Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Η πραγματικότητα σκάει στη ζήλια



Όνειρο ήταν και έσβησε. Για την ώρα δεν με ενδιαφέρει η φροϋδική θεώρηση. Δεν θα σας βάλω στη δοκιμασία, να σας το διηγηθώ, για να είμαι ειλικρινής ούτε και εγώ μπορώ να αντέξω διηγήσεις ονείρων. Πέρα από την συγκεχυμένη εικόνα, που έστω με κάποιο τρόπο μπορεί να μεταφερθεί, τα έντονα συναισθήματα πώς να τα μεταφέρεις;
Απόψε ταξίδεψα σε άγνωστο χρόνο και τόπο, στην κόλαση ή στον παράδεισο, δύο προορισμοί για τους οποίους ακόμα δεν έχω αποφασίσει. Ήταν από εκείνα τα όνειρα, που νομίζεις ότι τα έχεις ξαναδεί, απ’ αυτά που θέλεις να ξαναδείς, και με κάποιο τρόπο μαγικό το υποσυνείδητο, σου κάνει το χατίρι και τα προβάλλει όταν η ψυχή τα έχει ανάγκη. Οι αισθήσεις έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και η όραση που ταλαιπωρείτε, από τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό πρεσβυωπίας, κατάφερε να δει και στο σκοτάδι. Όλα δυνατά. Με την πραγματικότητα να σκάει στη ζήλια.

«Μην τον ξυπνάτε θα λαχταρήσει όταν γυρίσει ξανά στη γη», λέει ένα τραγούδι. «Τώρα το που υπνοβατεί και πως περνάει ο καθένας που κλείνει τα μάτια του, είναι μεγάλη ιστορία. Άλλοι καλοπερνούν περιδιαβάζοντας ήσυχους ωκεανούς, ωραία νερά, καλοτάξιδα καράβια, φωτεινές αγκαλιές. Άλλοι μπαίνουν στα μνήματα της μνήμης τους, να φέρουν πίσω αγαπημένους, προσπαθούν να πετάξουν αλλά έχει βοριά, επιχειρούν να τρέξουν αλλά έχει εμπόδια».
Πιο πολύ από το όνειρο θυμάμαι εκείνο το δέκατο του δευτερόλεπτου που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. Αυτό το σχεδόν κενό χρόνου, που ονειρεύεσαι ότι ξύπνησες και ζεις μια εκδοχή του ονείρου, για άλλη μια φορά μέσα στο όνειρο. Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αν είσαι καλύτερα εκεί που ξύπνησες ή μήπως έπρεπε να μείνεις στο χρονοχώρο του ονείρου. Δεν χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Εκεί στο όνειρο ακόμα και για πάντα. Δύσκολα έρχονται τέτοια όνειρα να σου γλυκάνουν την ψυχή.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Τα όνειρα μας ζουν με την αντίρρηση



Αη στο διάολο. Έως εδώ. Φτάνει πια.  Συνήθως έτσι τελειώνει κάτι ανυπόφορο  και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κάτι άλλο. Είναι στιγμή που ένα μείγμα συναισθημάτων εκρήγνυται. Από την υπερένταση στην ανακούφιση, από την αγωνία στην εκτόνωση. Οι συμπεριφορές διαφορετικές για τον καθένα,  όλες όμως συμφωνούν, εμφορούμενες από ένα φορτίο που ξεπέρασε τον αποθηκευτικό χώρο της ψυχής.
Νοιώθεις  από την αντίθετη πλευρά,  ακριβώς τη ζωή εκείνου του δευτερόλεπτου, μετά την  εκσπερμάτωση. Σκορπισμένες λέξεις, και καμία προσπάθεια για να μπουν σε μια σειρά.   Και τι σειρά να βρουν, που να χωρέσουν;  Λέξεις  μάνες,  μήτρες, κυψέλες,  τα άπαντα των ποιητών που μας συνάντησαν. Κάθε μία σέρνει πίσω της  και μια ζωή.  


