Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Η εθνική μας μοναξιά

Άλλη μια επέτειος για την τιμή των όπλων. Τόπος με πολύ παρελθόν η Ελλάδα, τόσο πολύ που χάνεται το μέλλον.
Κάθε χρόνο τα ίδια, η ίδια φωτογραφία που με το καιρό ξεθωριάζει και η επανάληψη που έχει γίνει αφόρητη
Κάθε μέρα και μια επέτειος για την ψωροκώσταινα. Κάθε μέρα που μας θυμίζει την άλλη και η Ελλάδα να ανάβει κεράκια στις ημερομηνίες της ιστορίας της. «Δεν γνωρίζω άλλο λαό να έχει τόσες επετείους», υποστηρίζει ο Νίκος Δήμου σε ένα παλαιότερο χρονογράφημα του.
«….Το Ηρώον. Οι Επίσημοι, με τα σκούρα ρούχα και τις στραγγαλιστικές γραβάτες. Ο Νομάρχης , ο Δήμαρχος, ο Καθηγητής, που εκφωνεί πανηγυρικό. "Την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ......". Από παιδί θυμάμαι την ίδια σκηνή. Μόνο η (κακή) καθαρεύουσα έγινε (κακή) δημοτική. Και μερικά σακάκια εξελίχθηκαν σε μπουφάν…»
«Γιορτάζουμε τη μάχη στις Θερμοπύλες και τη νίλα του Δράμαλη. Την απελευθέρωση της Αθήνας και την έξοδο του Μεσολογγίου. Το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και το χορό του Ζαλόγγου. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας και την Πολεμική Αρετή των Ελλήνων. Θρηνούμε την καταστροφή της Σμύρνης και τον τορπιλισμό της Έλλης. Την Άλωση της Πόλης - και τον Αττίλα της Κύπρου. Εξορκίζουμε την 21η Απριλίου και την 4η Αυγούστου. Τιμούμε την Εθνική Αντίσταση και τους Μαραθωνομάχους... Υπάρχουν και άλλοι λαοί με μεγάλη ιστορία. Κι άλλοι, με πολύ πιο πλούσια από μας, τα τελευταία χίλια χρόνια. Δεν είδα να γιορτάζουν ούτε το ένα δέκατο από ό,τι εμείς... Κι όχι πως δεν γνωρίζουν η δεν τιμούν την Ιστορία τους. Αντίθετα, μάλιστα, τη μελετάνε καλύτερα και σε βάθος. Ενώ εμείς, με την επετειολογία και τους πανηγυρισμούς, κάπου ακυρώνουμε την ουσία των γεγονότων.
Όταν ένα γεγονός αναβιώνεται (συμβολικά) κάθε χρόνο, όταν κάθε χρόνο προκαλεί χιλιάδες λέξεις, σύμβολα, εικόνες, εκδηλώσεις, είναι φυσικό σε λίγο να γεννάει μόνο κορεσμό και ανία. Πόσοι αισθάνονται ακόμα αυθεντική συγκίνηση στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου; Τα αέναα επανερχόμενα στερεότυπα για τα "λιοντάρια της κλεφτουριάς" (ή τους "ήρωες της Αλβανίας") σε ποιόν ανακαλούν ζωντανές εικόνες;
Όλες αυτές οι γιορτές είναι συστατικά στοιχεία του εθνικού μας λαϊκισμού. Ανήκουν στο πλέγμα της αυτοδοξολόγησης και αυταρέσκειας, το οποίο καλλιεργούν οι ηγέτες αυτής της χώρας από το '21 και δώθε. Οι γιορτές χρησιμεύουν για να προβάλλουν τους άρχοντες και να χορταίνουν το λαό. Να τον χορταίνουν με λόγια και παράτες - γιατί η ουσιαστική του ένδεια δεν καλύπτεται με δοξολογίες... Αν θέλουμε κάποτε να ξεφύγουμε από την επιφάνεια και να πάμε στην ουσία, να αφήσουμε το παρελθόν και να στραφούμε στο μέλλον, πρέπει να περιορίσουμε αυτή τη συνεχή επετειολογία. Την ιστορία να την κάνουμε πεδίο γνώσης και σκέψης, και όχι δεκάρικους. Να φύγουμε από την ατμόσφαιρα του μνημόσυνου και να πάμε στην ατμόσφαιρα της γέννας, της δημιουργίας!
Γιατί γνώρισμα ενός ζωντανού λαού δεν είναι πως έχει ιστορία, αλλά πως φτιάχνει ιστορία.»

