Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες





 Για ένα θέμα που εσχάτως διαψεύστηκα,  ακόμα δεν έχω σαφή απάντηση από τον εαυτό μου.  Για τους πολιτικούς, αφαιρώντας τις αλτρουιστικές αηδίες, πάντα πίστευα ότι η φιλοδοξία ήταν το μεγάλο κίνητρο της ενασχόλησης.  Τις συζητήσεις για οικονομικά συμφέροντα, για κλοπές, για χρηματισμούς, τις απέφευγα θεωρώντας ότι εντάσσονται σε  λαϊκίστικες λογικές, που σε καμία περίπτωση δεν ταίριαζαν με την αισθητική μου. Ακόμα και στις κραυγαλέες περιπτώσεις, η  αρχική μου θέση με οδηγούσε να δω τα πράγματα με επιείκεια,  η κλεψιά  εν προκειμένω, ήθελε να εξυπηρέτηση την  άκρατη φιλοδοξία. «Αμάρτησα για το παιδί μου».
Μέχρι που ήρθαν οι μέλισσες!  Έπρεπε να δω στη φυλακή τον Τσοχατζόπουλο,  για να φανταστώ πόσοι κυκλοφορούν ελεύθεροι.  Έπρεπε  να διαβάσω, ότι ακόμα και αυτόν  τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, αυτόν που ηγείται του νομοθετικού  έργου, τον θεματοφύλακα των νόμων του κράτους, κατηγορούν για ξέπλυμα μαύρου  χρήματος. Έπρεπε να ξανάρθουν στην επικαιρότητα οι πρώην υπουργοί της Ν.Δ.  Ο κύριος Βουλγαράκης  του πολισμού, που το νόμιμο, στις παλιές του περιπέτειες ήταν και ηθικό, όπως χαρακτηριστικά είπε για να τον καλύψει ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής ο νεότερος . 
Τώρα που το σκέφτομαι με το αζημίωτο λειτούργησε η πολιτική σκηνή.Και σε τοπικό επίπεδο! Και αυτό το   αποδεικνύουν  περισσότερο από τα στοιχεία, οι κολοτούμπες,   που θα εξασφάλιζαν μια θέση μέσα ή κοντά στο μέλι. Βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις πολιτικών, που μπήκαν φτωχοί και έφυγαν ακόμα πιο φτωχοί, οι  πλειοψηφία  όμως  σε όλα τα επίπεδα της εξουσίας, χόρτασε  μέλι, τόσο, που η μεγάλη έλλειψη  στις μέρες μας, αρχίζει να αποκαλύπτει, το μέγεθος του πλιάτσικου που προηγήθηκε.


Προκλητικοί απέναντι στον Λαό που στενάζει από, τη φτώχια, την ανεργία. Νόμιμα λέει είναι τα πλούτη τους. Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω, άλλωστε το νόμιμο από το παράνομο στην περίπτωση πλουτισμού θέλει πολύ κουβέντα.
Η ολιγάρκεια είναι αρετή που διδάσκεται από την ανάγκη αλλά και από μια φρόνηση που κανείς δεν ξέρει πως αποκτιέται. Αυτοί που σήμερα μας κυβερνούν  δεν είναι οπαδοί αυτής της άποψης και πως άλλωστε θα μπορούσε, είναι σημαιοφόροι  της πολιτικής που θέλει τους πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι και τους φτωχούς φτωχότεροι.
Το κακό στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι αυτή η στάση περνάει με ευκολία πλέον στην κοινωνία, που μένει απαθής σε τέτοια φαινόμενα και όταν δοθεί η ευκαιρία θέλει να τ’ ακολουθήσει. Για όλα αυτά που ακόμα δεν έχουμε δει, δυστυχώς έχει μερίδιο ευθύνης και η κοινωνία.
«Κάποτε η φτώχεια», υποστηρίζει ο Κωστής Παπαγιώργης, δεν ήταν ντροπή, παρότι ήταν αφόρητη, σήμερα έχει τεθεί εκποδών διότι δεν ταιριάζει με τίποτα.
Ο κύβος έχει ριφθεί προ πολλού. Το «δούλεψε να ζεις και κλέψε να ’χεις» ανταποκρίνεται στο φλέγμα, που έχει διαδοθεί. Οι τάξεις εξαρθρώθηκαν, υποχρεώσεις και δικαιώματα υποτιμήθηκαν, οπότε πήρε κεφάλι μια ανεξέλεγκτη ροπή προς τα επάνω, όπου ο ένας έχει πλησίον τον κανένα.
Τηρουμένων των αναλογιών, τα νεόκοπα ήθη επιβάλλονται και στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής κλίμακας. Έστω και σαν μαράζι. Ένας πολιτικός ανήρ που απέχει από τις αμαρτωλές συνάφειες, θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα. Το παράδοξα είναι ότι ο τίμιος πολιτικός αποσιωπάται, δεν ενδιαφέρει κανέναν. Απεναντίας, ο «ύποπτος» νεόπλουτος της   εξουσίας,  που υπερασπίζεται μια πολιτική που της λείπει το φρόνημα της ολιγάρκειας,  ακόμα ερεθίζει τα αντανακλαστικά του ψηφοφόρου.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Πες μου μια λέξη






