Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Ο φασισμός δεν είναι εύκολο να νικηθεί, μπορεί όμως να κρυφτεί...

Είναι πολλά εκείνα που δεν χωράνε στα σχήματά μου. Δεν μπορώ να είμαι διαλλακτικός και να ακούσω οποιοδήποτε επιχείρημα από έναν ναζιστή για τις πολιτικές του θέσεις και την ιδεολογία του. Ποτέ δεν θα είμαι.

Γράφτηκαν πολλά για τη χθεσινή ιστορική καταδικαστική απόφαση, για την εγκληματική Νεοναζιστική οργάνωση. Σε λίγο θα γνωρίζουμε και τις ποινές, όχι που έχει και μεγάλη σημασία. Άλλωστε καλλίτερα για αυτούς είναι να κλειστούν στη φυλακή, παρά να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις καταδικαστεί από την συντριπτική πλειοψηφία ενός Λαού. Υπάρχουν βέβαια και ορισμένοι που προσπαθούν να βάλουν στην ζυγαριά την ανθρώπινη ζωή και ανασύρουν από το παρελθόν άλλα γεγονότα άσχετα από την υπόθεση της “Χρυσής Αυγής”. Προσπαθούν να ισοφαρίσουν. Είναι αυτοί οι κρυφοφασίστες που δεν τολμούν να εκφράσουν ξεκάθαρα τη στεναχώρια τους για την καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης.
Δεν θα εξαφανιστούν οι φασίστες. Αλλά πρέπει να βρούμε τους τρόπους, ποινικούς, συνταγματικούς να διαλύσουμε κάθε συλλογική τους έκφραση. Αν το καταφέρουμε, εκείνοι θα ξανακρυφτούν στα κόμματα. Όπως γίνεται χρόνια τώρα. Δυστυχώς, είναι το καλύτερο που μπορούμε να ελπίσουμε.
Σε ποια κόμματα; Σε όλα. Με διαφορά στις ποσοστώσεις, αλλά σε όλα.
“Το ξέρω πως είσαι φασίστας, αλλά όσο δεν αποκτάς συλλογική έκφραση και δεν διεκδικείς ακόμη και την κυβέρνηση, σε αντιμετωπίζω σαν έναν ακόμη μαλάκα.” γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου.
“Αλλά ο μαλάκας όταν βρει μαλάκες για παρέα, γίνεται και δολοφόνος.
Όχι, ο φασίστας δεν γεννιέται φασίστας. Γεννιέται άνθρωπος. Που σημαίνει, πως εμπεριέχει και τον φασίστα. Εξάλλου οι «πάτρωνές» τους, δεν είναι τα ξυρισμένα κρανία με τα ρόπαλα, είναι πολύ πιο καλοντυμένοι κύριοι με εξαιρετικούς τρόπους… Το σκοτεινό κομμάτι δεν το έχει η κοινωνία -γενικώς και αορίστως- το έχει ο άνθρωπος. Και είναι αυτοάνοσο. Και ύπουλο. Όταν όμως εμφανιστεί στο σώμα σου, οφείλεις να το απομονώσεις ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως πρέπει να ακρωτηριάσεις το δεξί σου χέρι”.

Και τι να γράψω;

Μόλις γύρισα από το αντιφασιστικό συλλαλητήριο. Για το Παύλο πήγα και για τον κάθε Παύλο που έχει πέσει θύμα της φασιστικής θηριωδίας. Για να εκφράσω τα αντιφασιστικά μου αισθήματα τίποτε άλλο. Άλλη φορά θα πάω να διαμαρτυρηθώ για την υγεία, για την παιδεία, για την εργοδοσία, για όλα τα άλλα που άκουσα απόψε, που όμως δεν ήταν της στιγμής.

Για τους φασίστες έγραψα χθες, για το συλλαλητήριο δεν θα γράψω, θα απαντήσω όμως στον φίλο που μου είπε: “Δεν μπορεί να γίνεται πόλεμος και συ να γράφεις για τον ήχο της βροχής που σου διέκοψε τη βραδινή σιωπή”.

