Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Δεν έχουμε κάθε φορά την ευκαιρία να περνάμε τόσο δύσκολα



Ζούμε μια ενδιαφέρουσα περίοδο. Πριν τελειώσει, που θα τελειώσει σύντομα,  έχει αξία να αποθεώνουμε την κάθε στιγμή της. Δεν έχουμε κάθε φορά την ευκαιρία, να περνάμε τόσο δύσκολα.  Τα ήσυχα χρόνια μας νανούριζαν και έτσι έφευγαν  δεκαετίες χωρίς να έχουμε κάτι  να ιστορίσουμε. Οι αφηγήσεις, μια ευθεία με τη ρουτίνα της καθημερινότητας  να αποτελεί  κίνδυνο ψυχολογικών διαταραχών,  ενώ σήμερα… Μια καταστροφή και μάλιστα όχι από φυσικά αίτια,  είναι αρκετή για να αποκτήσει ο χρόνος υπόσταση, το κάθε δευτερόλεπτο αξία.  Το έχουμε παρατηρήσει άλλωστε και σε προσωπικές δυσκολίες, δεν περνούν οι ώρες, αργούν οι νύχτες να ξημερώσουν. Το παρακάτω το έγραψα πέρυσι  το Μάη,  όταν υπήρχε ακόμα η τρικομματική κυβέρνηση. Τώρα έχουν μείνει οι δύο βασικοί εταίροι του συστήματος,  που ελπίζω  και αυτοί μέχρι τον Μάη που μας έρχεται, να έχουν πάει στον αγύριστο.
«Βέρος νεοδημοκράτης, ξεχασμένος στο δικομματισμό,  κατά την προσφιλή συνήθεια των χρόνων που προηγήθηκαν, έριχνε τα βάρη για σημερινές πράξεις,  σε στέλεχος  του ΠΑΣΟΚ. «Μα είναι της κυβερνήσεως», του απάντησα… Φαντάζομαι ότι θα είναι από τους λίγους αμετανόητους,  των τριών πλευρών,  που συγκροτούν την   κυβέρνηση «σωτηρίας»  της χώρας και της καταστροφής του Λαού.
Έχει πλάκα όμως,  όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τέτοια φαινόμενα, που θυμίζουν εκείνα τα ένδοξα χρόνια του ψυχρού πολέμου, μεταξύ  του μπλε και του πράσινου. 
Υπήρχε μια εναλλαγή τότε,  που έσπαζε τη σημερινή ρουτίνα, αυτού του μονόχρωμου μίγματος. Μπλε της δεξιάς της πατρίδας, πράσινο του ΠΑΣΟΚ της ελπίδας,  με λίγες σταγόνες ροζ της αριστεράς της προσκολλήσεως.  Αποτέλεσμα ένα μαύρο και άραχνο.


Όσο καλοπροαίρετος και να είσαι,  δεν μπορεί να μην αντιληφτείς, ότι αυτή η τριάδα τείνει να εξελιχτεί σαν την αγία τριάδα, «ομοούσιος και αχώριστος».  Ελάχιστος χρόνος χρειάστηκε  για να μιλήσουν την ίδια γλώσσα,   για να στηρίξουν τις ίδιες θέσεις,  για να  κατασκευάσουν   από τα ίδια φθαρμένα υλικά  του παρελθόντος, ένα νέο μοντέλο για να κερδίσουν,  όσο περισσότερο χρόνο στην εξουσία.  Και αυτή την αγάπη προς την εξουσία την δείχνουν με κάθε τρόπο, ακόμα και όταν γκρινιάζουν.
Οι περισσότεροι υποστηρικτές αυτού του εγχειρήματος το έχουν αποδεχτεί,  φορώντας το  καινούργιο τους κουστούμι χρώματος μαύρου, οι άλλοι, σαν το φίλο παραπάνω, που ξεχάστηκε στα παλιά,  επιμένουν στα κλασσικά χρώματα και αποτελούν  βεβαίως εξαιρέσεις,  για να επιβιώνουν τον κανόνα.
Μπροστά σ’ αυτά τα αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η κρίση της πολιτικής και η έλλειψη ιδεολογικού προσανατολισμού, διαδραματίζονται γεγονότα, που ολοένα ενισχύουν την θέση, ότι η εξουσία μπορεί να συντηρήσει ακόμα και ερείπια
Όσο  για μας, μείναμε να μετράμε ήττες.  Τώρα που το σκέπτομαι εκείνα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης αν  είχα διαλέξει πράσινο ή μπλε και δεν με τραβούσε το κόκκινο, για το κόμμα και κίτρινο για την ομάδα, σήμερα  θα ήμουν πρωταγωνιστής.  Για την ώρα  στο περιθώριο και από φέτος και στην Γ΄ Εθνική.
Ευτυχώς διαλέξαμε ωραίες λέξεις και  μ’ αυτές θα συνεχίσουμε. Δρόμος, Ταξίδι,  Αγάπη Χαρά».
Ο πρόλογος, άσκηση επιβίωσης, για να νικήσουμε το χρόνο και να κάνουμε ευκολότερο το πέρασμα του,  αυτές τις δύσκολες μέρες που βιώνουμε.



Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Υπόσχεση επιστροφής



Τα σημάδια που αφήνω σ’ αυτή τη διαδρομή, είναι υποσχέσεις επιστροφής. Ημιτελείς σκέψεις, που χρειάζονται συμπλήρωμα. Κάποιες,  δεν θα ολοκληρωθούν ποτέ. Και δεν  θα ολοκληρωθούν γιατί ενώ φτάνεις στον επίλογο, και είσαι έτοιμος να μαζέψεις μολύβια και χαρτιά, μια αναπάντεχη λέξη έρχεται να σου υπενθυμίσει, ότι αυτό που εσύ νομίζεις τέλος είναι ακόμα μια αρχή.  Και πάλι απ’ την αρχή      
«Είχα ξεκινήσει να γράφω ένα κείμενο για  το τραγούδι, γι’ αυτό που συνηθίζουμε να λέμε  έγινε επιτυχία. Όταν γράφτηκε ήταν ένας ρυθμός, κάτι στο μυαλό του συνθέτη  κάτι στο μυαλό του στιχουργού. Ύστερα, έγινε άρωμα, έγινε εικόνα, έγινε δρόμος.  έγινε φιλί, έγινε  βλέμμα, έγινε συνάντηση  και χωρισμός,  έγινε πόνος και χαρά. Έγινε κομμάτι ζωής ξεχωριστό για τον  καθένα.  Έγινε επιτυχία. 
Το παράτησα πέρυσι  το θέμα με το τραγούδι,  γιατί  πρέπει να γίνει βιβλίο, τι λέω, βιβλία και ο χώρος και ο χρόνος, που είχα στην διάθεση μου, ούτε ένα ποτήρι με νερό δεν μπορούσαν να γεμίσουν.
Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποταμό.  Σ’ αυτόν  τον τόπο, μπορεί να έλειψε το ψωμί και η ελευθέρια, το τραγούδι όμως πάντα μας ζέσταινε. Μας μεγάλωσαν τα τραγούδια,  κάποια απ’ αυτά μας σημάδεψαν, γιατί δεν ήταν μόνα τους, ήταν κομμάτι της ζωής μας. Έντυσαν γεγονότα, έβαλαν ήχο στις σιωπές, έγιναν ύμνοι προσωπικοί με αξία εθνική για τον καθένα.  Τα τραγούδια,  μας ψυχανάλυσαν, σκάλισαν μέσα μας  κάτι αδιευκρίνιστο  και χάραξαν καινούργιους δρόμους για τη ζωή.

Είναι δικά μας τα τραγούδια όταν φύγουν από τα χέρια των δημιουργών,  γίνονται τραγούδια της παρέας, της μοναξιά μας, της θλίψης μας. Το ίδιο τραγούδι αποκτά ξεχωριστή σχέση με το καθένα μας,  γίνεται σημάδι στο χωροχρόνο μας.  Γινόμαστε ήρωες της μουσικής και των στίχων. Είμαι εγώ ο "αλήτης" της Μοσχολιού και ο «ξενύχτης» του Μητροπάνου.  Και αυτός «αλήτης» δεν έχει καμία σχέση με τον «αλήτη» του δημιουργού.  Ο κάθε «αλήτης», ο κάθε «ξενύχτης» και όλοι μαζί που ταυτίζονται, κάνουν τελικά το τραγούδι επιτυχία.
Και είναι  μαγικό  να μπορείς  να γλεντάς τη μελαγχολία των θλιμμένων τραγουδιών. Να χορεύεις ζεϊμπέκικο  με τον «επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη.  
Είναι δικά μας τα τραγούδια, που τραγουδάμε και χορεύουμε.
Φέτος έφτασα μέχρι την Πορτογαλία,   με ταξίδεψε πρώτη η Αμάλια Ροντρίγκες,  ύστερα ανακάλυψα την Άννα Μάουρα, και την Μαρίζα και είμαι ακόμα στην αρχή.    
Και πάλι  το αφήνω ημιτελές, αλλά με αναμονές για τη συνέχεια,  όταν ο χρόνος  θα το επιτρέψει. Το δημοσιεύω για να περιμένει  και να μην ξεχάσω να  πάω από εκεί που έμεινα…  


Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Να’ σαι καλά Μαρία



Με περίσσευμα ψυχής,  η συνάδελφος Μαρία Μελέντη,   αποχαιρέτησε  τους συναδέλφους της στο Δήμο Κέρκυρας,  διδάσκοντας ήθος  και πολιτισμό.  Η Μαρία με τα λόγια της  έδειξε  πως είναι ένας ασφαλής άνθρωπος,  όταν είναι απελευθερωμένος από τα δεσμά της ασφάλειας.
Η Κυρία Μελέντη, υπεύθυνη εδώ και αρκετά χρόνια της Δημοτικής Πινακοθήκης,   με μεγάλη προσφορά στον τομέα της, απολύθηκε με την τελευταία εγκύκλιο Μητσοτάκη. Είναι μέσα στους 60 κερκυραίους εργαζόμενους που βρέθηκαν  στο δρόμο.
Η Μαρία,  μας έδειξε το δρόμο της  συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, μακριά από μικρότητες και μιζέριες. Το δύσκολο δρόμο της  ευθύνης και μας οδήγησε στον αληθινό  κόσμο των βαριών συναισθημάτων.
Δεν χρειάζεται να γράψω περισσότερα,  αυτά σαν πρόλογο σε ένα παλαιότερο κείμενο  που μου το θύμισε σήμερα,  με την συγκλονιστική της παρουσία. 
«Η κατάφαση, που έκλεισε το προχθεσινό κείμενο,  σήμερα ξεκινάει με ένα μεγάλο ερωτηματικό. «Είναι γοητευτική αυτή η  στιγμή της αμφιβολίας;»  Καμία αμφιβολία!  Μόνο που αυτή η γοητεία, ελκύει -  και αυτό είναι η δυστυχία -  λίγους παράταιρους,  εξοβελισμένους, από την κυκλική πορεία,  ελεύθερους  από τα δεσμά της ασφάλειας, γι’ αυτό και ασφαλείς.
Στο κυνήγι της ασφάλειας  για μια ζωή, που νομίζουμε  ότι δεν θα τελειώσει ποτέ,  ζούμε το χρόνο που μας αναλογεί,  παλεύοντας καθημερινά με τα κύματα της ανασφάλειας.  Και είναι ο χρόνος  μια ευθεία.  Και εμείς επιταχύνουμε διαρκώς,  για να χαθούμε απ’  τον αληθινό  μας εαυτό, τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της πραγματικής ζωής. Στις ώρες της περισυλλογής, μετράμε  όλοι μας, μια λευκή γραμμή «μισό λεπτό να θυμηθώ τι έκανα». Και τίποτα δεν έκανα. Διότι και τίποτα δεν είναι για να μείνει. Ολόκληρη ζωή για γέλια και για κλάματα με άγχος όμως  και αυτό είναι το τραγικό.  Και ύστερα... ο χρόνος όταν βρει ευθεία, χωρίς εκπλήξεις  και αδιέξοδα,  τρέχει, τρέχει χωρίς σταματημό.  Σε νανουρίζει στην ψευδαίσθηση  της ασφάλειας  και όταν ξυπνήσεις από τον ύπνο του δικαίου,   ψάχνεις τοίχο για να τσακίσεις το κεφάλι σου.




Πότε είχαμε καλοκαίρι;  Κοιμάσαι χειμώνα και όταν ξυπνάς  έχει  φτάσει άνοιξη. Και αυτή την Πέμπτη Τσικνοπέμπτη.   «Και πέρασαν οι μέρες παρασέρνοντας σελίδες απ’ τα ημερολόγια. Πέρασαν και ξεχαστήκανε, μαζί με κάτι υπόλοιπα μπογιάς στον αριστερό κρόταφο της μνήμης και κάτι αλκοολικούς λεκέδες στη σκιά της κολομπίνας, ένα όπως έγινε με τον ασβέστη στον τοίχο. Όπως - όπως τα μαζέψανε, ρετάλια πόθων που τέλειωσαν πια ή πάλι δεν εκφράστηκαν και πήγαν στράφι. Ήρθαν μετά επηρμένοι χαρταετοί, ψηλά, όλο και πιο ψηλά και μακριά, δήθεν δεν είχαν σπάγκους αυτοί να τους τραβάνε πίσω, δήθεν δεν ήταν η ζωή τους διαπραγμάτευση, τόση όσο το κέφι εκείνου που κρατάει την καλούμπα. Κρέμονται τώρα οι μονομάχοι των νεφών, κουρέλια χρωματιστά στα ηλεκτρικά καλώδια, υπόλοιπα λογαριασμών που όλοι βαριούνται να διαγράψουν – άσε, ο χρόνος και οι βροχές θα κάνουν τη δουλειά τους...» Μια εξομολόγηση της Ο.Α όπως Ολυμπιακή Αεροπορία από το αγέρι που φύσηξε αλήθειες και ας υποστηρίζει το αντίθετο.
Είναι γοητευτική η στιγμή της αμφιβολίας. Το αντιλαμβάνονται όσοι αρνήθηκαν τον ύπνο της  ασφαλούς ζωής. Μόνο, που είναι  λίγοι για να αντέξουν  στις πλάτες τους, τον όγκο της ανασφάλειας  των ασφαλισμένων.
Να’ σαι καλά Μαρία!

