Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Εξέγερση του 2008 περιμένει τη συνέχεια

Τρία χρόνια πέρασαν από την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τη μεγαλειώδη εξέγερση των νέων. Ο Δεκέμβρης 2008 ήταν μια συλλογική κατάθεση ονείρων και ιδανικών, μιας ολόκληρης γενιάς. Μπορεί να μην έδωσε απαντήσεις, έδειξε όμως το δρόμο. Τα πράγματα στη χώρα χειροτέρεψαν, οι αιτίες που προκάλεσαν το ξεσηκωμό, γιγαντώνονται. Ο Αλέξανδρος σηματοδότησε το υποσχόμενο Νέο, που δολοφονείται από τη διαφθορά και τον κυνισμό του Παλαιού. «Εκεί ακριβώς, στο οδυνηρό μεταίχμιο, στεκόμαστε τώρα». Έγραφε ο Νίκος Ξυδάκης «Πίσω μας σωρεύονται ερείπια και σκάνδαλα, αποκαϊδια παρακμής. Μπροστά μας ανοίγεται η έρημος του πραγματικού, στρωμένη με φτώχεια και δυσχέρεια. Κι εμείς, στο χείλος, στο δυσοίωνο πέρασμα, σαστισμένοι και απαράσκευοι…» Η εξέγερση του 2008 αφύπνισε χιλιάδες συνειδήσεις. Εκείνα τα παιδιά, που δεν πρόλαβαν να τους ελέγξουν το μυαλά, σήκωσαν πολλούς από τους καναπέδες. Δημιούργησαν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Αλέξανδρος έγινε σύμβολο της Νεολαίας. «Όλα μπροστά θα πάνε» έγραφα εκείνες τις μέρες «Θα ξεκουτιάνουμε. Θα καθαρίσει το μυαλό μας. Σ’ αυτά τα παιδιά το χρωστάμε που εδώ και πολλές ημέρες είναι όλα εκεί, στις συγκεντρώσεις, ενωμένα μια γροθιά, αντιμετωπίζοντας το φόβο του αύριο.

Τα βλέπω να γελούν με μια αθωότητα που ομολογώ είχα ξεχάσει και σκέφτομαι, όση καταστροφή και αν πίνουμε, δεν τέλειωσε ο κόσμος. Απέναντι μας γίνονται οι καθρέπτες που αποφεύγουμε, γίνονται η αντανάκλαση της νεότητας μας. Μας ανακαλούν στην τάξη των αισθημάτων που, πέρασαν πίσω από τις υποχρεώσεις. Γίνονται οι τύψει και η μετάνοια μας συγχρόνως. Ποτέ ψέματα… Τίποτα δεν είναι όπως παλιά, όσο και να προσπαθούν, όλοι μαζί να μας πείσουν πως σύντομα όλα θα είναι όπως πριν… Αυτή τη φορά δεν θα τα καταφέρει η τηλεόραση να ακυρώσει την εξέγερση των εφήβων προτάσσοντας δραματοποιημένες εικόνες με κατεστραμμένες βιτρίνες. Αυτό το γεγονός περίμενε τριανταπέντε χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πως είναι δυνατόν να μπει σε δεύτερο πλάνο;
Τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. Ο Δεκέμβρης του 2008, βάζει τέλος στους ψιθύρους της παρατεταμένης απάθειας και γυρίζει σελίδα».
Όσα ζήσαμε εκείνες τις μέρες μετά την δολοφονία του μαθητή, ήταν αποτέλεσμα μιας βαθύτερης κρίσης που ξεχείλισε. Μιας κρίσης, που αποκαλύφθηκε τα επόμενα χρόνια και έδωσε τέλος στις ψευδαισθήσεις, που καλλιέργησε το σύστημα της μεταπολίτευσης. Την εξέγερση των νέων το Δεκέμβρη του 2008, είναι βέβαιο πως σύντομα θα την θυμηθούμε απ’ αυτές που θα ακολουθήσουν…

