Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Σαν σήμερα...

Πριν έξι χρόνια το παρακάτω κείμενο, τέτοια εποχή. Έκανε κρύο... σαν σήμερα...

Για την αρχή, μια πρόβλεψη της Κικής Δημουλά. Για μας το γράφει:
Τρέμεις βροχή
σε φοβέρισε ο μετεωρολόγος
ότι θα γίνεις αύριο χιόνι
Εμάς να δεις
θα λιώσετε θα λιώσετε προβλέπει.

Που να το φανταστώ, όταν πιτσιρικάς στα κομματικά αχτίφ προσπαθούσαμε να βρούμε επιχείρημα εναντίον της τότε ΕΟΚ, εκείνα τα επιχειρήματα σήμερα, απέναντι στην εικόνα της διαλυμένης Ευρώπης, θα φάνταζαν ατράνταχτα. Ακόμα και οι υπεύθυνοι του τομέα διαφώτισης μπροστά στη κυριαρχία του καπιταλισμού και τον επιθανάτιο ρόγχο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». κρατούσαν αποστάσεις . 
Η Ευρώπη των λαών, αφού μετασχηματίστηκε σε Ευρώπη των αγορών, τώρα καταλήγει σε Ευρώπη της απόγνωσης και του μίσους.
Και δεν φτάνει αυτό, εδώ στην μικρή μας πόλη, ορατότης μηδέν. Πρέπει να βάλω μια τάξη. Είναι τόσα πολλά που θέλω να γράψω, που δεν βγαίνει λέξη. Είναι τόσα πολλά που θέλω να βάλω στη σειρά και στην ώρα τους, αλλά τα παιδιά δεν φαίνονται πουθενά. Αργούν τα παιδιά και που να περιμένεις …
Με ποιον να συμμαχήσεις εδώ στην μικρή μας πόλη; Ποιανού το μέρος να πάρεις, και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα. Η εικόνα της πολιτικής σ’ αυτό τον τόπο δεν σκιαγραφείτε ούτε με το μαύρο.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας, και ένα ακροατήριο του πόνου.

Για το Λαό ούτε λόγος, την κυριαρχία του την εξαγόρασε με δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Τι να πεις και σε ποιο να τα πεις. Να τρίψω τα χέρια μου από ικανοποίηση επειδή ξέμειναν από αντίπαλο και τσακώνονται μεταξύ τους; Πρόκειται για φαρσοκωμωδία, που δυστυχώς μας αφήνει αδιάφορους. Ποτέ δεν υπήρξε παρόμοια στάση του Λαού απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Ποτέ αυτός ο Λαός δεν παρακολουθούσε τέτοιες φτηνές παραστάσεις.
Είναι πολλά που θέλω να γράψω σήμερα και από πού ν’ αρχίσω. Αν δεν καταλάβατε με τον εαυτό μου τα έχω πρωτίστως, που έφτασε τα πενήντα, βλέποντας όλα γύρω του να γκρεμίζονται και τώρα περιμένει τα παιδιά, ελπίζοντας ότι σ’ αυτό που υποστηρίζει δεν θα εισπράξει ακόμα μια απογοήτευση.



Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Δεν υπάρχουν λόγια ...


Όνειρο ήταν και έσβησε. Για την ώρα δεν με ενδιαφέρει η φροϋδική θεώρηση. Δεν θα σας βάλω στη δοκιμασία, να σας το διηγηθώ, για να είμαι ειλικρινής ούτε και εγώ μπορώ να αντέξω διηγήσεις ονείρων. Πέρα από την συγκεχυμένη εικόνα, που έστω με κάποιο τρόπο μπορεί να μεταφερθεί, τα έντονα συναισθήματα πώς να τα μεταφέρεις;
Απόψε ταξίδεψα σε άγνωστο χρόνο και τόπο, στην κόλαση ή στον παράδεισο, δύο προορισμοί για τους οποίους ακόμα δεν έχω αποφασίσει. Ήταν από εκείνα τα όνειρα, που νομίζεις ότι τα έχεις ξαναδεί, απ’ αυτά που θέλεις να ξαναδείς, και με κάποιο τρόπο μαγικό το υποσυνείδητο, σου κάνει το χατίρι και τα προβάλλει όταν η ψυχή τα έχει ανάγκη. Οι αισθήσεις έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και η όραση που ταλαιπωρείτε, από τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό πρεσβυωπίας, κατάφερε να δει και στο σκοτάδι. Όλα δυνατά. Με την πραγματικότητα να σκάει στη ζήλια.

