Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Για ποια αριστερά μιλάμε


Γύρισα μια εικοσαετία πίσω. Αυτά που λέγαμε και γράφαμε φαίνονται μιας άλλης εποχής. Η σημερινή  πραγματικότητα τα ακυρώνει όλα. Τι να γράψουμε σήμερα;  Αυτό που βιώνουμε μόνο  με νεαρές λέξεις, αθώες και απείραχτες από τη φθορά της χρήσης, μπορεί να ερμηνευθεί. Στην άμυνα  και πάλι περιμένω. Πόσο όμως να περιμένεις; Η αναμονή δεν είναι ζωή.
Ζούμε μια επανάληψη, απ’ αυτές που μας οδηγούν στις γνωστές θυσίες, χωρίς αντίκρισμα. Και η Θεά Άρτεμις είναι μακριά, για να μας αντικαταστήσει με το ιερό ελάφι. 



Η απαισιοδοξία καταγράφει την καθημερινότητα, υπολείπεται του Ονείρου, που παραμένει ζωντανό. Και στα όνειρα οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που ζουν μαζί με άλλους, που συνεργάζονται, που αλληλοϋποστηρίζονται.
Στην πραγματικότητα, έχει εξαπλωθεί οργανωμένη επιχείρηση, ώστε η ζωή να είναι χωρίς τους άλλους, ή καλλίτερα με τους άλλους απέναντι, με τους άλλους εχθρούς, με τους άλλους που πρέπει να εξοντώσουμε για να επιβιώσουμε.
Το κείμενο που ακολουθεί  γράφτηκε στα πέτρινα χρόνια,  τότε που ψάχναμε την ταυτότητα μας. Το επαναφέρω,  γιατί δυστυχώς ακόμα τη ψάχνουμε. Και θα τη ψάχνουμε, όλοι εμείς, που βρισκόμαστε κάτω από το βάρος της ιστορίας.  
«Το μεγάλο ερωτηματικό για ποια αριστερά μιλάμε, θα πάψει να μας απασχολεί όταν επιτέλους σταματήσουμε να κτίζουμε στην άμμο παλάτια και μάλιστα με υλικά που ποτέ δεν μπήκαμε στο κόπο να ανακυκλώσουμε. Ποια αριστερά; Η ορθόδοξη, η δογματική, η ανανεωτική, η ριζοσπαστική, η επαναστατική, η δημοκρατική, η έτσι ή αλλιώς, η αριστερά της αριστεράς, η μέσα δεξιά, η έξω αριστερά. Επιτέλους!
Μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται ότι η διάβρωση του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, έχει προκαλέσει ανήκεστη βλάβη, στην πατρίδα μας. Η κηλίδα έχει καλύψει, όλη την πολιτική και κοινωνική διαστρωμάτωση, ξεπερνώντας και τους τελευταίους θύλακες αντίστασης, που εκ παραδόσεως κρατούσαν και έδιναν τις μάχες για την τιμή των όπλων.
Ήταν  μεγάλο βάρος, να κουβαλήσουν τόσα χρόνια κάποιοι στην πλάτη τους τη σημαία του αγώνα. Μεγάλωσαν, βάρυναν, δεν είδανε και προκοπή, κατάθεσαν τα όπλα και έγιναν βασιλικότεροι του βασιλέως.
«Όταν η αναφορά μου στην αριστερά, θα πάψει να είναι ένα μεγάλο παρελθόν, τότε κάτι θα έχει αλλάξει. Έστω και προς το χειρότερο. Να κουνηθεί επιτέλους κάτι, να ανέβει η λάσπη στην επιφάνεια της ακίνητης λίμνης, ο βούρκος να γεμίσει ομόκεντρους κύκλους, το βότσαλο της ανησυχίας να γίνει θεμέλιος λίθος για έναν κόσμο που θα σκέφτεται περισσότερο, θα ονειρεύεται περισσότερο, θα ενεργεί περισσότερο…»
Τέλος με την αριστερά που ξέραμε. Όσοι δεν λάκισαν φορτώθηκαν τα παράσημα  του παρελθόντος ωσάν άλλοι σοβιετικοί πολεμιστές, ατραξιόν σε μια κοινωνία, που ότι καν θυμάται. 
Η αριστερά υπάρχει στο μυαλό και στη ψυχή των γενεών που έρχονται. Καμία σχέση με τη δική μας αριστερά. Δεν θα στηρίζεται σε ευαγγέλια, και σε απολιθώματα ιδεών δεν θα έχει ανάγκη να απομονώνεται για να επιβιώσει, ούτε να διαπλέκεται εκμεταλλευόμενη τη θυσία και τους αγώνες του παρελθόντος. 