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Μου τέλειωσαν οι αλήθειες

Τα έχω πει και τα έχω γράψει. Για τους συμβασιούχους, που για πολλοστή φορά βρίσκονται στους δρόμους μετράω δέκα κείμενα. Δεν έχω το κουράγιο να επαναλάβω τα ίδια, νοιώθω ότι δεν μπορώ να πω και να γράψω τίποτα, είναι η επανάληψη, που με οδηγεί στη σιωπή. Μου τέλειωσαν οι αλήθειες. Ένα παλαιότερο κείμενο με το ίδιο τίτλο για να δικαιολογήσω τη λούφα από την αγγαρεία, όσο για την λύση την έχω στο συρτάρι μου.
Είναι κάποιες μέρες που δεν έχεις τι να πεις. Νοιώθω να μου τελειώνουν οι αλήθειες και εκνευρίζομαι. Αυτή η τοπική ανακύκλωση μας έχει κουράσει, τα ίδια και τα ίδια σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη μας.
Το πιο οδυνηρό είναι να εξασκείς το δημοσιογραφικό επάγγελμα σ’ αυτή την μικρή πόλη, που όταν πέφτει το σκοτάδι, οι συνοικισμοί των ανθρώπων γίνονται ένα σιωπηλό ερημητήριο. Ευτυχώς έφυγα νωρίς από την μαχόμενη δημοσιογραφία, ή για να ακριβολογώ δεν μπήκα ποτέ στη «μάχη». Ποια μάχη θα μου πείτε, από γραφείο σε γραφείο, συναντώντας για τριάντα και πλέον χρόνια τα ίδια πρόσωπα. Τι να κερδίσεις μέσα σ’ αυτό το βαλτωμένο περιβάλλον. Τι καινούργιο να μάθεις; Η καλπάζουσα αρτηριοσκλήρυνση δεν σου αφήνει περιθώρια. Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις ίσα - ίσα για να μας διατηρήσουν ζωντανούς.
Το πείσμα μας έσωσε. Για ζωή, για όνειρο, για παραμύθι, για αιώνιες φιλίες και έρωτες. Το πείσμα να μην γίνουμε άλλη μια ασήμαντη ίνα στο κεντρικό νευρικό σύστημα ενός κόσμου που αγοράζεται και αγοράζει. Και αν δεν κάναμε τακτικές μεταφορές υπολοίπου από την ανήμερη καρδιά της νεότητας μας, τώρα θα είμαστε καθισμένοι στο καναπέ, συνένοχοι στη βλακεία.
Μείναμε λίγοι ίσα - ίσα να κάνουμε παιγνίδι. Παραμονεύουμε ο ένας την κίνηση του άλλου.
«Μου έχεις ξεκάνει τους πύργους και τους στρατιώτες, αλλά έχω στριμώξει την βασίλισσα σου. Κάνε κάτι δεν θέλω να νικήσω. Να συνεχίσουμε την άσκηση, να μην τρελαθούμε.
«Η Κέρκυρα μας και ο κερκυραισμός μας», μας μάρανε. «Το καταπράσινο νησί, η ιστορία και ο πολιτισμός μας. Το καλοκαίρι ο ήλιος και η θάλασσα». Στερεότυπα που πάλιωσαν από την κατάχρηση.
Ευτυχώς που εμείς την έχουμε την θάλασσα για όλο το χρόνο, μη σας πω για το χειμώνα, όταν παίρνει εκείνο το άγριο γρι, που δεν σηκώνει και πολλές κουβέντες και γίνεται τότε το καλύτερο στοίχημα με τον εαυτό μας.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Για το τραγούδι

