Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

Κάτω απ’ τη μαρκίζα

Ένα χρόνο μετά τις ημέρες του εγκλεισμού, διαπιστώνω ότι το να ζεις με τον ιό είναι λιγότερο επώδυνο από το φόβο να τον περιμένεις. Κάθε απόγευμα θυμάμαι περιμέναμε το ανακοινωθέν για τα κρούσματα, τους νεκρούς και τους διασωληνομένους. Μέχρι που το συνηθίσαμε. Ήρθε και ο πόλεμος στην Ουκρανία και τελειώσαμε με τους γιατρούς και με αυτούς που έκαναν τους γιατρούς. Το παρακάτω από εκείνες τις μέρες του φόβου, που έκλεινα την τηλεόραση και ταξίδευα με αγαπημένα τραγούδια και παλιές φωτογραφίες.


Προλογίζει ο Μάνος Ελευθερίου: «Ένα απόγευμα, που είχα πιει λίγο παραπάνω -για να μην πω ότι ήμουν εντελώς μεθυσμένος- κάθισα κι έγραψα! Εκείνη την εποχή διάβαζα ένα μυθιστόρημα του Γιάγκου Πιερίδη. Αφορούσε ένα ζευγάρι που είχε χωρίσει και συναντήθηκε μετά από χρόνια, κάτω από μία μαρκίζα μία βροχερή μέρα και σχεδόν δεν θυμούνταν ο ένας τον άλλο! Είχα κι εγώ μια εμπειρία: Βροχή κι εγώ στην Πανεπιστημίου βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο, τρέχω κάτω απ' τη μαρκίζα του ξενοδοχείου "Μετρόπολις", στη γωνία Πανεπιστημίου και Μπενάκη και κοιτάζω τη βροχή. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής συνδέθηκε με τη σκηνή του τραγουδιού».
Το ραδιόφωνο τώρα παίζει τη “Μαρκίζα”.
Δεν ξέρω γιατί όταν ακούω αυτό το τραγούδι στο μυαλό μου έρχονται παλιές φωτογραφίες.
Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής.
Πάντα μου άρεσαν οι παλιές φωτογραφίες, αυτές που ξεθωριάζουν λίγο με το χρόνο, που κιτρινίζουν στις άκρες, που μυρίζουν πολυκαιρία, που γεμίζουν ρυτίδες από το τσαλακωμένο χαρτί. Είναι ελκυστικό να τις διαβάζεις, σε ταξιδεύουν στο χρόνο πίσω για κλάσματα του δευτερολέπτου και σε γυρίζουν και πάλι στο παρόν. Οι διαφορές είναι αναμενόμενες, εκείνο όμως που συναρπάζει είναι οι ομοιότητες, ίδια ματιά από τη μονοψήφια ηλικία μέχρι σήμερα.
Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει
κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι,
σε λάθος στάση θα κατεβείς.
Το πιο ωραίο πράγμα σε μια φωτογραφία είναι ότι δεν αλλάζει ποτέ, λειτουργεί ως δίαυλος της μνήμης, κρύβει μέσα της την ιστορία ενός προσώπου, Μοιάζει να αποτελεί το μόνο μέσο για να βρούμε ξανά ίχνη ενός χαμένου παρελθόντος, ένα μοναδικό παράθυρο σε ένα κόσμο που έχει αλλάξει.
Κάθε βλέμμα που κοίταξε το φακό τότε, έρχεται σήμερα μπροστά στα δικά μας μάτια που κοιτάνε αυτές τις φωτογραφίες, που καταφέρνουν να παγώσουν μια στιγμή στο χρόνο, να γίνουν μνήμη.

Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα
σε βρήκα που 'ρθες για να μη βραχείς,
ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα
μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.

Από ύλη είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή γινόμαστε όλοι παλιές φωτογραφίες. “Δε λένε ψέματα, οι παλιές φωτογραφίες, ψεύτικος είναι ο πακτωλός των χρωμάτων σήμερα που επί χάρτου υποδύονται μοιραίες διαφορές και τονικότητες”
Και ο Μάνος Ελευθερίου πάνω σε μια παλιά φωτογραφία ύφανε την Μαρκίζα
Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
δεν έχεις κάτι για να μου πεις.