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Ο σκληρός χειμωνας του 2011

Βαρύς ο Δεκέμβρης του 2009, ασήκωτος του 2010 τι να γράψουμε για το φετινό; Ο Λαός παγωμένος, παρακολουθεί για τρίτη συνεχή χρονιά, να χάνει ό,τι για δεκαετίες κατακτήθηκε με αγώνα και αίμα.
Η βαρυθυμία αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές. Η οικονομική κρίση ήρθε να ενισχύσει την συνεχιζόμενη πολιτική κρίση, να οξύνει την κοινωνική και να επιβεβαιώσει την κρίση θεσμών και αξιών. Αυτές τις μέρες, είναι αλήθεια, δύσκολα μου βγαίνουν οι λέξεις. Ακόμα και τα παραμύθια ημιτελή τα παρατάω.
Τα δάκρυα έπονται, προηγούνται οι συμβιβασμοί, οι ταπεινώσεις, οι εκποιήσεις, οι αλλοτριώσεις, οι εκρήξεις, η φρίκη, έτσι που και με τον άνθρωπό σου γίνεσαι εχθρός και με τον εαυτό σου ξένος.
Ένα μόνιμο άγχος που μετατρέπεται σε αγωνία και φόβο για το μέλλον. Ένα άγχος που μετατρέπεται σε απόγνωση και απελπισία. Ο Δεκέμβρης του 2011, βρίσκει το Λαό απελπισμένο να βλέπει τις διεξόδους να λιγοστεύουν, να συνειδητοποιεί ότι η κρίση ήρθε για να μείνει και αυτό είναι χειρότερο από τον πόλεμο.
Χριστούγεννα και πάλι, με την κρίση να ψαλιδίζει ταπεινές επιθυμίες. Σύμμαχος το παρελθόν που ζήσαμε, και όσο αυτοί επιχειρούν να αφαιρέσουνε ζωή, εμείς θα ζήσουμε σε μια φωτιά, σ’ ένα τζάκι, όπου μαζί με τις φλόγες χορεύουν και τα παραμύθια του παλιού καιρού.
Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επίλογους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Μια σπίθα είναι αρκετή

Μια σπίθα είναι αρκετή για να λαμπαδιάσει η οργή. Μια οργή που σωρεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μίσος, που φώλιαζε, για μια γενιά πολιτικών που θεωρούν την αυθαιρεσία κανονικότητα. Για μια γενιά πολιτικών, που οδήγησε τη χώρα στην χρεοκοπία. Ένας κόσμος απαξιωμένος, μια γενιά προδομένη, που δεν περιμένει τίποτα απ’ αυτούς που έχουν την υποχρέωση να την στηρίξουν, μια γενιά που δεν έχει πλέον σύμμαχο την αλληλεγγύη. Η εκδίκηση, δεν έχει χρώμα, δεν έχει κόμμα, δεν έχει ιδεολογία. Τροφοδοτείται από τη συλλογική μνήμη.

Αυτό που ζούμε δεν το έχουμε ξαναζήσει, θυμάμαι το Νοέμβριο του 1980. Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας. Μαζική διαδήλωση. Η εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου, 21 ετών, πέφτει νεκρή, χτυπημένη από τα κλομπ των αστυνομικών, ενώ ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής, 26 ετών, σκοτώνεται από πυροβόλο όπλο. Πάλι Νοέμβριος στην επέτειο του Πολυτεχνείου το 1985, κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Ο αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας σκοτώνει τον μαθητή Μιχάλη Καλτεζά στα Εξάρχεια. Η σφαίρα βρίσκει τον δεκαπεντάχρονο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ο φόνος του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008, από σφαίρα του ειδικού φρουρού στα Εξάρχεια άλλη μια σπίθα που έκαψε την Αθήνα. Είμαστε μια χώρα που πενθεί. Είμαστε ένας λαός απογοητευμένος, διαψευσμένος, οργισμένος. Πολύ οργισμένος.
Σήμερα ακόμα πιο οργισμένος, εντελώς χαμένος, μια σπίθα είναι αρκετή.
για να δικαιωθεί ο Νίκος Καρούζος - από τα βάθη του μέλλοντος: «Να μεγαλώνει / η φωτιά να μεγαλώνει / να γίνεται ολοένα ψηλότερη / εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη»...
Μια σπίθα είναι αρκετή, για αυτούς που δεν έχουν να φοβηθούνε τίποτα.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Δεν ξέρω. Κάτι πιο δραστικό