Με αφορμή την τηλεοπτική εκπομπή του Σεραφείμ Φυντανίδη με καλεσμένους τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Σταμάτη Κραουνάκη και την Λίνα Νικολόπουλου. Για το τραγούδι ο λόγος και τι μπορούμε να προσθέσουμε, πλάι σε ένα κείμενο του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, από το βιβλίο του «ο καθρέπτης και το Μαχαίρι». το παραθέτουμε για να συμφωνήσουμε ότι όσο και να προσπαθεί η τηλεόραση να μας ταΐζει σκουπίδια, η τέχνη είναι αυτή που τα κάνει όλα αληθινά
Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας. Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας, που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γεννούν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα –αν είναι δυνατόν– ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε. Μήπως τάχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσ’ απ’ το φόρεμα ή από το μαντήλι σας; Κι όμως δεν το ξεχάσατε κι ούτε θα το ξεχάσετε σ’ όλη σας τη ζωή. Και θα το λέτε στα παιδιά σας έτσι όπως το πρωτοείδατε κάποια φορά από έναν μάγο σ’ ένα πανηγύρι – καθώς και το τραγούδι μου. Θα το θυμάστε και θα το ’χετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή… Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια. Δεν είναι το τραγούδι μου μια μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ’ απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από ’δω, δεν σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μέσ’ απ’ τη μουσική μου. Σ’ εμένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήστε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω! Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Η Ν. Δ βλάπτει σοβαρά την υγεία

Τελικά πρέπει να βγεις απ’ την γραμμή για να το εμπεδώσεις. «Δεν αλλάζουνε τα πράγματα» Μελαγχολία προκαλεί η ΝΔ. και μάλιστα σε δικά της παιδιά. Ο γνωστός δημοσιογράφος, συγγραφέας και πρώην βουλευτής της φιλελεύθερης παράταξης, (πόσο ωραία ακούγεται στις μέρες μας το «φιλελεύθερη», Δημήτρης Κωνσταντάρας, μας εξηγεί. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοΩδικο της Καβάλα με τον τίτλο «ώρες μελαγχολίας»

Μερικές φορές τον τελευταίο καιρό, με πιάνει μια μελαγχολία, μα μια μελαγχολία!
Είναι οι ώρες που βλέπω ότι τα πράγματα ΔΕΝ αλλάζουν, ότι όλα παραμένουν τα ίδια, ότι οι μηχανισμοί υπάρχουν, ευημερούν και εξυπηρετούν τους ίδιους και τους ίδιους λες και τίποτε δεν εξελίσσεται, τίποτε δεν προοδεύει σ αυτή τη δύσμοιρη Ελλάδα. Και οι ώρες της μελαγχολίας αρχίζουν κάθε φορά που τον τελευταίο καιρό βλέπω τους απλούς οπαδούς του κόμματός μου, αυτούς που με ψηφίζουν πιστά, να έρχονται και να μου θέτουν θέματα, να μου υποβάλλουν προτάσεις, να μου ζητούν μια βοήθεια και μια συμπαράσταση. Να μένουν άφωνοι μπροστά στη χρεωκοπία του απλού αυτονόητου. Μπροστά στην έλλειψη του στοιχειώδους. Να με κοιτάζουν στα μάτια και να μου εκθέτουν το πρόβλημά τους θεωρώντας ότι «είμαι μέσα», ότι «είμαι κοντά στην εξουσία» και ότι «όλο και κάτι μπορώ να κάνω» εκεί που κάποιοι άλλοι, ΔΕΝ κάνουν.

Κι εγώ, να μην μπορώ να τους προσφέρω τίποτε. Και να τους το λέω ευγενικά αλλά να μη με πιστεύουν. Να μην πιστεύουν ότι τα πράγματα είναι έτσι ακριβώς όπως φοβόντουσαν. Να μην πιστεύουν ότι ο συγκεκριμένος «εγώ» μπορεί και να περιμένω ένα μήνα για να επικοινωνήσω με έναν υπουργό

Τότε αρχίζει η μελαγχολία. Και μελαγχολώ γιατί προσπαθώ. Προσπαθώ με ειλικρίνεια και φιλοτιμία να μείνω «μέσα στο παιχνίδι», παρά τις τόσες απογοητεύσεις και πίκρες, γιατί μου το ζητούν. Αυτοί, οι απλοί άνθρωποι στην Κυψέλη και στους Αμπελόκηπους και στα Πατήσια και στο Κιάτο και στο Ξυλόκαστρο και στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα και στην Άνδρο. Όχι ότι βλέπουν σ εμένα τον …σωτήρα. Αλλά γιατί ξέρουν ότι τουλάχιστον προσπαθώ κάπου να φτάσω, με τις δικές μου δυνάμεις, χωρίς τη στήριξη κανενός.