«Μην τον ξυπνάτε θα λαχταρήσει όταν γυρίσει ξανά στη γη», λέει ένα τραγούδι. «Τώρα το που υπνοβατεί και πως περνάει ο καθένας που κλείνει τα μάτια του, είναι μεγάλη ιστορία. Άλλοι καλοπερνούν περιδιαβάζοντας ήσυχους ωκεανούς, ωραία νερά, καλοτάξιδα καράβια, φωτεινές αγκαλιές. Άλλοι μπαίνουν στα μνήματα της μνήμης τους, να φέρουν πίσω αγαπημένους, προσπαθούν να πετάξουν αλλά έχει βοριά, επιχειρούν να τρέξουν αλλά έχει εμπόδια».
Πιο πολύ από το όνειρο θυμάμαι εκείνο το δέκατο του δευτερόλεπτου που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. Αυτό το σχεδόν κενό χρόνου, που ονειρεύεσαι ότι ξύπνησες και ζεις μια εκδοχή του ονείρου, για άλλη μια φορά μέσα στο όνειρο. Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αν είσαι καλύτερα εκεί που ξύπνησες ή μήπως έπρεπε να μείνεις στο χρονοχώρο του ονείρου. Δεν χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Εκεί στο όνειρο ακόμα και για πάντα. Δύσκολα έρχονται τέτοια όνειρα να σου γλυκάνουν την ψυχή.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Οι μεγάλες ταχύτητες ξοδεύτηκαν προ τα πίσω


Όσες φορές αναζητώ μονολεκτικές απαντήσεις, μου επανέρχονται παλαιότερες σκέψεις διαμαρτυρίας, που κάποια Δευτέρα σαν σήμερα, επιχείρησα στην προσπάθεια να μη χάσω χρόνο. Οι προσδοκίες  στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν εκπληρώνονται. «Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν», η απάντηση στην πίεση μετά τα αποσιωπητικά...
Από κάποια Δευτέρα ξεκίνησα την αφαίρεση στο λόγο. Δευτέρα σήμερα, μη δίνετε σημασία.
Επαναφέρω κάποια θυμωμένα κείμενα για να ξεθυμώσω.
Τα σπαταλάω τα λόγια σήμερα, γιατί βρίσκομαι ένα βήμα, από εκείνο το εφήμερο, που δίνει νόημα στη ζωή μου. Από εκείνο το εφήμερο, που μέχρι σήμερα μου διέκοψε πολλές φορές αυτή τη βαρετή πορεία. Από εκείνο το εφήμερο, που έκανε κάθε στάση και μια νέα αρχή, που μου αφαιρεί τα παραπανίσια χρόνια, που μου αλλάζει τα χρώματα και τα φώτα.
Ξεκινάω ιχνηλατώντας, σπρώχνοντας με τα χέρια μου το σκοτάδι, στην προσπάθεια να ανακαλύψω το χρόνο εκείνον τον ελάχιστο, της επιστροφής στον τόπο του εγκλήματος. Φαντάζομαι… βουτιές τριάντα δευτερολέπτων - τόσο αντέχω - είναι αυτές οι επισκέψεις, σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο, που με τραβάει σχεδόν πάντα, για μια τζούρα, από την περήφανη απουσία μου. Πολλές βουτιές όμως…