Τι υποκρισία θεέ μου

 Σας έγραφα στο προηγούμενο για τον πόλεμο που βλέπουμε μέσα από τη τηλεόραση. Κλεισμένος στο σπίτι αναγκαστικά τουλάχιστον για πέντε ήμερες εξαιτίας του ιού, προσπαθώ να φαντασθώ μέχρι που μπορεί να φτάσει η εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου. Μια τεράστια μηχανή προπαγάνδας δίπλα στα πεδία των μαχών επιχειρεί και πολλές φορές το κατορθώνει να παρουσιάσει μια εικόνα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Τι υποκρισία θεέ μου. Πόσα ψέματα μπορεί να αντέξει ένας τηλεθεατής.



Δεν σας κρύβω, δυσκολεύομαι σ’ αυτήν την καθημερινή επικοινωνία. Δυσκολεύομαι σε μια προσπάθεια ν’ αλλάξω τα κλισέ. Αφαιρώ λέξεις, διαφοροποιώ τη σειρά, αυθαιρετώ, χρησιμοποιώντας πολλές φορές, αδόκιμους όρους, όχι για να πρωτοτυπήσω, αλλά για να κρατήσω στη ζωή λέξεις, που απ’ την κατάχρηση αδυνατούν να αποδώσουν το πραγματικό τους νόημα.
Δυσκολεύομαι ακόμα περισσότερο αυτήν την περίοδο, γιατί μπροστά στα νεκροταφεία των λέξεων που δημιούργησε η ανυποληψία της πολιτικής, και της επικοινωνίας, χρειάζονται λέξεις μαχαίρια, που θα δώσουν μια άλλη αισθητική. Που θα υπερασπίζονται την αλήθεια.
Αυτοί που γράφουν κάθε μέρα θα με καταλάβουν, υπάρχουν μέρες που δεν σου χρειάζονται λέξεις, αυτά που θέλεις να πεις, η γλώσσα του σώματος μπορεί καλύτερα να τα εκφράσει. Μια αποστροφή του προσώπου, μια ματιά, μια κίνηση του χεριού, που δεν θα χαιρετάει, μια κλωτσιά, μια φτυσιά.
Σ’ αυτόν τον τόπο, που το χώμα υποχωρεί, που η γη βουλιάζει και μας έχει αφήσει μετέωρους, είναι ανάγκη να γυρίσουμε σε κείνες τις σταθερές, που έγιναν στίχοι, έγιναν τραγούδια και έμειναν.
Και αν δεν υπήρχαν οι ποιητές, που δοξάζουν τις λέξεις, σήμερα θα συνεννοούμαστε με νοήματα.

«Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ' τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ' άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του.»

Λέξεις μαχαίρια για να ξεκολλήσουμε, για να προχωρήσουμε, όπως οι παραπάνω της Κικής Δημουλά, από την «εφηβεία της λήθης»

Η φωτογραφία είναι παλαιότερη από τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία

Δεύτερη ανάγνωση

Δημοσιεύτηκε στην αρχή της πανδημίας τότε που δεν γνωρίζαμε τι μας περιμένει. Δύο χρόνια μετά, με τον ιό να με έχει επισκεφτεί από χθες, το διαβάζω διαφορετικά.

Ετοίμασα το σπίτι κατάλληλα για να με δεχτεί μόνον. Το φώτισα με κάθε είδους πολύχρωμα κεριά. Ένα στρογγυλό ασημί κομμάτι φωτός, από τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου, ξεχώριζε στο κέντρο της θάλασσας απέναντι, κάποιοι θα μπορούσαν να το εκλάβουν σαν σημάδι και να έδιναν τη δική τους μεταφυσική εξήγηση. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια συγκυρία φυσικών φαινομένων. Η μοναξιά του σπιτιού σε κάνει πρώτο μαθητή, διαβάζεις βλέπεις ταινίες, ακούς Χατζιδάκι και γράφεις. Μόνος στο σπίτι. Έχω την εντύπωση, ότι έζησα ανάποδα. Νομίζω ότι ξεκινάω τη ζωή μου από το τέλος. Νοιώθω λίγο - λίγο κάθε τέτοια ώρα, να αυτοκτονώ και να πενθώ τον παραλίγο θάνατό μου.