Συνεχίζω να προσπαθώ γιατί υπάρχουν ακόμα πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Και δεν ξέρω αν τώρα, ύστερα από δυο θριαμβευτικές εκλογές το 2002 και το 2004 και μια απίστευτη ήττα το 2007, έχω το δικαίωμα να τους γυρίσω την πλάτη. Τι θα πουν; Τι θα σκεφτούν; Ότι «τότε που σε ψηφίζαμε και έβγαινες ήταν καλά»; Και ότι « τώρα αδιαφορείς και κάνεις τον …τρελό»;

Όμως πραγματικά, δεν υπάρχει και μεγάλη ελπίδα γιατί ΕΤΣΙ τα θέλουν τα πράγματα. Αυτοί που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τις «στραβές» της κυβέρνησης του κόμματός μου και με τις ενέργειες ή τις παραλείψεις τους, επιστρέφουν και ενισχύονται και προωθούνται. Και –το πιο πιθανό- θα ξαναψηφιστούν από αυτούς τους ίδιους που χτες τους καταδίκαζαν και τους θεωρούσαν υπεύθυνους για την πτώση των ποσοστών και των αριθμών.

Οι άνθρωποι φοβάμαι πως δεν αλλάζουν. Τριγυρίζουν γύρω από την «εξουσία».Κι όταν τους λες με ειλικρίνεια και καθαρότητα και σοβαρότητα πώς έχουν τα πράγματα, απογοητεύονται. Γιατί θα ήθελαν να μην είναι έτσι τα πράγματα. Θα ήθελαν να μην έχουν συμβεί ποτέ όλα αυτά που συνέβησαν. Θα ήθελαν να υπάρχει ομόνοια και συνεργασία και συναδελφικότητα και αλληλοκατανόηση και αλληλοσεβασμός ανάμεσα στους ανθρώπους του κόμματός τους. Θα ήθελαν, όλοι οι «εκλεκτοί» να είναι καλοί κ’αγαθοί. Δεν θέλουν να δουν την αλήθεια, την πραγματικότητα, το «σκηνικό» στην πλήρη του ανάπτυξη.

Ανάμεσά τους και οι συνάδελφοί μου στη δημοσιογραφία. Που δυο-τρεις μήνες πριν, «σταύρωναν» αυτούς που θεωρούσαν «υπεύθυνους». Και σήμερα, παρέα με πρωτοκλασάτους υπουργούς και πρώην υπουργούς, τα παραβλέπουν όλα.
Μα αν ΔΕΝ έγιναν ποτέ όλα αυτά που όλοι λέγανε ότι έγιναν κι αν είναι ΟΛΟΙ αθώοι, τότε γιατί έχουμε «πέσει» τόσο πολύ στις μετρήσεις; Γιατί ο κόσμος, οι ψηφοφόροι του κόμματός μου είναι τόσο θυμωμένοι, τόσο τσαντισμένοι, τόσο έξαλλοι; ΚΑΤΙ δεν θα πρέπει να τους θύμωσε, να τους τσάντισε, να τους έκανε έξαλλους, έτσι δεν είναι; Και είναι απορίας άξιον, τα ίδια χέρια που μέχρι χτές κρατούσαν μαχαίρια και σφαγίαζαν τους «ένοχους, σήμερα δίνουν τόσο εύκολα και δωρεάν τα συγχωροχάρτια και…

Κι εκεί με πιάνει η μελαγχολία. Γιατί μπροστά στα μεγάλα τζάκια και συμφέροντα, μπροστά στις μεγάλες «συμμαχίες», εγώ ανήκω στην ομάδα απλώς των «καλών παιδιών». Που … «πάνε άκλαφτοι».

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Υπάρχει πνευματική ηγεσία;