Άκουσε φίλε, εμείς που μάθαμε να δίνουμε σημασία στα ψηλά γράμματα και στις υποσημειώσεις, η καυτή επικαιρότητα μας αποπροσανατολίζει. Όσο και αν προσπαθούμε να γράψουμε στο περιθώριο, μακριά από κραυγές και πολυχρησιμοποιημένες λέξεις, έρχονται στιγμές που καταθέτουμε τα όπλα.
Όχι, δεν γράφω από υποχρέωση. Στην αναμονή της επόμενης λέξης, ανακαλύπτω.
«Χωρίς βουλή χωρίς Θεό», μελοποιώντας έτσι την αταξία του νου μου και δίνοντας με αυτόν τον τρόπο διάσταση στις σκέψεις, που ξεπερνούν το εφήμερο του παρόντος μου. Γράφω γιατί δεν έχω τι να πω, είναι και οι απέναντι τοίχοι, που όχι μόνο δεν ακούν αλλά είναι και ανίκανοι να προκαλέσουν αντίλαλο. Αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
Καμία λαμπρή ιδέα, δεν μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία κατά την διάρκεια των γεγονότων.
Γράφω καθυστερώντας τις λέξεις…
«Λάμπα σβησμένη που ο χρυσός της λάμπει στο σκοτάδι χάρη στη μνήμη του φωτός που χάθηκε… Λέξεις που αφέθηκαν, όχι στον άνεμο, αλλά στο έδαφος, από τα δάκτυλα που δεν τις έσφιγγαν, σαν φύλλα ξερά που είχαν πέσει σ’ αυτά από κάποιο δέντρο αόρατα ακαθόριστο…»

Είναι ένοχοι

Σε 2 μέρες το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών θα αποφανθεί για την δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Επτά χρόνια πέρασαν. Οι δολοφόνοι έχουν δικαστεί και έχουν καταδικαστεί. Η απόφαση της κοινωνίας έχει βγει από την πρώτη στιγμή. Είναι ένοχοι!

Δυστυχώς όμως στο μαχαίρι του φονιά βρέθηκαν 425. 990 αποτυπώματα από όλους αυτούς που δυνάμωσαν με την ψήφο τους ένα φασιστικό μόρφωμα. Δεν ήξεραν; Τι δεν ήξεραν. Αυτή είναι η φασιστική πολιτική. Η βία, ο τρόμος, το πνίξιμο κάθε διαφορετικής φωνής.
Έπρεπε ένας γιος μας, να θυσιαστεί για να ομολογήσουν όλοι ξεκάθαρα πως πρόκειται για ένα ναζιστικό κόμμα.
Τι δεν ήξεραν, ότι τα «τάγματα εφόδου» δεν τα έχουν για παρελάσεις, αλλά για να δέρνουν και να δολοφονούν;
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτοί. «Πρόβλημα είσαι και εσύ που τους ψηφίζεις, τους ανέχεσαι και τους δικαιολογείς.
Αύριο μπορεί να είναι ο φίλος σου, ο συγγενής σου ο συνάδελφός σου. Ο φασισμός δεν κάνει διακρίσεις. Αρχίζει από τους μετανάστες, συνεχίζει με τους ομοφυλόφιλους και επεκτείνεται στους «διαφορετικούς». Όπου διαφορετικός, είναι όποιος δεν συμφωνεί μαζί τους και κάνει το «λάθος» να το δηλώσει.
Τι δεν καταλαβαίνεις; Είναι ο φασισμός ηλίθιε...
Και για να κλείσω με σένα, που ούτε φασίστας είσαι, ούτε ναζιστής. Αντιλαμβάνομαι ήσουν απογοητευμένος, θυμωμένος, αδικημένος από ένα σύστημα που οδήγησε τη χώρα και το λαό της, στη φτώχεια και την εξαθλίωση, όμως αν είχες διαβάσει λίγο ιστορία, δεν θα είχες, πέσει από τα σύννεφα μετά την δολοφονία .
Συνήθως το τέλος βάφεται κόκκινο . Ελπίζω το αίμα του Παύλου Φύσσα, να αφυπνίσει εκείνο το κομμάτι του Ελληνικού Λαού, που με τη στήριξη του, νομιμοποίησε ένα ακροδεξιό, φασιστικό μόρφωμα.
Η Χρυσή Αυγή, ούτε χρυσή είναι , ούτε αυγή. Ένα μαύρο σκοτάδι είναι.
Τελειώσαμε; Όχι δεν τελειώσαμε. Δεν τελειώνεις εύκολα με το φασισμό. Η ενδεχόμενη εξάρθρωση αυτής της εγκληματικής συμμορίας, δεν σημαίνει ότι η φασιστική φλέβα που διαπερνάει ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, θα εξαφανισθεί.
Δεν τελειώσαμε. Μπορεί μια ομάδα φασιστών να χωθεί στη φυλακή ο φασισμός όμως στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, ζει και βασιλεύει.
«Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος» Επίλογος από το άρθρο του Μ. Χατζιδάκι για το νεοναζισμό