Επιστροφή στο Λαό και στην πολιτική θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με δυο λόγια αυτό που δημιουργείτε μέσα στα χαλάσματα. Επιστροφή στην κοινωνία σε μια αμφίδρομη πορεία, που βγάζει ψυχή και γεννά προσδοκίες. Σε μια περίοδο αποδόμησης, η συγκρότηση πυρήνων άμυνας  δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για το αύριο. Πίσω και μπροστά.  Να ξαναγίνουμε τρελοί που κάνουνε οχτάρια στην παραλιακή. Που ρισκάρουνε καριέρες για ένα «όνειρο».
Δεν σας  το κρύβω, πρώτη φορά νοιώθω τόσο αισιόδοξος. Πρώτη φορά,  εν μέσω τόσων προβλημάτων πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε. Και θα τα καταφέρουμε. Όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε.
«Στην πατρίδα μας τα άνθη της πέτρας φυτρώνουν εκεί στις αρχές της άνοιξης, τότε  που τελειώνει ο σχεδόν πάντα γρουσούζικος Φλεβάρης.
 Εμείς δεν περιμένουμε τις αμυγδαλιές να ανθίσουν. Από τα λουλούδια των υπεραιωνόβιων βράχων νιώθαμε την νέα εποχή που θα πρόσθετε στις αισθήσεις μας ένα νέο ρίγος...»

       

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Και όμως ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο



Τι καλύτερο από μια σιωπή μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;  Και είναι μέρες, που με  ακολουθεί. Ίσως  να θέλει να με προστατεύσει.  Ίσως και να μην έχουν μπει στη σειρά,  οι λέξεις που θα ήθελα. Μπορεί να υπολογίστηκαν στο «Πριν», στο «Μετά» όμως στριμώχνονται βιαστικές σε ένα στόμα και αν τις  αφήσεις, μπορεί να βγάλουνε κραυγές.
Και όμως  ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο.  Όμως και πάλι πλήγωσε.  Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι.  Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις… 
Σε αυτό το διάστημα της προθέρμανσης λοιπόν, λίγο πριν δοθεί το σήμα του αφέτη, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Παλεύω   με τις λέξεις,  με τις φωνές τους,  με την εφηβεία τους, που βιάζεται να αποδώσει δικαιοσύνη.  Διαδικασία επώδυνη. 
Ό,τι γυρίζω στα ίδια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο. Όμως αλλιώς τα κοιτάω κάθε φορά.  Σαν παιγνίδι του μυαλού να το εκλάβετε. Ψυχοφθόρο όμως. Και μη νομίζετε ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Ποτέ άλλωστε δεν περιμέναμε να μιλήσουμε με το δικηγόρο μας. Το «σίγουρο»  δεν υπήρξε για εμάς γοητευτικό, γι’ αυτό άλλωστε  και μια  ζωή κομμάτια. Τίποτα ολόκληρο. Μόνο εμείς μείναμε ολόκληροι, με τα «θέλω» να μας βασανίζουν. Τη στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζουμε. Άηχη. Για τα μικρά μιας ζωής, αλλά και τα μεγάλα. 


«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε».  Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή.  Θα σου γράψω... Που πάει κανείς όταν φεύγει;
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι  ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει  ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος  έχει μια μικρή ελπίδα  να σε δει, τότε,  θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ  - αυτά τα γράμματα  είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του  Β. Μαγιακόφσι  στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια» 
Αλλά όπως λενε «το επεισόδιο επερατώθη. Ποιος ο λόγος να απαριθμούμε  αμοιβαίες πίκρες, πόνους και  προσβολές;»
Έγραψε  και έφυγε, όπως πάντα  τεράστιος και πανταχού παρών. Αγαπημένος και αλησμόνητος. Για τούτο ακριβώς   κι ανίκητος.   αλώβητος και αθάνατος.
Τι καλύτερο από μια σιωπή, μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;
 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Η όχθη μου