Υπό το φως των κεριών, που αναδεικνύεται σιγά - σιγά, ύστερα από το βασίλεμα του ήλιου, σου γράφω εσένα φίλε μου, που έφυγες πριν 40 χρόνια.
“Ξέρεις μεγαλώσαμε. Νοιώθω τη ζωή να μου ξεφεύγει από τα χέρια. Ένα τρενάκι που τρέχει στο κάμπο χωρίς μηχανοδηγό. Κοιμάσαι χειμώνα και όταν ξυπνάς έχει φτάσει η άνοιξη. Οι άνθρωποι δεν κάνει να σκέφτονται. Ούτε που ονειρεύονται, κανείς σήμερα, είναι λέει χάσιμο χρόνου. Η επανάσταση δεν είναι πια των ανθρώπων αλλά των μηχανών. Αφήνεις τα δένδρα με καρπούς και πριν καλά καλά τους γευτείς, σου έχουν μείνει τα κλωνάρια. Τώρα φίλε μου τον πόλεμο τον βλέπουμε μέσα από τη τηλεόραση και κάθε βράδυ στο σαλόνι γίνονται φόνοι, μοιχείες, καλλιστεία τσακωμοί. Ζωή χαρισάμενη, όπως χαλασμένη, μέσα και έξω. Ποιος έκλεψε το χαμένο χρόνο μας φίλε;”
Άνοιξη στο μυαλό μου και τα “θέλω” από παράκληση έγιναν απαίτηση. Από τον κορωνοϊό και τη χρεοκοπία μπορεί να γλιτώσουμε, από την βλακεία όμως πως;

8 Μαρτίου

Πάντα έτσι συμβαίνει. Ο Μάρτης δεν φέρνει την άνοιξη, την αναγγέλλει όμως και περιμένει το χειμώνα να εκδηλώσει τους τελευταίους του σπασμούς.

«Τι θέλω; Τη θέλω, ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς, όπως πρέπει να είναι μια ζωή, σε μια αέναη διαδικασία εναλλαγής, για να μπορείς να τη ζήσεις.» Για τη γυναίκα το έγραψα πριν επτά χρόνια 8 Μαρτίου σαν σήμερα.
Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία


Τι θέλω; Τη θέλω, να μην κοιτάει με τα μάτια των άλλων, για να δει τι ήταν. Να μην σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής όσων δεν την πίστεψαν. Να μην είναι δική μου. Να είμαστε ένα.
Τι θέλω; Τη θέλω χαρά γεμάτη, να μπορώ να της δώσω όσα δεν πήρα μέχρι σήμερα από μια ζωή. Να δω την αλήθεια της, που τη βασανίζει ακόμα σε λίγα τετραγωνικά, κάτω από τα «πρέπει» και τα «μη», να κάνει φτερά και να πετάξει. Θέλω το επόμενο, γιατί το τωρινό δεν της έπρεπε.
Τι θέλω; Τη θέλω Ύμνο στην Ελευθερία και μ’ ένα κόκκινο καπέλο, τόσο κόκκινο, που να σκεπάζει όλο το γκρίζο.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Ο Πούτιν δεν είναι η Ρωσία

Αυτές τις μέρες δε μπορώ να γράψω τίποτα. Μπροστά στα αθώα παιδικά μάτια που σε κοιτάζουν με απορία, παίρνοντας το δρόμο του ξεριζωμού, δεν υπάρχουν λέξεις, μόνο σιωπή. Εκεί που αρχίζει ο πόλεμος σταματούν τα επιχειρήματα. Αν δεν είχα τη φρίκη μπροστά μου, θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι η Ρωσία οδηγήθηκε στην έσχατη λύση, όμως ποτέ δεν θα υποστηρίξω την έσχατη λύση. Εν μέσω πολέμου δεν θα ήθελα να γράψω για το ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, του ΝΑΤΟ και Ε.Ε , ούτε να θυμίσω, προηγούμενα εγκλήματα της “Δημοκρατικής” Δύσης.