Πολύ λίγους ενδιαφέρουν αυτά που γράφω

Στον καθημερινό πόλεμο, με όπλα μόνο τις λέξεις, προσπαθώ να υπερασπιστώ τη ζωή, ντύνοντας την πολλές φορές με εκκωφαντικές φράσεις και προστατεύοντας την με απλήρωτες σιωπές.

Γι’ αυτό τα βήματα εξωκείλουν. Βλέπεις το βουνό και πλέον κοιτάς τι δρόμο μπορείς να χαράξεις. Δρόμο από την αρχή, δικό σου, που θα σε οδηγήσει εκεί που θέλεις, ακόμα και στο γκρεμό που θα έχεις επιλέξει όμως...


Πολύ λίγους ενδιαφέρουν αυτά που γράφω τελευταία. Ο κόσμος έχει προβλήματα, νοιώθει ανασφάλεια φόβο και μοναξιά. Η συνέχεια με πιο ενδιαφέροντα θέματα, ξεχωριστά για τον καθένα και κοινά για όλους. Μπορεί η επιστήμη να κατασκευάζει τεχνητά συκώτια, σπλήνες καρδιές χέρια πόδια, αισθήματα όμως…
«πληρώνουμε με της καρδιάς το αίμα» λέει η λαϊκή παροιμία. Τι ωραία πληρωμή, αναλλοίωτη στους αιώνες, ασύμβατη με την πλαστικοποίηση.
Στο ραδιόφωνο, που με συντρόφευε αργά το βράδυ, αναρωτιόνταν η Κυρία: «φαντάζεστε να έρθει η ώρα που θα υπάρχουν κάρτες και γι’ αυτές τις συναλλαγές; Θα λέμε: Με πλήγωσες, χρέωσε την κάρτα της καρδιάς μου με 5.000 ευρώ. Και μετά θα τραβιόμαστε με τους τόκους»
Ευτυχώς που κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Τεχνητά αισθήματα δεν γίνεται να κατασκευαστούν, γι’ αυτά δεν έχουμε ανάγκη την βοήθεια της επιστήμης, τα φτιάχνουμε μόνοι μας.
Πολλούς ενδιαφέρουν αυτά που γράφω παραπάνω. Ο καθένας χωριστά στο εργαστήρι του, έχει δουλέψει πολύ σκληρά για να χτίσει το δικό του κόσμο των συναισθημάτων. Μικρές οι διαφορές, τα περισσότερα μας ενώνουν και όταν κάποιος τα δημοσιοποιήσει, αυτός που τα διαβάζει είναι σαν να τα έχει γράψει ο ίδιος.
Υπάρχει τόσο έδαφος για να συναντηθούμε και εγώ ασχολούμαι με την “αριστερά” και τη “δεξιά” αυτά δηλαδή που μας θέτουν απέναντι. Στο κόσμο των συναισθημάτων πρέπει να πορευτούμε, όπως τον σμίλεψε, ο καθένας χωριστά, με τα δικά του χέρια και όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια, η αγάπη ήταν σε πρώτο πλάνο .
Όλοι έχουμε πληρώσει, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο με της καρδιάς το αίμα και αυτή είναι σπουδαία πληρωμή. Τις διαφορές από τις πλαστικές συναλλαγές μπορούμε να τις λύσουμε.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