Οι απεργίες συνεχίζονται, φαντάζομαι για συμβολικό σκοπό. Το ισχυρότερο όπλο των εργαζομένων, που χρησιμοποιούσαν ενάντια στην εργοδοσία και κατ’ επέκταση στην εξουσία, κατάντησε νεροπίστολο.
Μέσα σ’ αυτό το πρωτόγνωρο περιβάλλον, με κατακτήσεις δεκαετιών να εξαφανίζονται, με την ανεργία να καλπάζει, με τους περισσότερους έλληνες να ζουν κάτω από τα όρια της φτώχιας και τη χώρα ολόκληρη να ζει τη μεγαλύτερη μεταπολεμική ύφεση, η αντίδραση γίνεται για την τιμή των όπλων.
Οι εργαζόμενοι σαστισμένοι, μπροστά σ’ αυτήν τη ισοπέδωση, μη έχοντας άλλα όπλα, αντιδρούν με λογικές προ μνημονίου. Αντιδρούσαν χθες απέναντι σε μια ανύπαρκτη κυβέρνηση, που παρέδωσε τη χώρα στους δανειστές της και σήμερα σε μια κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης, που έχει αναλάβει να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της προηγούμενης.
Σε παλαιότερες απεργιακές κινητοποιήσεις, οι εργαζόμενοι σχεδόν πάντα έκαναν ένα βήμα μπροστά, πετύχαιναν μικρές νίκες, κέρδιζαν ψιχία και δύσκολα, αλλά κέρδιζαν.
Σήμερα η επόμενη απεργία, τους βρίσκει σε χειρότερες θέσεις από την προηγούμενη, σε κάθε απεργία μετρούν απώλειες, μετρούν ήττες.
Οι απεργίες γίνονται εθιμοτυπικά, αφού δεν υπάρχει κυβέρνηση να διαμαρτυρηθούν, ο εχθρός είναι αόρατος και ακούει στο όνομα «αγορές». Άντε τώρα να κάνεις απεργία εναντίον των αγορών και των προστάτιδων δυνάμεων και αυτές να σε ακούσουν.
Δεν σας λέω τίποτα καινούργιο, αλλά ακούγοντας σήμερα το δελτίο απεργιών, που είναι γεμάτο από κινητοποιήσεις διαφόρων κλάδων εργαζομένων, σκέφτηκα, ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσει αυτή η ανώφελη προσπάθεια, όχι να σταματήσει η προσπάθεια αντίστασης, να σταματήσουν αυτές οι νεροπιστολιές, στο αέρα, κυριολεκτικά στον αέρα.
Τώρα θα με ρωτήσετε και τι άλλο μας απομένει. Δεν ξέρω κάτι πιο δραστικό, κάτι πιο ενοχλητικό, κάτι που θα τους γρατσουνίσει.
Να βγούμε στους δρόμους, στις πλατείες και εκεί να μείνουμε.
Εδώ που φτάσαμε, δεν μπορεί να εκφράζουμε την λύπη μας, αλλά την οργή μας.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Πόσες λέξεις πια…

«Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν», η απάντηση στην πίεση μετά τα αποσιωπητικά.
«Άμα πρέπει να εξηγείς, το έχεις χάσει το παιγνίδι. Έχει χαθεί εκείνη η μαγική χημεία που ήξερα τι ήθελες πριν το θελήσεις. Που γνώριζες τι σκεφτόμουν πριν το σκεφτώ»
Έχω βρεθεί πολλές φορές σ’ αυτή θέση. Λέξη δεν βγαίνει από το στόμα μου. Έχω την εντύπωση ότι άλλος στερείται ακοής, τούβλο απροσπέλαστο, όσα επιχειρήματα και να επιστρατεύσεις, όσο διαλεκτικός και να είσαι, στο τέλος θα μετρήσεις χαμένο χρόνο.
Σε τέτοιες περιπτώσεις ας περιοριστούμε σε μορφασμούς που είναι ακίνδυνοι για το λαιμό μας και δεν επιβαρύνουν την πίεση μας.
Στο «Σύγνεφο με παντελόνια», ο Μαγιακόφσκι, προσπάθησε να γίνει επεξηγηματικός.
«Τη σκέψη σας που νείρεται πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο, εγώ θα την τσιγκλάω επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου. Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα ως να χορτάσω χλευασμό».
Εικοσιδυό χρονών λεβέντης τότε που έγραφε αυτά. Στα τριάντα εφτά του αυτοκτόνησε είχε βαρεθεί τις επεξηγήσεις και τις πολλές συνεδριάσεις.
«Ξημερώνει και εγώ ονειρεύομαι: Ω, να γινόταν μια συνεδρίαση ακόμα για να καταργηθούνε όλες οι συνεδριάσεις.