Ενίοτε επικαλούμαστε την απουσία της πνευματικής ηγεσίας αυτού του τόπου από την πραγματικότητα. Δικαίως θα έλεγα. Η πνευματικοί άνθρωποι αυτού του το τόπου τα έχουν παρατήσει. Μια πορεία δεξιά και αριστερά που οδηγεί έξω από τη μάχη. Ο πολιτιστικός μεσαίωνας που διανύουμε, η απαξίωση της πολιτικής, η κυριαρχία της τηλεόρασης αποτελούν μέρος της δικής τους ανοχής και απραξίας όλα αυτά τα χρόνια.
Η σημερινή τραγική πραγματικότητα που βιώνει η χώρα μας και η αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να επιλύσει όχι μόνο τα προβλήματα της επιβίωσής μας, αλλά κι ακόμη μικρότερα εσωτερικά μας προβλήματα, οδηγεί σταθερά την Ελλάδα σε αδιέξοδο. Η ευθύνη του αδιεξόδου, που έχει αρχίσει ήδη να δημιουργείται δεν βαρύνει μόνον τους πολιτικούς. Οι πολιτικοί μας, αγωνιούν όχι για τα προβλήματα της χώρας τους, αλλά για την δική τους επιβίωση και οι λίγες φωνές που ακούγονται καμιά φορά, πνίγονται μέσα στο βόρβορο και το βούρκο της πολιτικής αγυρτείας.

Οι πνευματικού μας ηγέτες, όμως τι κάνουν; δεν βλέπουν, δεν σκέπτονται, δεν απορούν, δεν αγωνιούν, δεν κραυγάζουν, δεν βλέπουν την αλήθεια; Κι αν την βλέπουν δεν έχουν την υποχρέωση να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου; Η σκληρή πραγματικότητα μας αποδεικνύει ότι στο σύγχρονο Ελληνικό κράτος δεν υπάρχουν τα φωτεινά εκείνα πνεύματα που απαρνούμενα κάθε τι το πρόσκαιρο κι εφήμερο, θα οδηγήσουν το Λαό τους μπροστά.
Γιατί δεν φτάνει να γραφούμε ωραία βιβλία, δεν φτάνει να επισημαίνουμε, να σχολιάζουμε και να προτείνουμε λύσεις εκ του ασφαλούς. Χρειάζεται, η συμμετοχή, στην πρώτη γραμμή της μάχης για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα σημερινά αδιέξοδα. Η αδυναμία των πνευματικών ανθρώπων να παρέμβουν σήμερα στο πολιτικό γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της μακροχρόνιας αποχής. Οι σημερινές «πρωτοπορίες» που βασανίζουν τον τόπο είναι δημιούργημα μετάθεσης ευθυνών και λύσεων ανάγκης.
Το παρακάτω είναι απόσπασμα από μια «ανεπίδοτη επιστολή» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του καθ. Α. Σμοκοβίτη «Αναπάντητες και ανεπίδοτες επιστολές στην εξουσία»και που εύστοχα περιγράφει το ρόλο μιας πνευματικής ηγεσίας:
«Χρέος της πνευματικής ηγεσίας κατά κύριο λόγο θα ήταν, κατ’ αρχήν, να τολμήσει και οργανωμένα και όσο γίνεται πιο αντικειμενικά να ενημερώσει το κοινό σ’ όλους τους τομείς: οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς, διπλωματικούς, πολιτιστικούς, οικολογικούς… Μόνο μια υγιής πνευματική ηγεσία θα μπορούσε να ενημερώσει σωστά και υπεύθυνα το κοινωνικό σύνολο με την ελπίδα ότι θα το αφυπνίσει, θα το συνεγείρει, θα το εμπνεύσει, θα το συσπειρώσει. Υπάρχει, όμως, μια τέτοια πνευματική ηγεσία; Γιατί στο πλαίσιο της κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής κρίσης υπάρχει σαφώς και κρίση πνευματική. Η πνευματική ηγεσία έχει προδώσει και σε κάποιο βαθμό ή ποσοστό έχει ομολογουμένως προδοθεί. Οπωσδήποτε δεν συνεπαίρνει, δεν εμπνέει, δεν καθοδηγεί τους σκεπτόμενους τουλάχιστο και τους προβληματισμένους πολίτες. Γιατί υπάρχουν, ωστόσο, Έλληνες που πονούν, που ανησυχούν, που ντρέπονται, που αντιδρούν. Υπάρχουν έντιμοι και εργατικοί επιστήμονες, υπάλληλοι, έμποροι, εργάτες, αγρότες. Υπάρχουν κάποια πνευματικά ιδρύματα, κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι. Υπάρχουν κάποιες υγιείς κοινωνικές εστίες. Είναι, όμως, σκόρπιες, ασύνδετες, αναποτελεσματικές. Είναι οι Δον Κιχώτες! Είναι εξαιρέσεις σ’ έναν κανόνα. Υπάρχουν και άλλοι, πολύ περισσότεροι που αποκομμένοι, απομονωμένοι ζουν ένα έντιμο, σιωπηλό μαρτύριο μέσα σε μια όσο γίνεται πιο δημιουργική μοναχική πορεία. Λείπει όμως το σάλπισμα,το κοινό όραμα,ο κοινός στόχος, το ιδανικό. Ποιος, ποιον, λοιπόν θα συνεγείρει; Έναν «όμιλο για την αλήθεια»,όχι την κομματική, χρειάζεται ο τόπος. Για την αλήθεια στην πολιτική, την οικονομία, την οικολογία, τη διπλωματία, την ιστορία…. Από επιστήμονες ελεύθερους, αδέσμευτους, που σημαίνει όσο γίνεται πιο αντικειμενικούς, αφού υποτίθεται ότι η επιστήμη ερευνά και υπηρετεί την όποια αλήθεια και μόνο αυτή. »