Αυτές τις μέρες όμως δεν μπορώ να μη γράψω με κεφαλαία την ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ και τον ΜΑΚΑΡΘΙΣΜΟ που κυριαρχεί με ένα πογκρόμ διώξεων για ότι έχει σχέση με την Ρωσία. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην ισοπεδωτική στάση της Δύσης, απέναντι στον πολιτισμό μιας μεγάλης χώρας, που έχει προσφέρει τόσα πολλά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Δεν είναι ο Πούτιν και οι ολιγάρχες του, η Ρωσία.
Το παρακάτω το έγραψα με αφορμή τα καραγκιοζιλίκια, που ελάμβαναν χώρα στην πόλη μας, κατά τον εορτασμό της 11ης Αυγούστου, καθώς και την περίοδο, της διοργάνωσης της κατ’ επίφασης ρωσικής εβδομάδας στην Κέρκυρα και στα Ιόνια Νησιά, σε μια προσπάθεια να μεταφέρω μια αύρα Ρωσίας από τον πολιτισμό αυτής της μεγάλης χώρας.
Πριν δώδεκα χρόνια είχα επισκεφτεί την Αγία Πετρούπολη.
“Ούτε ο Στάλιν, ούτε ο Γιέλτσιν, ούτε ο Πούτιν.
Κανείς δεν μπορεί να σημαδέψει τις λευκές της νύκτες. «Την πλατεία των Δεκεμβριστών την είχα σε καρτ ποστάλ. Τη λεωφόρο Νέβσκι ούτε που ήλπιζα να τη διαβώ. Ο Ναός της Αναστάσεως μου άρεσε ακριβώς για τον υπότιτλο: «Σωτηρίας το αίμα». Αλλά Αγία Πετρούπολη σήμαινε πάνω απ' όλα Ντοστογιέφσκι και Πούσκιν, ήταν οι εκκλησιές, οι γέφυρες, οι φτωχοί, το πάθος, η ποίηση, η σαλότης και η παραφορά. 'Ήταν εκείνη η καθοριστική μονομαχία, η Άννα Καρένινα ήταν, το τρένο, ο έρως κι ο θάνατος, κι ένα φαινόμενο που δεν συμβαίνει αλλού πουθενά: λευκές νύχτες!
Επαληθεύει η ζωή, ως φαίνεται, τα πιο βαθιά σου όνειρα. Κι εκεί που ούτε το σκέφτεσαι, ξαφνικά λες και ανοίγουν οι ουρανοί.
Αγία Πετρούπολη, η επινοημένη πόλη του Πέτρου, το απόλυτο παραμύθι.
Ο Ακολουθώντας δυο δρόμους, βιώνοντας τα δυο πρόσωπα της Ρωσίας. Του Πούσκιν τον αριστοκρατικά παράφορα ερωτικό και θανατερό και του Ντοστογιέφσκι, τον ταπεινό μετά πάθους και πίστης, που καθαγιάζει μέσα στον χρόνο τον τόσο ιδιαίτερο ρωσικό Λαό.
Επέστρεψα. Όλα όσα πίστευα παραμύθια ήταν αλήθεια και ήταν εκεί. Αλλά μετά γύρισα κι έγιναν πάλι παραμύθια…»
Πως νοείται ο κόσμος χωρίς τον Ντοστογιέφσκι, τον Πούσκιν, τον Τσέχοφ, τον Γκόρκι. Χωρίς τον Τσαΐκόφσκι, τον Ραχμάνινοφ , το Σοστακόβιτς. Χωρίς μια ταινία του Ταρκόφσκι, ένα χορό από τα περίφημα μπαλέτα Μπολσόι, χωρίς τον Μέγιστο Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι.
Αυτό που γίνεται σήμερα να διώκεται ο Ρωσικός πολιτισμός, προσβάλει την Δύση, μας πηγαίνει πολύ πίσω, πιο πίσω και από την περίοδο του ψυχρού πόλεμου. Ο Πούτιν δεν αντιπροσωπεύει μια χώρα που έκανε την οκτωβριανή επανάσταση, άλλαξε τον ρου της ιστορίας και μάτωσε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με 20 εκατομμύρια νεκρούς για να μην περάσει ο φασισμός.
Δυστυχώς:
“Στην εποχή μας το χρήμα είναι το πιο γλυκό μέλι...” όπως γράφει ο Φ. Ντοστογιέφσκι.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Δεν είναι οπισθοδρόμηση να πολεμάμε ακόμα;