Αφεθήκαμε

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Αφεθήκαμε και οδηγηθήκαμε στην παρακμή. Η Κέρκυρα, σαν την ωραία κοπέλα που επένδυσε μόνο στην ομορφιά της. Και η κατάληξη; Αναμενόμενη. Γλάστρα.
«…Και είναι ωραία η Κέρκυρα, ωραία στο σύνολο της. Φύση και άνθρωποι συντονισμένοι για να πλαισιώνουν ο ένας τον άλλο. Δεν είναι ο κερκυραίος έξω από το κλίμα του νησιού, όπως δεν είναι η Κέρκυρα έξω από το κλίμα του κερκυραίου. Ο ένας συμπλήρωμα και προέκταση του αλλού. Το ανθρώπινο ραφινάρισμα που αναπτύσσεται μέσα στον πιο αβρό διάκοσμο. Η πρώτη πνοή δυτικού πολιτισμού. Για όποιον ταξιδεύει προς την Ευρώπη. Η μόνη ελληνική γωνιά που θα δώσει κάποιον άνεμο Ευρώπης, στον αταξίδευτο. Τον άνεμο αυτόν θα τον αισθανθείτε ακόμα πιο ζωηρό όταν έρχεστε από την ηπειρωτική ακτή. Σαν να έχετε αλλάξει πλανήτη».
Κινδυνεύεις να χαρακτηρισθείς αχάριστος, αν προσπαθήσεις να αντικρούσεις τα παραπάνω λόγια, του μαγεμένου επισκέπτη. Ακριβώς αυτή η πραότητα και η ομορφιά σημειώνει και την αδυναμία της. Η Κέρκυρα παθαίνει ότι παθαίνουν όλες οι ωραίες˙ θαμπώνουν με την ομορφιά, και όταν έρχονται ικέτιδες, να χτυπήσουν την πόρτα σας για να ζητήσουν την επούλωση του τραύματος, που δουλεύει κάτω από την συναρπαστική επιφάνεια, η ομορφιά απορροφά εκείνον στον οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Έτσι εξηγείτε πως η Κέρκυρα δοκιμασμένη όσο καμία άλλη περιοχή της χώρας έρχεται τελευταία στην ουρά των επαρχιών που περιμένουν την επούλωση των τραυμάτων τους. Είναι δε πολλά τα τραύματά της.
«Ζείτε στο παράδεισο και παραπονιόσαστε;» Οι ασχήμιες και τα όποια προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε επισκέπτης επισκιάζονται από την ομορφιά, το ασυνήθιστο μάτι, δεν μπορεί να φανεί αντικειμενικό, πρέπει να γίνεις μόνιμος κάτοικος παλιάς πόλης να βρεθείς αντιμέτωπος με τα προβλήματα διαβίωσης, γιατί μπορεί να είναι ωραία τα κτίρια και οι απλωμένες μπουγάδες για τους επισκέπτες, αλλά αν ρωτήσουμε αυτούς που κατοικούν έχουν βλαστημήσει την ώρα και την στιγμή που γεννήθηκαν. Οι μόνιμοι κάτοικοι ζουν στερημένοι το δημόσιο χώρο . Τα παιδιά δεν έχουν ούτε σπιθαμή γης να τρέξουν, να παίξουν. Οι πλατείες, τα καντούνια, έχουν καλυφθεί από τραπεζοκαθίσματα χωρίς όρια, με μια άνευ προηγουμένου απληστία από τους περισσότερους επιχειρηματίες και μια εγκληματική αδιαφορία από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. “Τοπικά προϊόντα” από την Κίνα , κρύβουν τον ήλιο και το φως από τα γραφικά περάσματα της πόλης, αν προσθέσουμε το κυκλοφοριακό χάος, που δημιουργείται από τα τουριστικά λεωφορεία, τα διώροφα που προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια , τα τραινάκια, τις άμαξες που συναντάς στα πιο απίθανα σημεία, την ηχορύπανση και τέλος τα σκουπίδια, κυρίως των επιχειρήσεων, έχουμε ένα πλήρες πακέτο. Και όλα αυτά σε ένα ιστορικό κέντρο με εγγενή προβλήματα, που από τον χαρακτήρα του δεν προσφέρει και το πιο άνετο μέρος διαβίωσης. Πολυώροφα κτίρια χωρίς ασανσέρ, χωρίς μπαλκόνια, χωρίς δρόμο πρόσβασης οχημάτων, με ξύλινα πατώματα και κατσαρίδες, με χιλιάδες περιστέρια που βρομίζουν τα πάντα και εκατομμύρια χελιδόνια που ανεβάζουν τα ντεσιμπέλ. Για τις υποδομές θα ήταν κουραστικό να κάνουμε μια ακόμα αναφορά. Ελάτε να άπλωσε τη μπουγάδα σας στα στενά καντούνια και ύστερα το ξανασυζητάμε το θέμα…