H στήλη σήμερα φιλοξενεί ένα κείμενο της Αλίκης Κατσαρού.  Είναι  απ’  αυτά τα κείμενα που νοιώθεις να συναντάς τη σκέψη σου, που σκόρπισες αποσπασματικά, στην προσπάθεια να οριοθετήσεις τον τόπο σου.   Κείμενο, παράδειγμα σε πολλά που έχω γράψει. Επίλογος σ’ αυτά που ήθελα να πω.   Ένα ποτάμι, κόκκινη γραμμή, που την τραβάς για να ορίσεις τον κόσμο σου. Κόκκινη γραμμή   όμως,  για να δείξεις και τον άλλο κόσμο, αυτόν που δεν σε αφορά,  με αλήθεια  βέβαιη και ξεκάθαρη.  «Η όχθη μου», ο τίτλος.
«Το λατρεμένο Παρίσι, ως γνωστό χωρίζεται από το Σηκουάνα σε δυο όχθες, την αριστερή και τη δεξιά. Η ίδια η ζωή, χωρίζεται κι εκείνη σε όχθες, κι εμείς επιλέγουμε σε ποιαν ανήκουμε. 
Το ποτάμι ανάμεσα μπορεί να μην είναι τόσο όμορφο όπως ο Σηκουάνας, στολισμένος από περίφημες γέφυρες, διατρεχόμενος από bateaux mouches και πλαισιωμένος από μνημειώδη κτήρια και σοφιστικέ μπιστρό. Το ποτάμι μπορεί να είναι ταραχώδες, λασπωμένο, μανιασμένο ή ξερό, μα όπως κι αν είναι, η σοφία της ζωής λέει ότι διαλέγεις σε ποιαν όχθη θες να ζεις και στέκεσαι συνεπής στην επιλογή σου. 
Καμιά φορά σου γνέφουν άνθρωποι από την απέναντι όχθη, στέλνουν μηνύματα δικά τους, συχνά θολά, αρνητικά, ενίοτε συκοφαντικά. Εσύ αντιδράς. Φυσικά, θες να περάσεις απέναντι. Η ανθρώπινη φύση σου, σε σπρώχνει να διασχίσεις το ποτάμι, με μια βάρκα, ή έστω κολυμπώντας και να βγεις μπροστά τους, να εξηγήσεις, να πολεμήσεις, να διαλύσεις τη συκοφαντία. Λες και θα καταλάβουν ποτέ τη γλώσσα σου… χαζέ.
Το μοιραίο λάθος σου θα είναι να βουτήξεις ακόμη και το δαχτυλάκι σου στο ποτάμι για να πλησιάσεις στην απέναντι όχθη. Για κοίτα το, μόλις λασπώθηκε. Οι φωνές από απέναντι σε καλούν. Σε νιώθουν αδύναμο γιατί διαπιστώνουν ότι βάλλεσαι. Και συνεχίζουν. Πιο δυνατά. 


Σε κάνουν να βάλεις στο ποτάμι το πόδι ως το γόνατο. Έχεις ήδη γεμίσει λάσπες το ένα σου όμορφο ποδαράκι. Το βάζεις δίπλα στ’ άλλο και καταλαβαίνεις το λάθος. Ξέρεις κατά βάθος πως αν βουτήξεις τελικά στο ποτάμι για να βγεις στη άλλη όχθη, να αντιμετωπίσεις τους ξένους, τους άγνωστους με τη δική σου ζωή και τη δική σου σκέψη, το μόνο σου αποτέλεσμα θα είναι να βγεις λασπωμένος, λερωμένος και τελικά νικημένος.
Γιατί, είναι τόσο απλό, οι απέναντι, απλά δεν ενδιαφέρονται για καμιά αλήθεια. Οι απέναντι ενδιαφέρονται μόνον να σε λασπώσουν. Σήμερα εσένα, αύριο τον άλλο. Αν βγεις στη όχθη τους κι αρχίσεις να εξηγείς, τα δόντια και η γλώσσα σου, θα μαυρίσουν από χώμα, σκουπίδια και ανούσιες, κουβέντες… υπεδάφους. Όπως μιλάς, θα φτύνεις φύκια και πετραδάκια, δε θα καταλαβαίνεις ούτε εσύ τι λες, και τελικά δε θα καθαρίσεις ποτέ εντελώς. 
Την όχθη που διάλεξες να ζεις, το βλέπεις, την προστατεύει πάντα ένα ποτάμι. Σεβάσου το ως σύνορο ζωής. Και μην κάνεις το λάθος να βουτήξεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Ήττες θα μετράς, αν απομακρύνεσαι έστω και ένα εκατοστό από τη δική σου όχθη, τη δική σου επιλογή ζωής. 
Γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Γιατί δεν είναι οι όχθες της ζωής Παρίσι.
Ούτε τα διαχωριστικά Σηκουάνας.
Τώρα, που το σκέφτομαι, ένα καλοκαίρι που δούλεψα στο Παρίσι, την αριστερή όχθη είχα επιλέξει για τη διαμονή μου. Για τους ανθρώπους που γνωρίζουν το Παρίσι αλλά και για εκείνους που αντιλαμβάνονται τη σημειολογική διαφορά της αριστερής (όχι απαραίτητα πολιτικής) στάσης ζωής, είμαι όλη δική τους, στην δική μας όχθη ζωής.
Και το ξέρετε,
Je vous aime.»