Λέτε κάπου εκεί ανάμεσα να βρίσκεται η θέση μου; Κάπου εκεί ανάμεσα να έχω στήσει τη ζωή μου; Κάπου εκεί ανάμεσα, σε μια λεπτή γραμμή που δεν χωράει καμία καρέκλα, ίσα ίσα τα πόδια μου, στυλωμένα από πείσμα και υπομονή. Και όταν κάνει το πρώτο βήμα, το άλλο περιμένει απέξω, έτοιμο να πατήσει γερά για να δώσει το τέμπο στη μεταβολή.
Δεν θα μπορούσε αυτή η διαδρομή να είχε άλλη εξέλιξη. Οι μεγάλες ταχύτητες ξοδεύτηκαν μπρος και πίσω, κυρίως πίσω. Αν σε κάθε σου βήμα στήνεις και μια μάχη είναι επόμενο να φτάσεις καθυστερημένος. Όταν σανίδωνα το γκάζι για να προσπεράσω, ήταν για να βρεθώ,όσο πιο γρήγορα μπορούσα εκεί που με περίμενε ο κόσμος μου. Εκεί που μπορούσα να αναπνεύσω.
Και που να βρω τη θέση μου, μέσα σε ένα χώρο που ξέχασε τι υπηρετεί; Που να βρω τη θέση μου, σε ένα χώρο που προσπερνά με απίθανη ευκολία τον ανθρώπινο πόνο, την απελπισία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, τη χαμένη ζωή.
Που να σταθώ όταν συνέχεια χρειάζεται να ζω με ένα σπαθί στο χέρι; Προτιμώ να φυγομαχώ, παρά να ξοδευτώ σε διάλογο που γίνεται σε γλώσσα άγνωστη. Είναι σπατάλη χρόνου να προσπαθείς να αλλάξεις το κόσμο χαμένος στην μετάφραση. Και πώς ν’ αλλάξεις το κόσμο όταν έχεις χάσει το κόσμο σου, όταν έχεις χάσει τη ζωή σου, όταν έχεις χάσει τον έρωτα με την γυναίκα της ζωής σου. Τι κόσμος να μείνει για να αλλάξεις; «Δεν έχω άλλη υπομονή» για να θυμηθούμε και το κείμενο του Ζοζε Τεχέιρα , «για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου»

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Η θρησκεία... ένα συλλογικό ψυχοφάρμακo


Οι αποκεφαλισμοί που παρακολουθούμε σε απευθείας μετάδοση από τους ακραίους ισλαμιστές, δεν είναι τίποτα άλλο, από πιστή εφαρμογή των οδηγιών του «θεού» τους. Με αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις εκπληρώνουν τον καθήκον τους και είναι συνεπείς με την πίστη που τους θέλει  να υπηρετούν το σκοτάδι.
Σχιζοφρένεια, υποστηρίζουν οι πιστοί πιο ήπιων μορφών θρησκειών, συνεκδοχικά όμως πρέπει να συμφωνήσουμε, ότι ο σκοταδισμός που κάθε θρησκεία υπηρετεί με συνέπεια, εκεί οδηγεί. Θυμήθηκα ένα παλαιότερο καβγά, που είχε ξεσπάσει στα μέρη μας με αφορμή το «Άγιο Φως», ξέρετε αυτό που ανάβει μόνο του και έρχεται αεροπορικώς με τιμές αρχηγού κράτους. Όταν κάποιος πιστεύει αυτές τις μπούρδες είναι πολύ εύκολο να κόψει κεφάλια.
Σε παλαιότερο άρθρο του ο Κλεάνθης Γρίβας, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΖΕΝΙΘ της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των άλλων, υποστηρίζει:
«Η επάνοδος και η μαζική αποδοχή των πιο ακραίων δημαγωγικών και επιθετικών παραφυάδων του χριστιανισμού, ισλαμισμού, και ιουδαϊκού φονταμελισμού αποδεικνύει απλώς ότι η θρησκεία ήταν και παραμένει το βασικότερο σύμπτωμα της οικουμενικής διανοητικής διαταραχής που συνοδεύει το ανθρώπινο είδος σ’ όλη την ιστορική του διαδρομή, ότι ο ορθολογισμός ήταν και παραμένει μια ασήμαντη βαλβίδα προστασίας απέναντι στην εγγενή σχιζοφρένεια του ανθρώπινου είδους, και ότι ο 20ος αιώνας που προβάλλεται αυτάρεσκα ως «εποχή της λογικής» δεν είναι παρά μια εποχή βαθύτατου σκοταδισμού».
Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο κ. Γρίβας, είναι το μοναδικό ον που μπορεί να πει «εγώ», δηλαδή έχει επίγνωση του εαυτού του και συνείδηση του γεγονότος, ότι αποτελεί μια μοναδική και ανεπανάληπτη οντότητα. Παράλληλα είναι το μοναδικό ζώο που ξέρει ότι θα πεθάνει. Όντας λοιπόν σε υπαρξιακή αδυναμία να αποδεχθεί την αναπότρεπτη βιολογική αναγκαιότητα του θανάτου της μοναδικής και ανεπανάληπτης οντότητάς του, είναι επιρρεπής στην αποδοχή οποιωνδήποτε ιδεολογικών κατασκευασμάτων που προσφέρουν τη δυνατότητα της επέκτασης της ύπαρξης του σαν κάποιο ασαφές «επέκεινα».
Και εδώ παρεμβαίνει η μεταφυσική και η θρησκεία, εν είδει ανακουφιστικού ψυχοφαρμάκου, που όπως όλα τα ψυχοφάρμακα έχουν άπειρες παρενέργειες και, κατά κανόνα, αποδεικνύονται χειρότερα από την αρρώστια.
Η θρησκεία είναι ένα συλλογικό ψυχοφάρμακο που εφευρέθηκε για να υποβαθμιστεί η αγωνία του θανάτου.
Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου κ. Καλόπουλος απέδειξε στους αλαλάζοντας πιστούς και κληρικούς, που συμμετείχαν σε μια παλαιότερη τηλεοπτική εκπομπή ότι το «άγιο Φως» δεν έρχεται εξ ουρανών αλλά είναι αποτέλεσμα μιας χημικής αντίδρασης του φωσφόρου όταν έρθει σε επαφή με το οξυγόνο. Για του λόγου το αληθές βούτηξε ένα κερί στο φώσφορο και μετά από δέκα λεπτά το κερί άναψε μόνο του. Η προσπάθεια του, να μεταπείσει τους παραπάνω «χρήστες ψυχοφαρμάκων» σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει ο κ Γρίβας έπεσε όπως ήταν φυσικό στο κενό.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται τόσο η πίστη όσο και ρόλος που επιφυλάσσει κάθε εκκλησία στους πιστούς της, που έχει ως βάση του την τυφλή υποταγή στο αλάνθαστο της ηγετικής ομάδας που κατέχει κάθε φορά την θρησκευτική εξουσία.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει


“Τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει, άντε ξανά τα ίδια τα ίδια απ’ την αρχή” Είναι ο εύκολος δρόμος. Δυο μοίρες αριστερά εσύ, δέκα μοίρες προς τα δεξιά εγώ, και νάτος “πάλι πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει.” Για το δικομματισμό ο λόγος που είχαμε την ψευδαίσθηση ότι ήρθε το τέλος του. Η κεντροδεξιά από τη μια η κεντροαριστερά από την άλλη και: Ολαρί α, ο λα ρά, δάγκωσε με πιο βαθιά. Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά Ολαρία ολαρά, γύρω γύρω τα παιδιά ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά.
Όλοι μαζί στο κέντρο να αλλάζουνε ανώδυνες μπαλιές καθυστερώντας το χρόνο και τις εξελίξεις. Έτσι για άλλη μια φορά, εμείς οι αιρετικοί θα βρεθούμε εκτός, ασκεπείς κουρασμένοι και θλιμμένοι από τις επαναλήψεις. Πενήντα χρόνια, πολεμούσαμε τον δικομματισμό. Πενήντα χρόνια αυτές τις εναλλαγές στην εξουσία που οδήγησαν τη χώρα μας στην καταστροφή και εκεί που πιστέψαμε ότι ξεμπερδέψαμε με αυτό το τέρας,. Νάτο και πάλι να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του.