Πως θα αντέχαμε;



Τα ηλικιακά νιάτα διαρκούν όσο τους πρέπει. Τα δικά μας ώριμα “νιάτα” κουβαλούν τα κερδισμένα χρόνια, τη δύναμη και την υπομονή.
Αν δεν είχαμε όλα αυτά τα εφόδια πως θα αντέχαμε σήμερα να ζούμε μέσα σ’ αυτό το ψέμα; Πως θα αντέχαμε να ζούμε σε μια πόλη που βασιλεύουν τα συμφέροντα και ο ατομισμός; Αντέχουμε γιατί γνωρίζουμε και μπορούμε, ακόμα και την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση…
Πολλές φορές γκρινιάζουμε, έχοντας γνώση για όλα αυτά τα καλά που ζήσαμε. «Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης και έρωτα χαμένα. Τίποτα δεν χάσαμε, μπορεί να υποφέραμε, αλλά κερδίσαμε. Ότι αγαπήσαμε κυκλοφορεί στο αίμα μας, ανεβοκατεβαίνει στις αρτηρίες, περνάει από τα καρδιά μας. Διεισδύει στα νέα μας συναισθήματα και μας παγιδεύει στο λάθος των συγκρίσεων. Ό,τι αγαπήσαμε ζει πάντα μαζί μας”.
Και όλοι εμείς που ξυπνήσαμε μια μέρα και δεν πιστεύαμε πως μεγαλώσαμε , που βρεθήκαμε ανάμεσα σε δύο βουνά και ρωτήσαμε πόσο χρόνο έχουμε ακόμα, όλοι εμείς κέρδος κουβαλάμε. Μπορεί ο χρόνος να μην φτάνει για να τ’ αλλάξουμε όλα, αυτός όμως που μένει, να μην πάει χαμένος. Στις αποσκευές μας κουβαλάμε λάφυρα της υπομονής και περιμένουμε.
Θα συνεχίσω, τις ενέσεις ηθικού, για μένα και για όλους που είναι σαν και μένα, γιατί αυτός ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού στο μεταίχμιο, μεταξύ καλοκαιριού και φθινοπώρου , παρατηρείται μια έξαρση της κρίσης, της ηλικίας εννοώ.
Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης χαμένα. Και τα δικά μας χρόνια, ήταν παραμυθένια. Από τον Χατζιδάκι, στο Θεοδωράκη, από την «όμορφη πόλη» στην οδό ονείρων». Αν δεν κουβαλούσαμε, αυτά τα πολύτιμα χρόνια, πως θα σιγοψιθυρίζαμε σήμερα τα τραγούδια.
“Και τα δικά μας τραγούδια δεν παλιώνουν, δεν είναι απ’ αυτά που κάνουν μακαρόνια με κιμά, είναι απ΄ αυτά που έγραψαν ποιητές και μεγάλοι συνθέτες, «σ’ αγαπώ μα δε θα ‘ρθω», επιθυμία και άρνηση στο ίδιο ποτήρι νερό, έλξη και άπωση στον ίδιο πόλο του μαγνήτη”. Τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πριν πενήντα χρόνια.
Πως θα αντέχαμε χωρίς αυτά; Αντέχουμε, γιατί αντέχουμε την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση!