“Τα τραίνα που φύγαν και αγάπες μου πήρανε”

Τι το θυμήθηκα... Αυτές τις μέρες τα έχω βάλει με τη μνήμη μου. Αναρωτιέμαι γιατί μου έφερε στο προσκήνιο αυτό και όχι κάποιο άλλο.

Οι αϋπνίες, μου έχουν τσακίσει το σύστημα . Θέλω να βουλιάξω σε αναισθησία, σε απάθεια, στο κενό. Κάνω νευρικές βόλτες και το σπίτι μου φαίνεται μικρό.
Θα βγω έξω.
Η μνήμη μου, δεν έχει συγκρατήσει σπουδαία πράγματα, παρ΄ όλα αυτά, εκείνα που θυμάται τ' ακολουθώ , με σπρώχνουν προς τα πίσω, με οδηγούν στην αρχή, όπως στο “φιδάκι” εκείνο το παιδικό παιγνίδι με τα σκαμπανεβάσματα . Αυτό είναι ο δράστης. Έφτασα κοντά στο τέρμα και με περίμενε, έτοιμο να με καταβροχθίσει . Με έφτασε στην ουρά . Τρεις σκάλες αποδείχτηκαν λίγες. Τσάμπα τις ανέβηκα.
Η τεμπέλα μνήμη δείχνει την προκοπή της σήμερα. Οκτώβριος. Υπήρξαν στιγμές που δεν ήθελα να τις θυμάμαι, ευτυχώς που το μυαλό μου τις περισσότερες φορές υπήρξε συνεργάσιμο.
Ξεφυλλίζω άλμπουμ, παλιών φωτογραφιών, παλιές ατζέντες , δυσδιάκριτες σημειώσεις , προκαλώντας τον Οκτώβρη να μου φέρει ενώπιόν μου, το γεμάτο συρτάρι του αρχείου του.
Ταξιδεύω σε μέρες εκλογών 1974, 1977, 1981. Χάνομαι μέσα σε μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις, δυναμικές κινητοποιήσεις. Οι στόχοι δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Απογοήτευση!
Η σημερινή σκληρή πραγματικότητα βράχος. Οι μνήμες εξασθενημένες ωχριούν μπροστά σε τούτο το χαμόγελο διαρκείας της εξουσίας. Να υποστώ αυτήν την κατάσταση ή να την διαμορφώσω; Με ενοχλεί πολύ η ιδέα ότι μπορώ να πεθάνω εν αγνοία μου.
Το πρώτο πρόσωπο είναι δικό μου και δικό σας. Προσπαθώ να το ξεγυμνώσω. Σαν μια επιστολή του Μαγιακόφσκι στην Λίλιαν Μπρικ.
Μπορεί να είστε συνένοχοι σ΄ αυτές τις συνωμοσίες, ο κύριος ένοχος όμως είναι ο εαυτός μου. Σ΄ αυτόν πρωτίστως απευθύνομαι . Αναζητώ την ηρεμία στα γραπτά . Κάθε μέρα υπογράφω πρωτόκολλο ειρήνης . Τελεσίγραφο ανακωχής μαζί μου.
Ταραγμένο καλοκαίρι του 1974. Μεταπολίτευση. Είμαστε παιδιά , αλλά έπρεπε να αποκτήσουμε γρήγορα γνώσεις.
Στο πρώτο εκθεσιακό σαλόνι κομμάτων, είχαμε θαμπωθεί από τα καινούργια μοντέλα. Δεν ήξερα τι να διαλέξω, με τράβηξε το κόκκινο . Πέρασα μαζί του τα πρώτα χρόνια, πάνω του έμαθα να οδηγώ. Κάποτε άρχισα να μεγαλώνω. Όλα εκείνα τα απίθανα γυαλιστερά μοντέλα δεν έχουν θέση ούτε στο μουσείο. Το Κόκκινο έμεινε να κυνηγάει φαντάσματα, το Πράσινο μπερδεύτηκε με το Μπλε, Το Μπλε με το Μαύρο. Οι ενδιάμεσες αποχρώσεις, έγιναν οι πενήντα αποχρώσεις του Γκρι και εγώ έμεινα να κυνηγάω... “ τα τραίνα που φύγαν και αγάπες μου πήρανε”. 