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Μεγάλωσε και ο Βέγγος…

Η επανάληψη των λέξεων, που χρησιμοποιούνται για την αναφορά προβλημάτων, τις οδηγεί στη βαθμιαία ανυποληψία, στον μαρασμό και εν τέλει στο θάνατο. Πάλι οικονομική κρίση, πιο σοβαρή αυτή την φορά και από το οικονομικό κραχ του 1929 υποστηρίζουν μερικοί. Πάλι λιτότητα, ανεργία φτώχεια. Να σφίξουμε και άλλο το ζωνάρι, ποιο ζωνάρι και σε ποια μέση; Μεγάλωσε και ο Βέγγος…
Όλα αυτά τα χρόνια ξορκίζαμε το κακό, ώστε όταν μας βρει, να μας έρθει ποιο μαλακά. Είναι αυτό που κάνω και εγώ με την ηλικία από τα τριάντα, για να μπω στα πενήντα, σαν έτοιμος από καιρό. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή γράφω για την τουριστική σαιζόν, για την καλλίτερη που πέρασε και για την χειρότερη που θα έρθει. Κάθε χρόνο τα ίδια, τόσες φορές πια που χόντρυνε το πετσί μας για να σπάζει τα μούτρα του ο φόβος. Αν αυτά που έγραφα πριν δυο χρόνια τα έγραφα και σήμερα τίποτα δεν άλλαζε και για του λόγου το αληθές ορίστε…
«Τουριστική κρίση», πόσες φορές την ημέρα και επί ποσά χρόνια ακούμε την παραπάνω φράση; Τόσες θα έλεγα ώστε να μπορεί πλέον να μπαίνει από το ένα αυτί και να βγαίνει από το άλλο.
Η φετινή χρονιά για την Κέρκυρα είναι η χειρότερη, με πεθαμένες λέξεις όμως, πώς να την περιγράψεις; Έχουμε γίνει θεατές, μιας βασανιστικής μείωσης όλων των δεικτών της τουριστικής οικονομίας, είναι σαν να μας πέφτουν τα μαλλιά λίγα λίγα το χρόνο και όταν πλέον γίνουμε γλόμποι, δεν μας κάνει καμία αίσθηση. Έχω την αίσθηση ότι απλώς σχολιάζουμε, και περιμένουμε παθητικά το τέλος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν το γνωρίζουμε και ίσως και αυτός είναι ένας λόγος, αυτού του άνευ προηγούμενου εφησυχασμού. Μπορεί να έχει αλλάξει ο παγκόσμιος χάρτης, οι τουριστικές αγορές να έχουν μεταβληθεί, εμείς όμως εκεί περιμένουμε το θαύμα. Και επειδή θαύματα δεν γίνονται στις μέρες μας, η επόμενη χρονιά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, θα είναι χειρότερη της φετινής.
…………………………………………………………………………………………..
Μπορεί, η παλιά πόλη της Κέρκυρας, να άντεξε στο χρόνο, μπορεί τα φρούρια να δεσπόζουν, και να θυμίζουν εποχές δόξης λαμπρής, μπορεί τα στενά καντούνια, να εκπέμπουν ζεστασιά και νοσταλγία. Μπορεί όλα αυτά μαζί και τόσα άλλα να αποτελούν σήμερα ένα από τα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, το ζωντανό στοιχείο όμως, όπου έχει την ευθύνη της διαχείρισης του, κάνει ότι μπορεί για να αποτρέψει τους επισκέπτες. Δυστυχώς τα κτίρια από μόνα τους, δεν μπορούν να διεκπεραιώσουν μια τόσο δύσκολη διαδικασία. Η Κέρκυρα δεν είναι φιλόξενη πόλη. Το χάσμα μεταξύ τόπου και αυτών που τον κατοικούν, συνεχώς διευρύνεται.
…………………………………………………………………………………………..
Πάλι οικονομική κρίση; Το πρόβλημα θα ήταν πλέον όπως έχουμε μάθει, να είχαμε ανάκαμψη.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Χωρίς το βάρος της ιστορίας