Δεν είναι έτσι η πολιτική

Κινδυνεύουμε να το πιστέψουμε. Το χειρότερο θεωρούμε το ψέμα στην πολιτική σαν κάτι φυσιολογικό και δεν μας ενοχλεί. Οι καταγεγραμμένες δηλώσεις πολιτικών, που δείχνουν τις μεταβαλλόμενες θέσεις τους, δεν έχουν καμία αξία.
Του λες, «θυμάσαι τi έλεγε ο εκλεκτός της καρδιάς σου πριν ένα χρόνο» και του το δείχνεις. Του αποκαλύπτεις το ψέμα και το αυτί του δεν ιδρώνει. Του λες «Σε γέλασε, σε απάτησε» και η απάντηση, σταθερή «Έτσι είναι η πολιτική».
Το να συγκρουστούμε κάποια στιγμή με το παρελθόν μας, είναι μια επώδυνη διαδικασία. Όταν έρθει η στιγμή να παραδεχτούμε λάθη, οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, βασανιστικά θα έλεγα. Πάντα στο τέλος υπάρχει μια μικρή δικαιολογία για να αμβλύνει τις εντυπώσεις. Σε καμία περίπτωση βέβαια, η εξομολόγηση δεν διαγράφει τις πράξεις μας, που αδίκησαν, που πόνεσαν που προκάλεσαν ζημιά στους γύρω μας, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό.
Δεν γράφω τίποτα καινούργιο προσπαθώ ξεκινώντας από τα αυτονόητα, να καταλάβω, τι είναι εκείνο που δίνει ασυλία στους πολιτικούς που μας κυβερνούν, να λειτουργούν με τόση αναξιοπιστία απέναντι στο Λαό, χωρίς να νοιώθει ποτέ κανείς την ανάγκη, να απολογηθεί για εκείνα που μας έλεγε χθες και για τα αλλά που μας λέει σήμερα.
Βεβαίως και δεν ανακάλυψα την Αμερική, όμως απορώ πως αυτή η παρωδία αντέχει στο χρόνο, όταν είναι πρόδηλο και στον πιο ανυποψίαστο ψηφοφόρο, ότι δεν μπορεί αυτός που μέχρι χθες έλεγε όλα αυτά, ο ίδιος χωρίς να κοκκινίζει με την άνεση που του δίνει η σιωπηρή αποδοχή, να λέει σήμερα ακριβώς τα αντίθετα.
Οι πολιτικοί που μας κυβερνούν λειτουργούν λες και έχουν πάρει απαλλαγή από την ιστορία. Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει παρελθόν, γινόμαστε συνένοχοι σε μια διαδικασία που νομιμοποιεί τη λήθη για ότι εγκληματικό έχει διαπραχθεί. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο.
Και θα συνεχιστεί όσο η απάντηση απέναντι σε αυτή την διαρκή απάτη είναι « Έτσι είναι η πολιτική»

Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

Τι πόλη θέλουμε;

Αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες. Νοιώθω την αγωνία σας γι αυτήν την πόλη. Δυστυχώς για μεγάλα διαστήματα της ζωής μας, περπατάμε απροβλημάτιστα σε μια πορεία ρουτίνας, μέχρι κάποιος δυνατός κρότος να μας ξυπνήσει και να βλαστημήσουμε. Ε! φτάνει πια, δεν μπορούμε να τους αφήσουμε άλλο να παίζουν με τη ζωή μας. Το κακό είναι, ότι στα πρώτα κιόλας βήματα, ο θυμός εξατμίζεται και επιστρέφουμε στη διαδρομή της ευκολίας.

Αυτοί οι δύο δρόμοι που διχάζουν, εξασφαλίζουν το απαραίτητο χρόνο σε όλους αυτούς που κάνουν σήμερα παιγνίδι.
Αισθάνομαι πως αν δεν ανακεφαλαιώνουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα, θα μας πάρει και θα μας σηκώσει η οσία απάθεια. Τι άλλο περιμένουμε να μας συμβεί;
Ανακεφαλαιώνω κάθε τόσο γιατί η απάθεια είναι κολλητική. Τα ξαναγράφω για να τα διαβάζω, φωναχτά, για να πετάγομαι εκείνη την κατάλληλη στιγμή που θέλει να με πάρει ο ύπνος.
Είναι ανάγκη να προσδιορίσουμε τον τόπο, αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω θα προτιμούσα καλύτερη να ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.
Ανασύρω από το διαδίκτυο “το φάντασμα της πόλης…”
“Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα:
σαν το δέντρο, που τ` απάνθισε η θύελλα,
σαν το λιμάνι χωρίς βραχίονες,
σαν τη στάση χωρίς στέγαστρο,
ανασκαλεύει τη μνήμη μας και ξεθάβει ανόσιες μορφές.
μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της.
Τούτη η πόλη σκοτεινούς μας χρειάζεται:
με τα τζάμια μας θολά, να σκουπίζονται διαρκώς
από κουρντισμένους υαλοκαθαριστήρες
υγρούς: με τα μάτια μας να βουρκώνουνε,
μόνο σε πένθιμες κραυγές,
απλανείς μας θωρρεί, με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας.
Απλοϊκούς μας αναζητά στις μορφές,
που γλοιώδικα κινούνται σε δίχως παλμό συλλαλητήρια.
Αδειανούς κι άγνωμους μας ζωγραφίζει,
με τα φύλλα μας να σκορπίζονται στα δελτία θυέλλης της,
με τη μιλιά μας να ξεφτίζει σε αντίλαλους,
με τη πνοή μας να κρυσταλλώνει από φόβο,
με τα μίση μας να σαπίζουν σαν αίμα παλιό.
Αθόρυβα ζούμε, σε μία άκαιρη πόλη,
κι είμαστε αθάνατοι, για να σέρνουμε,
παντού την κατάρα της...”
Θα προτιμούσα να ήταν άδεια . Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία…