Πόσο αδύναμοι...

Είναι παράξενο, με μεταφέρει σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Περπατάω μέσα στο κόσμο και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι φοράμε όλοι μάσκες. Τρόμαξα. Έτρεξα στο σπίτι μου. Έβγαλα τη μάσκα. Βγήκα στο μπαλκόνι, άφησα πίσω μου τους ανθρώπους με τις μάσκες μαζί και μένα με τη μάσκα.

Τώρα όλα είναι κανονικά. Αναμφίβολα έχουμε φθινόπωρο.

Με αρέσουν τα αργόσυρτα φθινοπωρινά βράδια. Η ησυχία της πόλης και προπαντός η ησυχία που η αντίθεση κάνει ακόμα εντονότερη, στα μέρη εκείνα που την ημέρα σφύζουν από θόρυβο.
Γύρισα πίσω στις πρώτες μέρες τις πανδημίας. Εκεί είμαστε ακόμη.
Ένας μικρός ιός, αόρατος δια γυμνού οφθαλμού, αρκούσε για να πατήσει, απότομο φρένο η υφήλιος. Όλα αναβάλλονται, όλα αναστέλλονται, χωρίς χρονικό ορίζοντα. Και εκείνα τα μεγαλεπήβολα σχέδια με αυστηρά χρονοδιάγραμμα, θα πάνε πίσω, πόσο πίσω; Ο κορωνοϊός ξέρει. Πόσο αδύναμοι μπροστά στη φύση. Πόσο πιο μικροί από τον αόρατο δια γυμνού οφθαλμού εχθρό.
Είμαστε σε θάλασσα τώρα, φουρτουνιασμένη. Όλες οι καταιγίδες, σαν μία, μας δέρνουν. Αδύνατον να προβάλλεις το παρόν στο κοντινό μέλλον, αδύνατον να χρησιμοποιήσουμε την έως τώρα εμπειρία για να σχηματίσουμε το αύριο. Η πανδημία τ’ αλλάζει όλα, αιωρούμαστε στο κενό, δεν ξέρουμε που να πατήσουμε, στεκόμαστε όλοι στο ένα πόδι, σε ασταθή ισορροπία, αβέβαιοι και ετοιμόρροποι.
Οι βεβαιότητες για ανέφελο και λαμπρό μέλλον έχουν εξατμιστεί. Τώρα διψάμε για ζωή και είμαστε έτοιμοι πλέον να ξεθάψουμε τις ξεχασμένες δυνάμεις, τα χαμένα αισθήματα. Στα χείλη μας ξανάρχονται οι άγνωστες λέξεις…συντροφικότητα, αλληλεγγύη, συλλογικότητα, έγνοια, φίλος παλιός.
«Της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά» αναζητεί ο Καβάφης... τέτοια κι εμείς.
Νιώθουμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο πια, με αυτό που ξέραμε, είμαστε απορημένοι, πολύ φοβισμένοι, τόσο που να περιμένουμε τα πάντα, ακόμη και τα χειρότερα.
Η πρόσκρουση στον πάτο θα είναι ανακουφιστική, θα τερματίσει το φόβο και την απόγνωση, θα σημάνει επανέναρξη.
Ίσως να χρειαζόμαστε αυτό που ζούμε για να δούμε με άλλη ματιά το χρόνο, που τον ξοδεύαμε στη διαρκή ανάπτυξη, και στην συσσώρευση πλούτου. Ο δολοφονικός ιός μας προσφέρει μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου, γιατί ο χρόνος σπαταλιέται μόνο όταν δεν το ζεις απόλυτα, με ό,τι έχεις, αλλιώς η ζωή, ξοδεύεται και καίγεται