Το μεγάλο ερωτηματικό για ποια αριστερά μιλάμε, θα πάψει να μας απασχολεί όταν επιτέλους σταματήσουμε να κτίζουμε στην άμμο παλάτια και μάλιστα με υλικά που ποτέ δεν μπήκαμε στο κόπο να ανακυκλώσουμε. Ποια αριστερά; Η ορθόδοξη, η δογματική, η ανανεωτική, η ριζοσπαστική, η επαναστατική, η δημοκρατική, η έτσι ή αλλιώς, η αριστερά της αριστερές, η μέσα δεξιά, η έξω αριστερά. Επιτέλους!

Μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται ότι η διάβρωση του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, έχει προκαλέσει ανήκεστη βλάβη, στην πατρίδα μας. Η κηλίδα έχει καλύψει, όλη την πολιτική και κοινωνική διαστρωμάτωση, ξεπερνώντας και τους τελευταίους θύλακες αντίστασης, που εκ παραδόσεως κρατούσαν και έδιναν τις μάχες για την τιμή των όπλων.
Ήταν πολλά τα λεφτά, και μεγάλο βάρος, να κουβαλήσουν τόσα χρόνια κάποιοι στην πλάτη τους τη σημαία του αγώνα. Μεγαλώσανε, βαρύνανε, δεν είδανε και προκοπή, καταθέσανε τα όπλα και έγιναν βασιλικότεροι του βασιλέως.
………………………………………………………………………………………….
«Όταν η αναφορά μου στην αριστερά, θα πάψει να είναι ένα μεγάλο παρελθόν, τότε κάτι θα έχει αλλάξει. Έστω και προς το χειρότερο. Να κουνηθεί επιτέλους κάτι, να ανέβει η λάσπη στην επιφάνεια της ακίνητης λίμνης, ο βούρκος να γεμίσει ομόκεντρους κύκλους, το βότσαλο της ανησυχίας να γίνει θεμέλιος λίθος για έναν κόσμο που θα σκέφτεται περισσότερο, θα ονειρεύεται περισσότερο, θα ενεργεί περισσότερο. Εδώ κάπου ξύπνησα. Από τα γέλια της Ιστορίας»
………………………………………………………………………………………..
Τέλος με την αριστερά που ξέραμε. Όσοι δεν λάκισαν φορτώθηκαν τα παράσημα του παρελθόντος ωσάν άλλοι σοβιετικοί πολεμιστές, ατραξιόν σε μια κοινωνία, που ότι καν θυμάται.
…………………………………………………………………………………………..
Η αριστερά υπάρχει στο μυαλό και στη ψυχή των γενεών που έρχονται. καμία σχέση με τη δική μας αριστερά, δεν θα στηρίζεται σε ευαγγέλια, και σε απολιθώματα ιδεών δεν θα έχει ανάγκη να απομονώνεται για να επιβιώσει, ούτε να διαπλέκεται εκμεταλλευόμενη τη θυσία και τους αγώνες του παρελθόντος.
…………………………………………………………………………………………..
Η αναφορά στο παρελθόν δεν δίνει καμία προοπτική, ίσα ισα είναι ο καλύτερος σύμμαχος της στασιμότητας και αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με τους αγώνες, ούτε με τις θυσίες των χιλιάδων αγωνιστών. Την προοπτική της αριστερά θα την δώσουν οι νέοι, αυτοί, που ονειρεύονται ακόμα, χωρίς το βάρος της ιστορίας.

Η επιθυμία έχει τα νεύρα της

Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με την ελευθερία. Όταν την αποκτάς, δεν ξέρεις πάντα τι να την κάνεις. Εξακολουθείς να θέλεις εκείνα από τα οποία...