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

“Τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι του ξενιτεμένοι ...


Εκείνη η κραυγή απόγνωσης από τον διαδικτυακό μου φίλο, με έκανε να δω με επιείκεια, όλα αυτά που διαδραματίζονται στον μαγικό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. “ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ” φώναξε σε ένα μεγάλο χωνί, με την ελπίδα κάποιοι να τον ακούσουν. Αυτή η ανάγκη κάπου να τα πει και που δεν είχε, αφού τους παραδοσιακούς του δέκτες, τους κατάπιε η τεχνολογία, έκανε την υπέρβαση.

Διάβασα πάλι τα παλιά μου κείμενα για το διαδίκτυο. Επικριτικά, σκληρά θα έλεγα. Ναι είχα επιχειρήματα, δεν έδειξα όμως καμία επιείκεια. Μπορεί να τα φωνάζει στον αέρα, όμως πολύ θα ήθελε να εκμηδενίσει την αδιάβατη απόσταση του διαδικτύου και να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους φίλους του, να τους κοιτάξει στα μάτια.
Η ανάγκη για επικοινωνία έχει δημιουργήσει αυτήν την εικόνα και η ευκολία βεβαίως του μέσου, έχει οδηγήσει στην υπερβολή.
Τα παρακάτω με επιείκεια.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το Διαδίκτυο είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, το οποίο πέρα από τις άλλες χρήσεις του, βοηθά στην επικοινωνία με έναν τρόπο εντυπωσιακά γρήγορο και ευχάριστο. Δίνει την πολυτέλεια της διατήρησης της επαφής, ενώ ταυτόχρονα βοηθά στην καταπολέμηση των συναισθημάτων μοναξιάς που μπορεί να βιώνει κάποιος.
Δυστυχώς, πολλοί χρήστες αντί να τα χρησιμοποιούν επικουρικά στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, φτάνουν στο σημείο να τις υποκαθιστούν με τη διαδικτυακή επικοινωνία. Οι διαδικτυακές φιλίες υποκαθιστούν τις φιλίες στην πραγματική ζωή.
Όμως, παρά τη μεγαλύτερη δυνατότητα της επικοινωνίας,καμία οθόνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επαφή. Στην πραγματική ζωή μία φιλία δε θα μπορούσε ποτέ να διατηρηθεί με αυτό τον τρόπο, ακριβώς επειδή αποκτάς και επίγνωση των ελαττωμάτων του άλλου και δεν τον ωραιοποιείς. Το διαδίκτυο μπορεί να δώσει την ευκαιρία να σχετιστείς ευκολότερα με άλλους ανθρώπους, αλλά μπορεί να λειτουργήσει εξίσου και διαβρωτικά, λόγω του ότι δεν υπάρχει η φυσική και ανθρώπινη επαφή.
Μπορεί με τη σωστή διαχείριση να βάλει μία υγιή υποδομή για τη σύναψη και τη διατήρηση μίας φιλικής σχέσης, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει απόλυτα τη φυσική επαφή και την ανθρώπινη επικοινωνία
Λιγο -πολύ όλοι είμαστε ένοχοι. Στην προσπάθεια μας να απαθανατίσουμε ένα τέλειο ηλιοβασίλεμα, στην τελική δεν απολαύσαμε ποτέ το θέαμα, ή αντί να απολαύσουμε το φαγητό που έχουμε μπροστά μας, η πρώτη μας έννοια είναι να το φωτογραφίσουμε και να το μοστράρουμε για να το δουν οι διαδικτυακοί μας φίλοι. Το παν είναι το μέτρο. Να ζούμε την καθημερινότητά μας και όχι απλώς να την καταγράφουμε.











Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

Ανεμίζω μνήμες


Ανεμίζω και πάλι μνήμες. Ανοίγω πληγές και οι φόβοι αναπόφευκτοι. Διαβεβαιώνω τον εαυτό μου, ότι ποτέ δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και όλα αυτά, με άγνοια παντελή, για το τι θα ακολουθήσει.
Δεν σας κρύβω, ότι προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, να κρατήσω το λόγο, με τον εαυτό μου. «Μίλα όσο χρειάζεται για να μην νομίζουν ότι είσαι βουβός», του είπα εδώ και μέρες. Δεν είμαι κουφός όμως, για να τα καταφέρω. Μόλις οι οργισμένες λέξεις εξαερωθούν, επαναφέρω τους περιορισμούς για να μην τους τηρήσω.
Αν αποφασίσεις να μην ανήκεις πουθενά, δεν υπάρχεις. Το παρακάτω για αυτούς που δεν υπάρχουν,  αυτοί που ανήκουν δεν τους ενδιαφέρει...

Με την“πρώτη φορά αριστερά” ήλπιζα να ξεκινήσει μια νέα εποχή για τη χώρα. Η πτώση των μεγάλων κομμάτων του πάλαι ποτέ δικομματισμού, πίστευα ότι θα διαμόρφωνε ένα καινούργιο σκηνικό στο νέο πολιτικό γίγνεσθαι, με νέες δυνάμεις, φρέσκα μυαλά . Δυστυχώς. Η κυβέρνηση της αριστεράς δεν τα κατάφερε. Η Ν.Δ που ανέλαβε  το μόνο νέο που έχει είναι στο τίτλο της. Επειδή πολλά ακούγονται για ένα κόμμα που είναι μόλις 63 χρονών κοριτσάκι, καλό θα είναι να θυμηθούμε, άλλωστε  ο μόνος τρόπος για να φωτίσουμε το μέλλον είναι να μην ξεχνάμε το παρελθόν. ο Μητσοτάκης δεν προήλθε από παρθενογένεση ας θυμηθούμε:
Η «Νέα Δημοκρατία», είναι γέννημα της αλήστου μνήμης Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης Ε.Ρ.Ε . Μανά και κόρη ως γνωστόν ιδρύθηκαν από το Κωνσταντίνο Καραμανλή. Για την ιστορία: η Ε.Ρ.Ε, ιδρύθηκε το 1956, μετά την διάλυση του «Ελληνικού Συναγερμού» του Αλέξανδρου Παπάγου. Στις εκλογές της 29ης Φεβρουαρίου 1956, η Ε.Ρ.Ε πέτυχε την απόλυτη πλειοψηφία στο νέο Κοινοβούλιο, παρ’ ότι σε ψήφους υπολείφτηκε του αντιπάλου συνδυασμού.
Στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση, με ποσοστό 24,4%. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη ανησυχία στην κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε, η οποία αντέδρασε άμεσα συγκροτώντας μυστική επιτροπή στα πλαίσια του σχεδίου «Περικλής», στην οποία συμμετείχαν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Γεωργαλάς και Λευτέρης Σταυρίδης. Σκοπός του «Περικλή» ήταν ο περιορισμός της επιρροής της ΕΔΑ. Επιπλέον η Ε.Ρ.Ε χρηματοδότησε διάφορους αντικομμουνιστικούς, συντηρητικούς και εθνικιστικούς κύκλους, κυρίως δημοσιογραφικούς, σπαταλώντας μάλιστα μεγάλο μέγεθος οικονομικών πόρων. Τελικά το σχέδιο βρήκε ανοιχτή εφαρμογή στις εκλογές του 1961, που ονομάστηκαν «εκλογές βίας και νοθείας».
Το σχέδιο καταγγέλθηκε από την ΕΔΑ και την «Ένωση Κέντρου». 

Παρά ταύτα, η Ε.Ρ.Ε διατήρησε επαφές με διάφορους ακροδεξιούς κύκλους, κυρίως με παρακρατικές οργανώσεις (π.χ. Οργάνωση Καρφίτσα). Η κατάσταση θα ξεφύγει από τον έλεγχο της Ε.Ρ.Ε το 1963 με την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και τον τραυματισμό του Γιώργου Τσαρουχά. Διάδοχος της Ε.Ρ.Ε , θεωρείται η Νέα Δημοκρατία, ιδρυθείσα το 1974. Το «Νέα» έχει ιστορία πίσω του, και μάλιστα με πολλές μαύρες σελίδες, ακόμα και πρόσφατες. Αυτές είναι που βαραίνουν, την σημερινή κυβέρνηση.




Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...