Ο ποιητής της επανάστασης έκλεισε με ένα λιτό σημείωμα.
Μεταξύ των άλλων αναφέρει:
«Για τον θάνατο μου μην κατηγορήσατε κανέναν και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης»
Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν.
|Άμα πρέπει να εξηγείς το έχεις χάσει το παιγνίδι. Σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο, στεγνώνει ο λαιμός μας, ανεβαίνει η πίεση και το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Μια τρύπα στο νερό
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έχει δηλώσει ότι κάνει ταινίες για τον εαυτό του και για τους φίλους του. Καμία προσπάθεια επεξήγησης, οι λέξεις είναι πολυτέλεια το κύριο ρόλο έχει η γλώσσα του σώματος. Αν ο Μεγάλος Μαγιακόφσι το είχε σκεφτεί έτσι ίσως να μην αυτοκτονούσε…

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Το ταξίδι συνεχίζεται

Το έγραψε παλαιότερα η Ελένη στη στήλη της. Το δημοσιεύω σαν απάντηση στις διαφορετικές ερμηνείες που έδωσαν αναγνώστες στο χθεσινό κείμενο. « Το τελευταίο ταξίδι;» «Τα κίνητρα της γραφής προσπάθησε να συγκέντρωση η συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ στο βιβλίο της «Συνομιλώντας με τους νεκρούς» Δηλαδή με τους συγγραφείς που αγάπησε. Τα φαντάσματά της. Τους μελλοντικούς της ήρωες που θα ζωντανέψει. Και ιδού μερικά… κίνητρα απ’ αυτά. Τα αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι συγγραφείς στο ερώτημα «γιατί γράφω»:
Για να καταγράψω τον κόσμο όπως είναι. Για να καταγράψω το παρελθόν προτού λησμονηθεί. Για να ανασκάψω το παρελθόν επειδή λησμονήθηκε. Για να ικανοποιήσω την επιθυμία μου για εκδίκηση. Επειδή ήξερα πως έπρεπε να συνεχίσω να γράφω αλλιώς θα πέθαινα. Επειδή να γράφεις σημαίνει να αναλαμβάνεις ρίσκα, και μόνον έτσι γνωρίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Για να παράγω τάξη από το χάος. Επειδή με ευχαριστεί. Για να εκφράσω την ανέκφραστη ζωή των μαζών. Για να κατονομάσω το μέχρι τούδε ακατονόμαστο. Για να κοροϊδέψω τον Θάνατο. Επειδή η δημιουργία σε εξομοιώνει με το Θεό. Για να αρέσω στις γυναίκες γενικά. Για να ευχαριστήσω και να ψυχαγωγήσω τον αναγνώστη. Για να φανώ πιο ενδιαφέρων απ’ ότι ήμουν στην πραγματικότητα. Για να επιβιώσω και μετά θάνατον. Για να βγάλω λεφτά και να χλευάσω αυτούς που πριν χλεύαζαν εμένα. Για να εκτονώσω την αντικοινωνική μου συμπεριφορά. Γιατί η ιστορία στοίχειωσε μέσα μου και δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Για να μιλήσω για αυτούς που δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Για να επιδιώξω να με κατανοήσει ο αναγνώστης και ο εαυτός μου. Για προσωπική έκφραση. Για προσωπική ευχαρίστηση. Για να επιστρέψω κάτι από αυτό που δόθηκε. Για να μιλήσω με τους νεκρούς…
Το κίνητρο είναι εκείνο που θα καθορίσει πολλά στη συνέχεια: ποιότητα, αισθητική, ειλικρίνεια, πάθος, ματαιοδοξία, ύφος…
Αλλά αυτό το κίνητρο, εν τέλει, είναι και αναγνωστικό. Πως θα μπορούσε, εξάλλου, να γίνει διαφορετικά. Αυτά τα δύο είναι «σε σχέση». Κατά συνέπεια θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε γιατί διαβάζουμε εμείς: Για να μαθαίνω. Για να βαθαίνω. Για να ανακαλύπτω.
Για να καταλαβαίνω. Για να κρίνω. Για να ταξιδεύω. Γιατί με ευχαριστεί. Γιατί με ένα βιβλίο ανακαλύπτω εμένα. Ανακαλύπτω τους άλλους. Τη ζωή. Γιατί επικοινωνώ. Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί με παρηγορεί. Με ασφαλίζει. Γιατί είναι must. Γιατί με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι. Για να σκοτώσω την ώρα μου.
Κι επίσης, αυτό το κίνητρο είναι που καθορίζει πολλά. Και τα… ευπώλητα, ίσως;»
Προσπαθώντας να απαντήσω στην ερώτηση «γιατί γράφω», ώστε να εντοπίσω και το δικό μου κίνητρο σε αυτή την καθημερινή διαδικασία της γραφής, διαπίστωσα ότι είναι πολλά τα κίνητρα. Κάθε μέρα δε, είναι και διαφορετικά. Αλλά και σαν αναγνώστης κινούμαι από διαφορετικές κατευθύνσεις. Σχεδόν όλα τα «Για» στο γιατί θα μπορούσαν να ήταν απαντήσεις δικές μου, ακόμα και αυτές που δεν περιποιούν τιμή.
Η γραφή και η ανάγνωση είναι μια διαδικασία σύνθετη, που έχει να κάνει με τις αδήριτες ανάγκες της ψυχής μας. Και αυτές είναι πολλές και διαφορετικές, δημιουργούνται δε, σε σχέση με το χρόνο και τα γεγονότα που για τον καθένα παίζουν και διαφορετικό ρόλο στη ζωή του
Γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος. Γιατί δεν είμαι ερωτευμένος. Γιατί πονάω. Γιατί χαίρομαι. Για μένα και για τους άλλους για τους λίγους και για τους πολλούς. Για τους φίλους και τους εχθρούς. Για να ανασάνω σήμερα εγώ και να δώσω ανάσες από το περίσσευμα μου αύριο, σ’ αυτούς που τις χρειάζονται
Όλες οι απαντήσεις που πείρε η κ. Ατγουν, συνομιλώντας με τους νεκρούς συγγραφείς που αγάπησε, δικές του ήταν τελικά. Γιατί η γραφή δεν έχει κίνητρα ορατά.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Το τελευταίο ταξίδι;

