναι το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν κατανοεί τη μαγεία της νέας έναρξης, δηλαδή την αέναη μετάβαση από το παρελθόν στο παρόν».

«Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Αν δε με ρωτά κανείς, γνωρίζω. Αν, όμως,, θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που με ρωτά, δε γνωρίζω. Αλλά σε κάθε περίπτωση τολμώ να πω πως τούτο γνωρίζω Αν τίποτε δεν τελείωνε, δε θα υπήρχε παρελθόν. Αν τίποτε δεν πλησίαζε, δε θα υπήρχε μέλλον. Αν τίποτε δεν υπήρχε, δε θα υπήρχε και παρόν. Όμως, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει το παρελθόν και το μέλλον, αφού τo παρελθόν πέρασε και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμη; Από την άλλη, αν το παρόν ήταν πάντα παρόν και δεν κυλούσε, το παρελθόν δε θα ήταν χρόνος αλλά αιωνιότητα αλλά, αν ήταν το παρόν μόνο χρόνος, γιατί κυλά στο παρελθόν, πώς μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει; Υπάρχει, μόνον γιατί κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει. To μόνο, λοιπόν, που μπορούμε να βεβαιώσουμε είναι ότι ο χρόνος οδηγεί στη μη-ύπαρξη. -Άγιος Αυγουστίνος».

Όλα τα παραπάνω, αποσπάσματα από επιστημονικούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς, στην δεδομένη χρονική στιγμή, δεν είναι τίποτα άλλο από ασκήσεις άμυνας ενόψει των γενεθλίων που πλησιάζουν. Ασκήσεις μνήμης για να μπορούμε να πούμε τι ωραία που μεγαλώνουμε και ο χρόνος με μια καλή προσπάθεια να μπορεί να καθυστερήσει.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Το νησί της Ναυσικάς δεν μπορεί να λείπει από τον μύθο

Είναι η 6η φορά και η αφορμή μου δόθηκε από τον πρόσφατο θάνατο του Λάκη Σάντα και του Θανάση Βέγγου, αμφότεροι επίτιμοι δημότες του Δήμου μας. Καμία διαφωνία ορθά ο πρώην Δήμος Κερκυραίων τους τίμησε για την μεγάλη τους προσφορά. Το νησί της μουσική όμως, όπως θέλουμε να αποκαλούμαστε, θα έπρεπε να έχει τιμήσει και τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη. Και για να γίνω πιο χρήσιμος. Θα πρέπει να τον τιμήσει. Όσο υπάρχει χρόνος, δεν θα σταματήσω να επαναφέρω την πρόταση.
Οι μύθοι μεγαλώνουνε αλλά μένουν πάντα νέοι. Μίκης Θεοδωράκης. Μπροστά στην μαγεία της δημιουργίας, τα λόγια ωχριούν.
Στο ένθετο της «Οδύσσειας», τελευταίο δίσκο του μεγάλου Έλληνα σύνθετη, σε στίχους Κώστα Καρτελιά και ερμηνεύτρια τη Μαρία Φαραντούρη, διαβάζουμε:
Οδύσσεια θα μπορούσε να σημαίνει το μεγάλο ταξίδι του Μίκη Θεοδωράκη στη θάλασσα της μουσικής, που ξεκίνησε όταν έγραψε το πρώτο τραγούδι στην Πάτρα, το 1937, σε ηλικία 12 ετών, έως το πιο πρόσφατο σταθμό, τον Απρίλιο του 2006, σε ηλικία 81 ετών, όταν συνέθεσε τα 14 τραγούδια αυτής της οδύσσειας. Τότε που ένας νέος ποιητής, ο Κώστας Καρτελιάς, άφησε διακριτικά ένα φάκελο, ο οποίος βρέθηκε την επομένη το πρωί πάνω στο γραφείο του σύνθετη και, μόλις εκείνος τον άνοιξε και διάβασε τα πρώτα ποιήματα:
«Ένοιωσα και πάλι το γνωστό παλιό σκίρτημα στην καρδιά μου και χωρίς να το πολυσκεφτώ, άρχισα να χαράζω πεντάγραμμα στα περιθώρια του κειμένου και να τα γεμίζω με νότες. Θέλω να πιστεύω ότι ο απλός ανάγνωσης και φυσικά ο ακροατής αυτών των τραγουδιών, θα με δικαιώσει για την επιλογή μου και θα καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε να σκιρτήσει μια καρδιά βαρυφορτωμένη από τον χρόνο «λέει ο ίδιος».
Ο συνθέτης έντυσε με μουσικές ανάσες τους πραγματικά εξαιρετικούς στίχους σ’ αυτόν το σταθμό της μεγάλης του πορείας.
«γιατί στην πόλη αυτή δεν γνώριζα κανένα, γιατί στην πόλη αυτή εγώ ήμουν ο κανένας», «…και τα όνειρα μου τα μικρά κι απειλημένα», «έχουν τα όνειρα αρώματα, που λες, θα γίνω κλεφτής να τους κλέβω μυρωδιές…», «εμένα η Μοίρα μου όταν έριχνε τα ζάρια, είχε μαλώσει το πρωί με το Θεό», «είναι πολλές οι μουσικές να τις αντέξεις όταν το πέλαγος βαλθεί να τραγουδά».
Ήταν η πέμπτη φορά, που με τα παραπάνω απευθύνθηκα προς κάθε αρμόδιο, σήμερα είναι η 6η. Έχω την περιέργεια, να δω σε ποιον αριθμό θα σταματήσω. Να δω, αν η οδύσσεια, για τον Μίκη θα έχει σταθμό και στο νησί της Ναυσικάς.

\

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...