«Τι κάνουμε στο παρόν μας;  Όσοι  αγωνιούμε γι’ αυτό,  είμαστε από την πλευρά των αισιόδοξων, εκείνων  που δημιουργούν, που παράγουν ομορφιές,  που αμφισβητούν,  που μάχονται και   ας προβλέπουν  πως όλα θα πάνε χάλια. Στον αντίποδα όσοι έχουν νεύρωση με το «όλα καλά θα πάνε» και τους βλέπεις να σαπίζουν στο παρόν τους, στην παράδοση, στην εσωστρέφεια, το συμβιβασμό, τη συναλλαγή,  την διαχείριση του παρελθόντος,   την προσωπική ικανοποίηση του Εγώ τους…   μόνο θλίψη μεταφέρουν…»  
Μακάρι να διαψευστούν οι παραπάνω προβλέψεις για την ώρα: “Νύχτες δίχως όνομα νύχτες χωρίς σκοπό χαμένοι από χέρι χαμένοι και οι δυο, ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά λόγια λόγια λόγια λόγια ψεύτικα...”

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Το σήμερα το ξοδέψαμε στο χθες

«Και αυτή η κοινωνία δεν αντιδράει…». Η κοινωνία είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο χωρίς μονάδες, μια κοινωνία χωρίς ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει.
Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα μετράμε ήττες.
Σε δεύτερη σκέψη, οι περισσότεροι δείχνουν διάθεση για συμμετοχή και τότε έρχεται η άλλη φράση για να αποκαταστήσει τα πράγματα. «εγώ μόνος μου τι να κάνω …» Και τι να κάνει πράγματι ο καθένας, μόνος του, όταν τη στιγμή που νοιώθει την ανάγκη να αντιδράσει, έχει ξεχάσει ότι είναι μέλος αυτής της κοινωνίας; Τι κάνουν όλοι μαζί μόνοι τους; Τίποτα δε κάνουν και τίποτα δεν μπορούν να κάνουν, άλλα και τίποτα διαφορετικό δεν μπορούν να σκεφτούν, αν δεν βρεθεί μια παρέα να τους τραβήξει απ’ το χέρι.
Φυσικά και δεν φταίει η κοινωνία, που δεν αντιδρά, αλλά και ούτε ο και καθένας χωριστά που ’χει, μείνει με την απορία.
Οι πρωτοπορίες είναι εκείνες που την πρόδωσαν. Αυτό το άθλιο πολιτικό προσωπικό που εμπορεύτηκε ελπίδες καλλιέργησε τη συναλλαγή, έσπειρε τη διαφθορά, πώς να εμπνεύσει πίστη και κουράγιο στον δοκιμαζόμενο λαό.
Η ιστορία όμως του καθενός, που πολλές φορές σ’ αυτή τη διαδρομή την έχει κλείσει σε χαρτόκουτα, για άλλη μια φορά θα εγγυηθεί τη συνέχεια.


Αυτά που γράφαμε πέρυσι, είναι ηπιότερα των φετινών και είναι βέβαιο, ότι αυτά που θα γράψουμε του χρόνου, θα είναι σκληρότερο των περασμένων.
Έχουμε γίνει θεατές, μιας βασανιστικής μείωσης όλων των κεκτημένων, είναι σαν να μας πέφτουν τα μαλλιά λίγα λίγα το χρόνο και όταν πλέον γίνουμε γλόμποι, δεν μας κάνει καμία αίσθηση. Έχω την αίσθηση ότι απλώς σχολιάζουμε, και περιμένουμε παθητικά το τέλος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν το γνωρίζουμε και ίσως και αυτός είναι ένας λόγος, του άνευ προηγουμένου, εφησυχασμού.
Αντίστροφη με την πορεία η στάση μας. Όσο η κατάσταση χειροτερεύει, τόσο η παθητικότητα γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνίας.
Έχω την αίσθηση ότι η εκπαίδευση των ανθρώπων, να δέχονται ασυζητητί καθημερινές εκπτώσεις στη ζωής τους, στηρίζεται στην επανάληψη. Μια κακή τηλεόραση, που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη, άμεσα συνδεδεμένη με την εκάστοτε εξουσία (οικονομική και πολιτική), αποτελεί το βασικό μοχλό σ’ αυτήν την προσπάθεια υποταγής.
Λέξεις κλισέ, επαναλαμβάνονται μέχρι να κουράσουν, να χάσουν το νόημα τους, να εξατμιστούν, να προκαλέσουν στους δέκτες ανόσια. Κάπως έτσι σταδιακά οπισθοχωρήσουμε, χωρίς να βρίσκουμε λόγια να εκφράσουμε το σήμερα, αφού τα ξοδέψαμε στο χθες.
Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά, για να δούμε το βαθμό προόδου, της προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Τα πέντε τελευταία χρόνια αν δείτε τους δείχτες ανοχής και οπισθοχώρησης, θα αντιληφτείτε το μέγεθος της δόσης των ψυχιατρικών σκευασμάτων που μας πότισαν. Με καθημερινές επαναλήψεις το μάθαμε το μάθημα μας, γίναμε πρώτοι μαθητές.



Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Ενώ με τον Μητσοτάκη...

Με αφορμή την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία τη Ν.Δ ένα παλαιότερο κείμενο για να μη ξεχνιόμαστε. Γράφτηκε εκείνες τις μέρες που ο Υπουργός Διοικητικής μεταρρύθμισης, απέλυε αδιακρίτως.
“Όπως και να το κάνουμε,  είναι άλλο  πράγμα να σε απολύει ο Μανιτάκης   και άλλο ο Μητσοτάκης.  Για μας, που  οι συμβολισμοί αποτελούν μέρος της ουσίας στην ζωή μας,   που ζούμε τις στιγμές, καλές και κακές με τον δέοντα σεβασμό, το χειρότερο μας, είναι  να πάμε τζάμπα.  Από φιλικά πυρά.  Από εξοστρακισμό κάποιας σφαίρας.  Από καλοκάγαθους που πίστεψαν, ότι θα εκσυγχρονίσουν την Ελλάδα παρέα, με αυτούς που την κατέστρεψαν. Ενώ με τον Μητσοτάκη, καθαρά πράγματα.  Ζεις τη στιγμή ενεργοποιώντας όλους τους μηχανισμούς άμυνας που διαθέτεις  και πέφτεις ηρωικά, αλλά ήσυχος γιατί ξέρεις ότι ο απέναντι σου   θέλει να σε σκοτώσει. Σε έχει προειδοποιήσει άλλωστε.
Τα  πράγματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις μέρες μας. Βλέπεις το πρόσωπο του κακού, απέναντι σου και είσαι σαν έτοιμος από καιρό, για το χειρότερο, με μια υποβόσκουσα ηδονή, να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Ζεις τον εφιάλτη με όλες τις αισθήσεις σε πλήρη λειτουργία. Το βέβαιο είναι, ότι δεν θα σε πιάσει στον ύπνο.  Βλέπεις  τα μάτια να γουρλώνουν και  είσαι βέβαιος πλέον,  ο δράκουλας διψάει για αίμα, το αίμα σου,  ο θάνατος  σου  η ζωή του. Υπερβάλω; 

Για συμβολισμούς μιλήσαμε στην αρχή,  δεν μπαίνουμε στην ουσία των προσώπων.  Η υπερβολή άλλωστε ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα.  Και αν υπερβάλλουμε εστιάζοντας στα μάτια εκείνου που μόλις έμεινε χωρίς δουλειά, αν δείχνουμε τα τραύματα πίσω από  το ένα πρόσωπο, δραματοποιώντας κατά κάποιο τρόπο το γεγονός, για να έχουμε μια εικόνα αναφοράς,  είναι ελάχιστο μπροστά στα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της πραγματικότητας. Εκείνα τα νούμερα, έχουν μάτια, κρύβουν οικογένειες, κρύβουν παραπονεμένα παιδικά βλέμματα. Κρύβουν τραγωδίες.
Να επανέλθουμε στο  Μητσοτάκη και στην προσπάθεια  που κάνουμε να αποθεώσουμε, την επικείμενη καταστροφή, ώστε να ζήσουμε την στιγμή με την ένταση που απαιτούν οι περιστάσεις.  Και ύστερα…     «Βάζεις την καπαρντίνα γιατί σιχαίνεσαι τις ομπρέλες, φοράς τα καλά σου από μέσα, παίρνεις μια μικρή βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα ανοίγεις την πόρτα κι αφήνεις πίσω σου το σπίτι. Καμένο»

Η ζωή την ώρα που συμβαίνει

Η αφορμή ήταν το βάρος, που μου δημιουργεί ο χειμώνας που έρχεται. Από εκεί ξεκίνησε ο προβληματισμός που γέννησε αυτό το κείμενο και την αν...