Είναι ο πόνος, που όταν κρυώσει, ζητάει την απουσία. Είναι τα χέρια που συναντήθηκαν στον ίδιο ρυθμό. Είναι τα λόγια τα άγραφα, τα ανείπωτα που κρύφτηκαν μέσα στις τρεις μεγάλες τελείες των αποσιωπητικών. Αυτά ήθελα να πω, αυτά ήθελα να γράψω. Είναι η μαγεία της γραφής που συναντάς τυχαία και αρχίζεις να πιστεύεις στα θαύματα. Είναι αυτά που αντικατέστησες με την σιωπή και σημάδεψες με τρεις τελείες. Είναι αυτά που άφησες σε εκκρεμότητα. Τρεις μπάλες από λέξεις, που προσεχώς πρέπει να μπούνε σε σειρά. Τρεις τελείες χωρίς παύλα. Τρεις τελείες, που περιμένουν τη συνέχεια… και η Βασιλική, σκόρπισε φωνήεντα και σύμφωνα, «για μια βαλίτσα ή για μια ζωή…» η συνέχεια χρειάζεται και το ερωτηματικό, «για μια βαλίτσα ή για μια ζωή;» Είναι η μαγεία της γραφής, που ξεκινάει από αλλού και φτάνει στα χέρια σου, πουκάμισο στο νούμερο σου και το χρώμα θαλασσί, για να ταιριάζει με το τραγούδι.
«Όλα έχουν γραφτεί. Όλα έχουν ερειπωθεί. Ψέματα. Αλήθειες. Όσα επέζησαν. Όσα πέθαναν. Όσα πουλήθηκαν. Όσα κρατήθηκαν. Σύμφωνα. Φωνήεντα. Γδύνονται σε λέξεις. Ρήματα. Επίθετα. Ουσιαστικά. Κι όλα πάντα, καθ’ όλα τυπικά. Σημεία στίξης παρόντα. Ο μεγάλος απών αναζητείται. Επιστροφές δανεικών. Καταστολές ιδανικών. Ίδιοι ήχοι. Κι η σημασία τους έχει πια, πόση αξία; Φεύγω. Μένω. Απομένω. Καταφεύγω. Πάντα καθ’ όλα τυπική. Επιμένω. Χωρίς να υπομένω; Λάθος απάντηση; Αλλαγή της ερώτησης, παρακαλώ. Διάλογοι. Μονόλογοι. Πως μπορείς να συμπληρώσεις μια ανάσα; Πόσο πρέπει να την πληρώσεις…