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Σε νέα εκτέλεση



Οι επαναλήψεις παλαιότερων κειμένων,  δεν αφορούν μόνο τη διαχρονικότητα τους,  είναι όπως τα τραγούδια σε νεότερη εκτέλεση.   Κάποια έχουν δημοσιευτεί  μισοτελειωμένα,   τους λείπουν κάποιες λέξεις, κάποιοι τόνοι παραπάνω,  κάποιο χρώμα, που εκείνη την  ασπρόμαυρη ημέρα της πρώτης εκτέλεσης, δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Μπορεί η πρώτη εκτέλεση να κρύβει κάτι το αυθεντικό,  η νεότερη όμως, είναι σαφώς  πιο βελτιωμένη. Έχω την αίσθηση ότι ο χρόνος που περνάει με απελευθερώνει.    
«Με απασχολεί έντονα τελευταία. Δεν γράφω αυτά που θέλω. Μια ελάχιστη αλήθεια βλέπει το φως  και γίνεται άλλοθι για εκείνα που σκεπάζονται επιμελώς από σιωπή. Ένα μικρό μέρος εξομολόγησης, τεχνηέντως διατυπωμένο, ώστε  να βγάζει την επιθυμητή εικόνα.  Η καθημερινή μάχη με τον εγωισμό μου,  δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμα και τις μέρες που φαίνεται τσακισμένος, σκοπιμότητες εξυπηρετεί.
Πολλές φορές υπάρχει έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού, για να ενισχύσει    πρωτίστως την αμυντική λειτουργία. Παίρνουμε την ευθύνη να  τα ψάλουμε στον εαυτό μας, υπερβολικά τις περισσότερες  φορές,  για να μη δώσουμε σε καμία περίπτωση το δικαίωμα να μας κρίνει κάποιος άλλος. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη  τη μεγάλη για να αποφύγουμε και την πιο μικρή.
Κάνω προσπάθειες και έχω κερδίσει κάποια μέτρα. Υπάρχουν στιγμές δύναμης ή αδυναμίας, που πετάγονται κάποιες λέξεις προς τα έξω, μεταφέροντας μέσα μου αέρα ελευθέριας.  Τις περισσότερες φορές αποσπασματικά και σε χρόνους ανώδυνους.

Σε χιλιάδες κείμενα που έχω γράψει όλα αυτά τα χρόνια,  έχω διασπείρει αλήθειες με τρόπο,  που να μην λένε την αλήθεια.
Εμείς,  που έχουμε αρνηθεί την εξομολόγηση, με την θρησκευτική έννοια του όρου,  επιχειρούμε αποσπασματικά, αφού βεβαίως  επιλέξουμε το δέκτη, να βγάλουμε κομμάτια της ψυχής απ’  το μπαούλο   και να ράψουμε κουστούμια.   Διαφορετικά  κουστούμια, ταιριαστά στους φίλους που θα τα φορέσουν,  ώστε να δείξουν κατανόηση.
Μόνο αυτό με παρηγορεί,  που μέχρι σήμερα δεν κατάφερα να πάω παραπέρα, από ένα μέσο όρο που απεχθάνομαι. Βλέπετε   κάθε κείμενο έχει διαφορετικούς αποδέκτες.      
Όχι  δεν φταίει ο καιρός, «που όλο σκέφτεται να βρέξει»,   κατάλοιπα μιας γενιάς που ανεμίζει τα λάβαρα του παρελθόντος, πνιγμένη στην ανασφάλεια και στον εγωισμό είναι η αιτία.
Όχι δεν είναι ακραία... δημιουργικές ενοχές ενός εκδρομέα του ’70 είναι, που προσπαθεί, με λέξεις να επικοινωνήσει,  αλλά μέχρι σήμερα γίνεται αποκλειστικός φορέας  του αυστηρά προσωπικού…  δηλαδή της μοναξιάς του.
Δεν γράφω αυτά που θέλω. Από μόνη της  όμως η παραδοχή με πήγε σήμερα λίγα εκατοστά παραπέρα. Που ξέρεις…
Και αυτή η νέα εκτέλεση,  αποδοχή.  Και ακόμα παραπέρα   

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...