Αυτοί που γράφουν κάθε μέρα θα με καταλάβουν, υπάρχουν μέρες που δεν σου χρειάζονται λέξεις, μπορεί καλύτερα να εκφραστείς, με  μια αποστροφή του προσώπου, μια ματιά, μια κίνηση του χεριού, που δεν θα χαιρετάει, μια κλωτσιά, μια φτυσιά.
Mήπως να αντικαταστήσω τις λέξεις με σύμβολα, που κάθε σύμβολο θα έχει χίλιες λέξεις; Ένα μαχαίρι, ένα πιστόλι, ένα ηφαίστειο μια θάλασσα έναν φεγγάρι έναν ήλιο, ένα βλέμμα…
Προς τι τόσα λόγια περιτυλίγματος, τόση φλυαρία; 
Προς τι να γράψω για την Πατρίδα μας, που μας σκοτώνει και για την ιδιαίτερη, που όλο βυθίζεται. Είναι άχαρος ο ρόλος να μετράς κάθε μέρα τα πόσα μέτρα βάθους.
Προσπαθώ, ξεφεύγοντας από τη μιζέρια, που αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της μικρής μας κοινωνίας - με μεγάλη δυσκολία δεν λέω -  να ερμηνεύσω όλα αυτά που συμβαίνουν και πιάνω τον εαυτό μου να καταφεύγει σε ανορθόδοξες μεθόδους. 
Δικαίως θα με ρωτήσει κάποιος. Τίποτα αισιόδοξο, τίποτα θετικό δεν φαίνεται στον ορίζοντα; Τόσες λέξεις κάθε μέρα για μαύρες περιγραφές;  Είναι θέμα οπτικής. Από την δική μου, οι προβληματισμοί χρησιμεύουν σαν ενισχυτικό φωτισμού. Όσο περισσότερο μαύρο, τόσο περισσότερο φως. Χρησιμοποιώ το χειμώνα, έχοντας πάντα στο μυαλό μου την άνοιξη, ανάβω κεριά του επιταφίου για να υποδεχτώ το αναστάσιμο φως. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να πορευτούμε; Πως αλλιώς θα βγει αυτή η ανηφόρα, αν εκεί στο τέρμα, δεν μας περίμενε ένα ποτήρι νερό;  Και φως υπάρχει στον ορίζοντα…


Για να μην ξεχνιόμαστε είναι όλο αυτό το μαύρο που φαίνεται. Πίσω από τις λέξεις, που δεν χαϊδεύουν, κρύβεται η ζωή. Από εδώ πάνω φαίνεται καθαρά…
Δε γράφω, δε μιλάω, δεν ακούω.  Τα αυτιά μου αυτενεργούν, επιλέγουν ήχους, λέξεις φράσεις ή και μακρόσυρτες αφηγήσεις, και για τα υπόλοιπα, με ένα μαγικό τρόπο, όσο δυνατά και αν ακούγονται αυτά, δεν παίρνουνε χαμπάρι.
Με αυτόν τρόπο κατάφερα να περάσουν στη σιωπή όλα τα προεκλογικά ψέματα. Κατάφερα να μην επηρεασθώ από τις πολεμικές κραυγές, από την κινδυνολογία της τηλεόρασης. Τα φτηνά τραγούδια, δεν έφτασαν μέχρι τ’ αυτιά μου, δε ξέρω κανένα. Αντίθετα όχι μόνο άκουσα τους ποιητές, αλλά κράτησα και τα λόγια τους ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Και τις σιωπές άκουσα, που έλεγαν πολλά και τα βλέμματα άκουσα, από την αυτόματη μετάφραση, που σημάδευε στο κέντρο της ψυχή μου.






Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Τι ωραία που μεγαλώνουμε



Η επανάληψη αυτή την εποχή, δημιουργεί μια στασιμότητα απαραίτητη, για να καθηλωθεί ο χρόνος  σε επίπεδα  τέτοια, που ακόμα να  μας δημιουργεί προσδοκίες.
Όσο και αν προσπαθώ να τον  ξεγελάσω ,   ξεκινώντας από το ένα,  έρχονται στιγμές μνήμης, που δεν τις αντέχω και όσο δεν τις αντέχω, μέσα τους τρέχω.
Γιατί το κάνω θέμα; Αφού τα χρόνια δεν μετράνε, η ζωή έχει σημασία και όσο υπάρχει πρέπει να είναι πλήρης, όχι ημερών, αλλά  στιγμών.
Να τον σταματήσουμε  το χρόνο δεν μπορούμε,  μπορούμε όμως, να τον ξεγελάσουμε. Από το  Μάη αρχίζει το μέτρημα. Ας γυρίσουμε στους Μάηδες που σβήναμε κεριά και ας ζήσουμε και τώρα που δεν σβήνουμε, αυτό που ξέρουμε καλά.
Με στιγμές μάθαμε να μετράμε τη ζωή μας, γιατί σε ένα χρόνο μπορείς να ζήσεις μια ζωή και μια ζωή να τη μετρήσεις με άγονες δεκαετίες.
Από το Μάη αρχίζει το μέτρημα,  και οι μνήμες  κάνουν κύκλους, γίνονται χρόνια. Αυτά είναι που μας βαραίνουν και όχι που μεγαλώνουμε.
Εσχάτως ανακάλυψα,   εδώ στου δρόμου τα μισά που έχουμε φτάσει, η στάση είναι απαραίτητη. Η αναθεώρηση, όσο και αν βλάπτει  τα δόγματα, που μας νανούριζαν, επιβεβλημένη.
Πολλές φορές, όταν ανακαλύπτω κάτι, δεν μπορώ  να κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Και εγώ ευτυχώς αργώ χαρακτηριστικά, τόσο, που κάθε χρόνος που προστίθεται στην ηλικία μου,  σκορπά ενθουσιασμό. Σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσω κάποιες σταθερές, η διαπίστωση ήταν καταλυτική: τίποτα δεν είναι όπως χθες, τίποτα δεν θα υπάρξει όπως σήμερα…   Γι’ αυτό,  τώρα το Μάη, που ξεκινάει το μέτρημα, από το ένα θα ξεκινήσουμε,  για να φτάσουμε και πάλι στο ένα.   «Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν την δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα».


Για τον χρόνο και σήμερα παραμονές γενεθλίων μέχρι την επανεκκίνηση. Για το χρόνο που τον μετράμε ανάλογα με την μνήμη, για το χρόνο που αν δεν πάμε με το ρολόι, μπορεί και να μην είναι αδυσώπητος. «Και σαράντα πήγα και έφυγα», έγραφα πριν δέκα τέσσερα χρόνια  και πενήντα πήγα και έφυγα τρέχοντας, γράφω σήμερα, ψάχνοντας αλλού την ηλικία μου. Μεγαλώνουμε περιστρεφόμενοι γύρω από τον ίδιο άξονα. Δεν αλλάζουμε, ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι, να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε, μία η άλλη!
«Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα, με γεγονότα που ξεθώριασαν από το χρόνο».
Για το χρόνο και σήμερα που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι. Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια.
Θυμάστε ένα κείμενο που έγραψα παλιότερα για τις ευεργετικές επιπτώσεις της πρεσβυωπίας; Ε! λοιπόν αυτή η καλπάζουσα πρεσβυωπία, που λειτουργεί σε αντιστάθμισμα του χρόνου του αδυσώπητου, σβήνει πολλά από τα μελαγχολικά σημάδια του. Αφαιρεί στα δικά μας, στραβά μάτια πολλά χρόνια που μας βαραίνουν. Στον καθρέπτη συνεχίζουμε να βλέπουμε, αφού δεν βλέπουμε, καστανά τα γκρίζα μας μαλλιά και χωρίς ίχνος ρυτίδας το δαρμένο πρόσωπο μας. Μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι, μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής.
Σιγά σιγά μειώνουμε τις στροφές, κατεβάζουμε ταχύτητες  και απολαμβάνουμε τη διαδρομή.  Κάθε τόσο η όπισθεν σε πρώτη χρήση, με τα μάτια καρφωμένα σε αυτά που προηγήθηκαν,  για να τα βλέπει ο χρόνος και να κάνει πίσω.  Το μυαλό;   Α! το μυαλό, όπως πάντα, ανέμελο,   αφημένο να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι, για να έχει να λέει…
Ακίνητοι και φευγάτοι, σε μια λειτουργία αντιστρόφως ανάλογη, από τα βάρη, που καθηλώνουν τα πόδια σε πιο αργό τέμπο.  Για τα πόδια ήταν επόμενο, από μικρά μετρούσαν τα βήματα… ένα,  δύο, τρία… πενήντα  και βάλε,  η  συμμαχία, με το χρόνο ποτέ δεν βγαίνει σε καλό. Το μυαλό όμως  πάντα ασυμβίβαστο,  άντε  τώρα να το πιάσεις…  φορτωμένο με χρήσιμα και άχρηστα,  τρέχει με χίλια. Τρέχει και πετάει…











 


Η επιθυμία έχει τα νεύρα της

Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με την ελευθερία. Όταν την αποκτάς, δεν ξέρεις πάντα τι να την κάνεις. Εξακολουθείς να θέλεις εκείνα από τα οποία...