Κι η τελεία κάπου εκεί χάνεται. Γίνεται ένα μεγάλο αποσιωπητικό. Έτσι κρύβεται. Έτσι κυλά. Τρεις τελείες, ένα αποσιωπητικό. Μεγάλο, μικρό, άνευ αξίας, άνευ σημασίας. Ίδιες λέξεις. Ίδιες σκέψεις; Τα όχι και τα ναι μας, ποιος άραγε τα σέβεται; Τα εκτιμά; Ποιος πουλάει μια ψυχή; Αυτός που μένει; Αυτός που φεύγει; Πόσο κοστίζουν αυτά τα γαμημένα τα είκοσι ένα γραμμάρια; Τα χέρια μου δεν μπορούν ούτε να τα ζυγίσουν, πια. Έχουν κι εκείνα βλέπεις τα καρφιά να σηκώσουν. Αβάσταχτο φορτίο, πίστεψε με. Ή καλύτερα όχι, μην με πιστεύεις, πια. Κι αυτό εξίσου αβάσταχτο είναι. Όπως κι ‘κεινη η βαλίτσα που φόρτωσες τη ζωή μου. Κι αυτό, ναι ιδίως αυτό, εξίσου αβάσταχτο ήταν. Αλλά, είτε έμεινε γεμάτη, είτε έμεινε άδεια, αυτή, το ταξίδι της το έκανε. Περίμενε σε σταθμούς. Ανέβηκε σε τραίνα. Ταξίδεψε στα σύννεφα. Αποχαιρέτησε. Καλωσόρισε. Άνοιξε καινούργιες σελίδες. Διάβασε το τέλος στα χείλη σου. Έτρεξε να συναντηθεί. Σήκωσε όλα σου τα δάκρυα. Έπνιξε όλα μου τα γιατί. Χώρεσε πάντα μέσα της, τις λέξεις μου. Φυλάκισε τα μάτια σου. Ήπιε τις υποσχέσεις σου. Γέλασε με τον έρωτα μου. Πόθησε τους ήχους σου. Φόρεσε, όλη την αγάπη που ίσως και να ξέχασα να σου δώσω. Φύλαξε καρτερικά όλες σου τις μνήμες. Φίλησε τα χέρια που λάτρεψε. Παιχνίδισε με το κορμί μου. Έκλαψε ακόμη και για ‘κεινες τις φωτογραφίες, που δεν αντέχω πια να βλέπω. Έγινε τα πάντα, για πάντα. Πράξεις. Λέξεις. Ρήματα. Επίθετα. Ουσιαστικά. Ντύθηκε με φωνήεντα, με σύμφωνα. Με σημεία στίξης. Κι έτσι, γεμάτη με τα αποσιωπητικά μας, γυμνή πια, απομένει κρυμμένη κάπου εκεί, ανάμεσα στις τρεις τελείες, στις τελείες που θέλησες να γίνουν το τελευταίο της ταξίδι…» το τελευταίο ταξίδι;

Η επιθυμία έχει τα νεύρα της

Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με την ελευθερία. Όταν την αποκτάς, δεν ξέρεις πάντα τι να την κάνεις. Εξακολουθείς να θέλεις εκείνα από τα οποία...