Πόλεμος. Φρίκη. Δεν έχω τι να γράψω δεν έχω τι να πω. Η σημερινή εικόνα δεν μας δίνει την παραμικρή ελπίδα για πορεία προς τα εμπρός. Η ιστορία εξουθενωμένη από όλα αυτά τα άλματα που σημειώθηκαν κατά τις δύο προηγούμενες χιλιετίες, αρχίζει να κινείται ταχύτατα, με βήματα προς τα πίσω… και είναι ο εγωισμός που διακατέχει την πολιτική λειτουργία , βασική αιτία, γι’ αυτή την πορεία προς τα πίσω.


Δείτε τα γεγονότα. Δεν είναι οπισθοδρόμηση να πολεμάμε ακόμα; Δεν είναι οπισθοδρόμηση να ζώνονται άνθρωποι με εκρηκτικά και να παίρνουν μαζί τους στο θάνατο αθώους και ενόχους για την πίστη την αγία; Δεν είναι οπισθοδρόμηση να πεθαίνουν άνθρωποι από πείνα. Δεν είναι οπισθοδρόμηση η τηλεοπτική ξεφτίλα, η ανεργία, η μόλυνση του πλανήτη, η μετάλλαξη της φύσης; Δεν είναι, οπισθοδρόμηση η μειωμένη απασχόληση, η μείωση του ελεύθερου χρόνου, η αποστήθιση της μάθησης; Δεν είναι οπισθοδρόμηση οι εκπτώσεις στην υγεία, στην παιδεία, στις κοινωνικές παροχές; Δεν είναι οπισθοδρόμηση, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός; Δεν είναι οπισθοδρόμηση οι ισχυροί του πλανήτη να σκοτώνουν αμάχους και γυναικόπαιδα; Δεν είναι οπισθοδρόμηση αυτό που συνέβη στη Συρία στη Λιβύη, στο Ιράκ στη Γιουγκοσλαβία και αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ουκρανία;
Είναι μια από εκείνες τις μέρες, που τις μετράμε με λεπτά. Προσπάθησα να ξεφύγω κοιτώντας συνεχώς το ρολόι μου. Κακή επιλογή. Όσο περνάει ο καιρός, έχω την αίσθηση ότι περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον. Σ’ αυτή τη στάση, τι άλλο από κρυφές ματιές στα περασμένα μπορείς να κανείς; Σκέφτομαι εκείνα τα παραμύθια, που μας μετέφεραν σε κόσμους, που όλα καλώς καμωμένα ήταν και αναρωτιέμαι, που καταλήξαμε τελικά. Δεν είμαστε οι κακοί και όμως χάσαμε.
Δυστυχώς τη λέξη ανάπτυξη αρχίσαμε πλέον να την ταυτίζουμε με την οπισθοδρόμηση. Άλλη μια λέξη ανυπόληπτη, που μαζί με τόσες άλλες συνηθίσαμε να τις διαβάζουμε ανάποδα. Σήμερα σε κάθε φράση πολιτικού εμπεριέχεται η λέξη ανάπτυξη, δηλαδή το ψέμα.
«Στα όνειρα μου οι άνθρωποι είναι αρτιμελείς, φορούν ωραία ρούχα, χαμογελάνε. Τα παιδιά μεγαλώνουν με ασφάλεια. Οι ενήλικοι οδεύουν προς την δύση τους με αξιοπρέπεια. Όταν ξυπνάω δεν υπάρχει τίποτα. Σπασμένα αγάλματα, παραμορφωμένοι έρωτες, πλάσματα – φωτοτυπίες που περιμένουν στη σειρά, τη σειρά τους. Για τι; Για που; Κανείς δεν ξέρει. Όλα κινούνται μηχανικά, φαγητό. δουλεία σεξ, φαξ, e-mail, SMS, MMS, ύπνος, ύπνος, ύπνος. Το κινητό σου βγάζει φωτογραφίες; Το δικό μου βγάζει κραυγές. Τι μπέρδεμα! Γιατί νομίζω ότι ξυπνάω όταν κοιμάμαι;

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Καμία αμφιβολία!