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Είναι μέρες που μετράμε νίκες




Δεν είναι στις προθέσεις μου να προσθέσω και άλλο βάρος. Δεν είναι μελαγχολία. Είναι λύπη, είναι θλίψη, είναι πόνος και οργή.
Μέχρι εδώ, άλλωστε η παραμονή στις σκιές της τραγικής  πραγματικότητας, που βιώνουν οι έλληνες,  εκτός από επιδείνωση των βαριών συναισθημάτων, μας οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση, εκεί που αδύνατοι να αντιδράσουμε, περιμένουμε, συνεπικουρούμενοι από την αγία απάθεια, με στωικότητα τη μοίρα μας.
Κυνηγός ο χρόνος, μας παίρνει και μας φέρνει.
Ιούνιος και πάλι στη γέννηση του, ο μήνας μου, έτοιμος να μας γεμίσει φως.
Από το σκοτάδι στο φως του Ιουνίου και του Ιονίου.
Σκέφτομαι ότι τον έχω παραμελήσει αυτόν το μήνα. Έχω γράψει για το Μάη, τον κόκκινο, για το χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μου, για το ζεστό μήνα Αύγουστο, για το ξανθό Απρίλη. Έχω προκαλέσει τον Οκτώβρη, έχω σταματήσει στο Δεκέμβρη τον τελευταίο και έχω ξεκινήσει από το Γενάρη, για τον Ιούνιο ούτε μια αναφορά. Άδικο.
Αυτές οι πρώτες μέρες του Ιουνίου, είναι οι πιο κρίσιμες. Ακόμα και τις σκιές, του πολιτικού μας βίου τις εξαφανίζει, δεν αντέχει το σκοτάδι. Είναι οι μέρες που μετράμε νίκες στον προαιώνιο αγώνα του φωτός και του σκότους.
«Και γλυκύ το φως και αγαθόν τοις οφθαλμοίς του βλέπειν τον ήλιον», γράφει  επικούρειος, ο Εκκλησιαστής. Ο ηλιομανής. Κάθε δεύτερη λέξη του, είναι ήλιος ή φως. Τρέμει, το σκοτάδι: «και εάν έτη πολλά ζήσεται ο άνθρωπος...μνησθήσεται τας ημέρας του σκότους, ότι πολλαί έσονται παν το ερχόμενον ματαιότης».
Γι’ αυτό αγαπάω τον Αλεξάκη που διαχωρίζει το προχριστιανικό φως από το σκοτάδι, που επιμένουμε να το ονομάζουμε ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, αναφέρομαι στο βιβλίο (μ.Χ).
Πεσιμιστής, σκεπτικιστής και επικούρειος, ο Εκκλησιαστής γυρίζει τη Βίβλο ανάποδα: «ουκ εστίν αγαθόν τω ανθρώπω υπό τον ήλιον, ότι ει μη φαγείν και του πιείν και του ευφρανθήναι...».
 

Από εδώ κάτω, που δεν έχει άλλο παρακάτω, του πάτου το αδιέξοδο, να θυμηθούμε «τον δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά. Εδώ που φτάσαμε με την πλάτη κολλημένη στο αδιέξοδο, μόνο μπροστά μπορούμε να σκεφτούμε. Μόνο μπροστά, εκεί, που το φως, είναι ανίκητο.
«…Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου κακού την σκάλα
για το ανέβασμα ξανά που σε καλεί
-ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!-
θα αιστανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα!»
Στο χέρι μας είναι να ξαναθυμηθούμε τα τραγούδια, να ξεκινήσουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Από την αρχή, χωρίς τους κλέφτες και τους ψεύτες στην παρέα. Να ξεκινήσουμε και πάλι την προσπάθεια, έχοντας πάντα κατά νου, ότι δεν είμαστε οι τελευταίοι κάτοικοι αυτής της χώρας. Να ξανατραγουδήσουμε με το μυαλό στους νέους και στο μέλλον.
Αυτές οι μέρες είναι ο θρίαμβος, η δόξα και η δύναμη του Φωτός. Οι μεγαλύτερες μέρες του χρόνου. Με φως, πολύ φως. Παράταση ζωής, Ατελείωτη μέρα κι ατελείωτη νιώθεις τη ζωή.
Ο Σεφέρη γράφει : «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».

Η αξιοπρέπεια του να μην αρέσεις...

Χθες βράδυ βρέθηκα ανάμεσα σε φίλους που δεν ήταν δήθεν. Ανθρώπους αληθινούς, με τις συμφωνίες τις διαφωνίες τους, το γέλιο τους, την άνεση ...