Το “ψέμα” παραμένει αξία σταθερή

Η σημερινή εικόνα δεν εμπνέει καμία αισιοδοξία. Επικοινωνιακά τερτίπια άθλιας αισθητικής, που υπερβαίνουν την ουσία, επιχειρούν να ρίξουν στάχτη στα μάτια σε ένα Λαό φτωχό, πληγωμένο και ταπεινωμένο.


Ο χρόνος αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει, οι πολιτικοί εκεί, καθηλωμένοι στην παράδοση. Ακόμα και σ΄ αυτήν την περίοδο της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης το “ψέμα” παραμένει αξία σταθερή.
Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν”. Και χειρότερα. Όποιος δεν άντεξε ν' ακολουθήσει τη φωτοτυπία της μεταπολίτευσης, ή έφυγε νωρίς ή μπήκε στο ψυγείο.
Κάποτε θα μας πούνε την αλήθεια. Θα μας πούνε την αλήθεια, όταν οι τεθλασμένες γίνουν ευθείες, όταν οι δείκτες μηδενιστούν, σταματήσουν οι χτύποι της καρδιάς και δεν θα υπάρχει πλέον τίποτα να αρπάξουν. Δεν θα ανατρέξουμε στο παρελθόν. «Μας είπαν ψέματα πολλά», τόσα, που μας οδήγησαν να ψάχνουμε την αλήθεια, στις απέναντι όχθες, να κάνουμε την κατάφαση άρνηση και αντιθέτως. Όλη η περίοδος της μεταπολίτευσης ήταν ένα μεγάλο ψέμα, Οι όποιες αναφορές, στα ψέματα που προηγήθηκαν, καταντούν κουραστικές. Ακόμα και αυτές, της “ αριστεράς” που βρέθηκε για λίγο στην εξουσία, δεν είναι άξιες υπενθύμισης.
Άνοιξα το παράθυρο, για να μ’ ακούσει το μέλλον: Τίναξα από τα μάτια μου τη χρυσόσκονη για να μπορέσω να δω και πίσω απ' τη βιτρίνα.
Η εποχή, μας θέλει καθιστούς και ακίνητους μπροστά στην τηλεόραση, μας θέλει αραχνιασμένους και κλινικά νεκρούς, να δουλεύουμε να πληρώνουμε, να ψηφίζουμε. Μας θέλει με τις λιγότερες δυνατόν κινήσεις.
Η ανάγκη θα μας οργανώσει και πάλι. Ο χρόνος θα κυλήσει στην ώρα του, θα αρχίσει να μετράει κανονικά και οι εικόνες θα έχουν διαπεραστικά χρώματα. Τον κρατάω τον χρόνο εδώ φυλακισμένο, μην αναλωθεί άσκοπα σε τούτο το βαθύγκριζο τοπίο.
Να σηκωθούμε επιτέλους όρθιοι να περπατήσουμε, αυτό από μόνο του σήμερα, αποτελεί πράξη αντίστασης, μπορεί βέβαια να μην είναι κατά της αρχής, σίγουρα όμως είναι κατά του τέλους μας. 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....