«Είναι γοητευτική αυτή η στιγμή της αμφιβολίας;» Καμία αμφιβολία! Μόνο που αυτή η γοητεία, ελκύει - και αυτό είναι η δυστυχία - λίγους παράταιρους, εξοβελισμένους, από την κυκλική πορεία, ελεύθερους από τα δεσμά της ασφάλειας, γι’ αυτό και ασφαλείς.




Στο κυνήγι της ασφάλειας για μια ζωή, που νομίζουμε ότι δεν θα τελειώσει ποτέ, ζούμε το χρόνο που μας αναλογεί, παλεύοντας καθημερινά με τα κύματα της ανασφάλειας. Και είναι ο χρόνος μια ευθεία. Και εμείς επιταχύνουμε διαρκώς, για να χαθούμε απ’ τον αληθινό μας εαυτό , τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της πραγματικής ζωής. Στις ώρες της περισυλλογής, μετράμε όλοι μας, μια λευκή γραμμή «μισό λεπτό να θυμηθώ τι έκανα». Και τίποτα δεν έκανα. Διότι και τίποτα δεν είναι για να μείνει. Ολόκληρη ζωή για γέλια και για κλάματα με άγχος όμως και αυτό είναι το τραγικό. Και ύστερα... ο χρόνος όταν βρει ευθεία, χωρίς εκπλήξεις και αδιέξοδα, τρέχει, τρέχει χωρίς σταματημό. Σε νανουρίζει στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας και όταν ξυπνήσεις από τον ύπνο του δικαίου, ψάχνεις τοίχο για να τσακίσεις το κεφάλι σου.
Πότε είχαμε καλοκαίρι; Κοιμάσαι χειμώνα και όταν ξυπνάς έχει φτάσει άνοιξη. Και αυτή την Πέμπτη Τσικνοπέμπτη. «Και πέρασαν οι μέρες παρασέρνοντας σελίδες απ’ τα ημερολόγια. Πέρασαν και ξεχαστήκανε, μαζί με κάτι υπόλοιπα μπογιάς στον αριστερό κρόταφο της μνήμης και κάτι αλκοολικούς λεκέδες στη σκιά της κολομπίνας, ένα όπως έγινε με τον ασβέστη στον τοίχο. Όπως - όπως τα μαζέψανε, ρετάλια πόθων που τέλειωσαν πια ή πάλι δεν εκφράστηκαν και πήγαν στράφι. Ήρθαν μετά επηρμένοι χαρταετοί, ψηλά, όλο και πιο ψηλά και μακριά, δήθεν δεν είχαν σπάγκους αυτοί να τους τραβάνε πίσω, δήθεν δεν ήταν η ζωή τους διαπραγμάτευση, τόση όσο το κέφι εκείνου που κρατάει την καλούμπα. Κρέμονται τώρα οι μονομάχοι των νεφών, κουρέλια χρωματιστά στα ηλεκτρικά καλώδια, υπόλοιπα λογαριασμών που όλοι βαριούνται να διαγράψουν – άσε, ο χρόνος και οι βροχές θα κάνουν τη δουλειά τους...» Μια εξομολόγηση της Ο.Α όπως Ολυμπιακή Αεροπορία από το αγέρι που φύσηξε αλήθειες και ας υποστηρίζει το αντίθετο.
Είναι γοητευτική η στιγμή της αμφιβολίας. Το αντιλαμβάνονται όσοι αρνήθηκαν τον ύπνο της ασφαλούς ζωής. Μόνο, που είναι λίγοι για να αντέξουν στις πλάτες τους, τον όγκο της ανασφάλειας των ασφαλισμένων. 

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...